27.12.05

To πολυτονικό και η λαγνεία -το δεύτερο μέρος της τριλογίας

Μπορεί εμείς εδώ να γράφουμε παρωδίες για το πολυτονικό, κάποιοι όμως γράφουν ποιήματα κανονικά, ποιήματα ερωτικά, τραγούδια πόθου και νοσταλγίας για την ψιλή, για την περισπωμένη (όχι, μην περιμένετε λινκ, πάντως το σάιτ υπάρχει). Και στους αφελείς που ρωτάμε προς τι ο πόθος και ο καημός, οι απαντήσεις, όταν δεν είναι μεταφυσικές και σιβυλλικές, συνήθως έχουν να κάνουν με την τρισχιλιόχρονη παράδοση της γραφής στον τόπο μας και την δισχιλιόχρονη πολυτονική τοιαύτη. Παράδοση λοιπόν, μία ακόμα κυρία με την οποία ο νεοέλληνας τηρεί σχέσεις σχιζοφρενικές. "Και όμως έχει αποδειχθεί πως είναι τόσο βλαβερή κάθε παράδοση όσο και το τσιγάρο. Προκαλεί κυκλοφοριακή ανωμαλία, παραμορφώσεις σε πρόσωπα ανώριμα, σκουριά στις αρτηρίες, αναστολές στη δράση ή μάλλον, έφεση για λάθος δράση. [...] Να μην ξεχάσουμε κι αυτή τη συγκινητική πρωτοβουλία που κάθε τόσο αναλαμβάνουν πέντε, δέκα, δεκαπέντε στ' όνομα της παράδοσης και της κληρονομιάς. Να μάς περιφρουρήσουνε εμάς τους πολλούς, από διάφορες ξενοκίνητες επιρροές και να μάς ξαναβάλουνε στον ίσιο δρόμο εμάς τους υπολοίπους εννιά με δέκα εκατομμύρια, πάντοτε στ' όνομα του πατρός και του υιού και της αθάνατης ελληνικής κληρονομιάς. Και οι σωτήρες τούτοι οι πέντε, οι δέκα, οι δεκαπέντε, μένουν στην ιστορία, σαν οι μοναδικοί και γνήσιοι Έλληνες, οι μόνοι αφρίζοντες, οι μόνοι εθνικοί.", όπως θα'λεγε και ο ποιητής.

Τα ποιητικά όμως, και στην περίπτωσή μας και στην περίπτωσή τους, λίγο πείθουν. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες παρεξηγήσεις και συγχύσεις, τις οποίες εκμεταλλεύονται ή καλλιεργούν όσοι ανάγουν το πολυτονικό σε εθνική αξία. Τις συγχύσεις αυτές εύκολα τις υιοθετεί ενίοτε ακόμα και το "μετριοπαθές" τμήμα των χρηστών, πρώτιστα γιατί είναι οι κυρίως προβαλλόμενες. Σημαντικό ρόλο ίσως παίζει και ο παράγων "συνήθεια" -κυρίως στους μεγαλύτερους σε ηλικία- που στο μυαλό πολλών ταυτίζεται με την παράδοση.

Η πρώτη σύγχυση είναι η ταύτιση γλώσσας και γραφής. Για κάποιους, η εγκατάλειψη των πολλών τόνων από τη γραφή σημαίνει και την απεμπόληση και κατάργηση (λες και αυτό μπορεί να γίνει διά νόμου) κάποιων στοιχείων της γλώσσας. Είναι ήδη γνωστό στους πιο πολλούς ότι οι 3 τόνοι αποτελούν ενδείξεις προφοράς που δεν έχουν σήμερα αντίκρισμα. Είναι επίσης γνωστό πως όσο αυτά τα στοιχεία της προφοράς (η προσωδία και ο μουσικός τονισμός) πραγματικά υπήρχαν στη γλώσσα, η γραφή δεν έκρινε αναγκαίο να τα αποδίδει με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο (στο προευκλείδειο αλφάβητο, μάλιστα, δεν υπήρχε καν διάκριση μακρού/βραχέος ο και e).

Πότε υπήρχαν και πότε δεν υπήρχαν οι 3 τόνοι στην ελληνική γλώσσα; Όταν προφέρονταν αλλά δεν "γράφονταν" (δηλ. συμβολίζονταν) ή όταν γράφονταν αλλά δεν προφέρονταν; Το ξέρω ότι κομίζω γλαύκας εις Αθήνας, αλλά ας πάρουμε τα δεδομένα (από τη Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, τον οποίο έχει στη καρδιά του, νομίζω, πάς όστις αγαπά τη γλώσσα του):

-α) "Η καθιέρωση των τόνων στην ιστορία της ελληνικής γραφής είναι μάλλον όψιμη, αφού αρχίζει μεν να εφαρμόζεται σε κάποια έκταση από τον 2ο/3ο μ.Χ. αι. στα φιλολογικά κείμενα (σσ. μια "ακανόνιστη" χρήση-κυρίως για τα ομόγραφα- ενός "είδους" πολυτονικού συστήματος είχε κάνει ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος περί το 200π.Χ.), αλλά η χρήση του για κάθε λέξη που γράφεται γενικεύεται αρκετούς αιώνες αργότερα στο Βυζάντιο, μόλις τον 9ο/10ο αι. μ.Χ. μαζί με την καθιέρωση της μικρογράμματης γραφής".

-β) "Ως τον 2ο μ.Χ. αι. (σσ. ύστερα από τον οποίο εμφανίζεται και η ρυθμοτονική ποίηση, ποίηση δηλαδή βασισμένη στον δυναμικό τονισμό) [...] έχει συντελεσθεί η μετατροπή του τονισμού από μουσικό σε δυναμικό".

Αν κάνουμε τις πράξεις, τι μάς βγαίνει; Ότι τα τονικά σημάδια επινοήθηκαν ακριβώς όταν δεν ανταποκρινόταν η προφορά της εποχής σε αυτά, όταν δηλαδή η προσωδία ξεχνιόταν. Νομίζω πως αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του πώς μπορεί η γλώσσα να είναι ανεξάρτητη της γραφής. Ίσως μάς πάει ακόμα παραπέρα, σε μια διαπίστωση που δεν κολακεύει συνολικά την εφεύρεση του πολυτονικού: ότι ήταν ίσως λάθος και μια εξαρχής οπισθοδρομική/συντηρητική επιλογή η χρησιμοποίησή του για την καταγραφή της (εκάστοτε) σύγχρονης γλώσσας, ήδη από την εποχή γεννήσεως του συστήματος. Το πολυτονικό φαίνεται να είναι χρήσιμο (χρησιμότατο) μόνο για τα αρχαία κείμενα και μόνο για τους μη αρχαίους αναγνώστες και μελετητές, δηλαδή τους κλασικούς φιλολόγους.

Για όσους επιμένουν να λένε ότι κάνουμε εκπτώσεις στη γλώσσα, εγκαταλείποντας τα τονικά σημάδια, ας τους βάλουμε ένα μικρό πρόβλημα: αν γράψουμε τα αγγλικά με ελληνικούς χαρακτήρες, θα γίνουν ελληνικά;

Η δεύτερη παρεξήγηση που μάλλον τροφοδοτεί "θεωρητικά" το ενδιαφέρον για τη διάσωση και την ανάσταση του πολυτονικού είναι η αντιμετώπιση του μονοτονικού ως μιας μορφής εγκατάλειψης της ιστορικής ορθογραφίας. Ιστορική ορθογραφία όμως, αν δεν κάνω λάθος, είναι κυρίως αυτό που εννοούμε λέγοντας "ετυμολογική" ορθογραφία, ορθογραφία δηλαδή με κύριο κριτήριο επιλογής της ορθής γραφής το "έτυμο" των λέξεων, τη ρίζα και τον σχηματισμό τους. Θέλω να πω ότι ο τόνος δεν είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ετυμολογίας των λέξεων, αφού καμιά ρίζα, κανένα θέμα, κανένα μόρφημα δεν έχει έναν δικό του, σταθερό τόνο. Και πάλι όμως, αν σώνει και καλά πρέπει να γράφουμε με τρόπο που να απηχεί την αρχαία προφορά, προκειμένου να θεωρηθεί ότι τηρούμε την ιστορική αρχή, τότε μάς περιμένουν άλλα αδιέξοδα. Γιατί, όπως θα μάς πει ο αυτόχθων, "Το λεξιλόγιο της Νέας Ελληνικής περιλαμβάνει πολλές άλλες πηγές (ενν. πλην της Αρχαίας). Γιατί να σημειώνονται τόνοι και πνεύματα σε λέξεις που γεννήθηκαν σε εποχές όπου πλέον δεν ίσχυαν οι ίδιοι κανόνες, αυτοί δηλ. που δικαιολογούν την περισπωμένη κ.τ.λ.;"

Το πράγμα το κάνει πολύ πιο απτό ο Τριανταφυλλίδης, ήδη τουλάχιστον μισό αιώνα πιο πριν:

«[...] τριάντα, πενήντα, παραμύθι, προζύμι [...]. Πώς πρέπει να τονιστούν σύμφωνα με την ιστορική αρχή; Η πρώτη σκέψη ενός "ιστοριστή" είναι, πως αφού το ι και το α ήταν κοντόχρονα στο τέλος των ουδετέρων και των αριθμητικών σε -κοντα κτλ., πρέπει να τονιστούν και οι λέξεις αυτές με περισπωμένη - όσο η παραλήγουσά τους είναι μακριά [...]. Από μιαν άλλη ωστόσο άποψη και στη βάση πάντοτε της ιστορικής ορθογραφίας μπορεί να πη κανείς πως οι λέξεις αυτές πρέπει να φυλάξουν τον τόνο που είχαν πριν χάσουν μια συλλαβή: τριά(κο)ντα, παραμύθι(ον), προζύμι(ον) [...]. Αυτή την άποψη μπορεί να τη δυναμώση και η σκέψη πως όταν γεννήθηκαν οι νέοι τύποι, η περισπωμένη δεν είχε πια την ξεχωριστή της προφορά κι επομένως δε θα είχε εδώ ιστορική δικαιολογία και δικαίωμα, ακόμη περισσότερο αν αποβλέψωμε σε λέξεις νέες καθώς τουλουμοτύρι κτλ. Γίνεται φανερό σε τι άγονα αδιέξοδα μάς πάει η εφαρμογή της ιστορικής αρχής στην ορθογράφηση της νέας μας γλώσσας».

Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Άπαντα, τόμος Ζ, σελ. 272.

Και έχει δίκιο: αν θελήσουμε να γράψουμε "πολυτονικά" στα ΝΕ, θα βρεθούμε μπροστά σε αμέτρητα "δίχρονα" φωνήεντα που δεν θα ξέρουμε με κανέναν τρόπο αν θα πρέπει να λογιστούν ως "μακρά" ή "βραχέα" και με ποια κριτήρια θα πρέπει να γίνει αυτό. Άλλωστε, σε πολλά νεοελληνικά πολυτονικά κείμενα, ακόμα και εκεί όπου δεν θα έπρεπε να υπάρχουν αμφιβολίες, αν υπήρχε μια καλή γνώση της αρχαίας γραμματικής, βλέπω συνήθως γενναίες και μάλλον ελαφρά τη καρδία παραχωρήσεις προς την οξεία. Κύριοι πολυτονιστές, θα σάς μαλώσω. Μού γίνατε "οκνηροί" σαν τους μονοτονιστές;

Η αλήθεια είναι ότι ο Τριανταφυλλίδης είχε ήδη εισηγηθεί μια απλοποίηση του πολυτονικού και ότι αυτή η απλοποιημένη εκδοχή του εφαρμοζόταν μέχρι πρόσφατα. Και, όπως φαίνεται, η γενική σιωπηρή αρχή ήταν: "όπου υπάρχει αμφιβολία, προτιμάμε την οξεία". Γι' αυτό και σε παλιά βιβλία, θα δείτε π.χ. την "Αθήνα" με οξεία, κι ας μαθαίνουμε ότι το "α" της κατάληξης είναι "μη καθαρό". Ε, νομίζω πως όποιος συνειδητοποιεί όλες αυτές τις ασυνέπειες, από φιλότιμο και μόνο θα προτιμούσε την κατάργηση μιας ηλίθιας, βαθύτατα αντιεπιστημονικής σύμβασης, η οποία αναγνωρίζει "μακρά" και "βραχέα" σε μια γλώσσα που ούτε μακρά ούτε βραχέα φωνήεντα έχει, αλλά απλώς "ισόχρονα" (είναι δηλαδή βλακώδες και το να πούμε ότι τα "δίχρονα" των αμιγώς νεοελληνικών λέξεων είναι "βραχέα" -το "ω" δηλ. στο "αριβάρω" το τραβάμε και είναι "μακρό";). Και θα συνειδητοποιούσε πόσο αδυνατεί στην πραγματικότητα αυτό το μπαλωμένο σύστημα να κάνει μια ουσιαστική σύνδεση της τρέχουσας γλώσσας με την ιστορία και την εξέλιξή της -αν ντε και καλά αυτός είναι ο σκοπός της γραφής.

Αν δεχτούμε λοιπόν πως ιστορική ορθογραφία είναι η ορθογραφία που δείχνει απλώς την ετυμολογία, μόνο ίσως η δασεία θα είχε κάποια θέση στη γραφή (γι' αυτό μάλλον και ο καθηγητής Μπαμπινιώτης σε κάποια βιβλία του εγκαταλείπει του τόνους μα κρατά τις δασείες). Η δασεία ήταν ένας φθόγγος, ένα "φώνημα" της αρχαίας γλώσσας και, ως εκ τούτου, ήταν στοιχείο της ρίζας, στοιχείο της ετυμολογίας μιας λέξης. Οι εφευρέτες, ωστόσο, του πολυτονικού συστήματος, επέλεξαν να σημειώσουν αυτόν τον λαρυγγικό φθόγγο (μιλάμε πάνω-κάτω για το "h" της αγγλικής) όχι με ένα ξεχωριστό γράμμα, αλλά με ένα σημαδάκι-ένδειξη (που ξέρουμε ότι είναι η γραφολογική εξέλιξη του αριστερού μισού του γράμματος Η) πάνω -και όχι δίπλα- στο αρχικό φωνήεν. Αυτό μάς δείχνει ότι ήδη τότε δεν το αντιλαμβάνονταν ως ξεχωριστό φθόγγο με διαφοροποιητική ισχύ, αλλά ίσως ως ένα must για την "κανονική/αττική" προφορά μιάς σειράς λέξεων. Γι'αυτό και έφτασαν στο άκρον άωτον του σχολαστικισμού να σημειώνουν με ένα αντίθετης φοράς σημαδάκι όσες λέξεις ΔΕΝ είχαν αυτόν τον φθόγγο. Πρόκειται για έναν σχολαστικισμό ανάλογο της βραχύβιας συνήθειας να σημειώνουν την βαρεία σε όλες τις συλλαβές που ΔΕΝ παίρνουν οξεία. Ο δεύτερος σχολαστικισμός δεν επεβίωσε, αλλά ο πρώτος βασίλευσε για αιώνες!

Ως επιχείρημα, καμιά φορά, για την χρησιμότητα της δασείας και την "παρουσία" της στον νεοελληνικό λόγο, ακούμε αυτά τα περίφημα "αφ' υψηλού", "εφημερίδα", "καθ' ύλην" κ.λπ. Τη στιγμή όμως που αυτό το πράμα το συναντάμε κυρίως σε λόγιους σχηματισμούς και λέξεις-φράσεις κληρονομημένες απ' την αρχαία ή που πλάστηκαν αναλογικά, με καταχρηστική χρήση ενός αρχαίου φωνολογικού κανόνα, και τη στιγμή επίσης που λέμε κάλλιστα "αντηλιακό" (αντί "ανθηλιακό"), "απ' όλα" (αντί "αφ' όλα", τα παραδείγματα είναι κλεμμένα από το www.sarantakos.com) κ.λπ., μάλλον δεν πρέπει να το επικαλούμαστε το φαινόμενο ως κανόνα. Και κάτι άλλο (καθόλου ασήμαντο): τα θ, φ, χ που μάς έμειναν μπροστά από πρώην δασυνόμενες λέξεις ΔΕΝ είναι δασέα σύμφωνα. Είναι η εξέλιξη των αρχαίων δασέων φθόγγων [th], [ph], [kh], όμως σήμερα έχουν άλλη προφορά- αυτή που ξέρουμε. Άρα, για ποια δάσυνση και ποια δασεία μιλάμε; Στην περίπτωση αυτή έχουμε μία ακόμα σύγχυση, η οποία είναι γνωστή στους γλωσσολόγους ως "σύγχυση συγχρονικών/ διαχρονικών νόμων".

Με όλα όσα έγραψα, δεν θέλω να θεωρηθεί ότι παραγνωρίζω τις ιδεολογικές αφετηρίες και σκοπιμότητες όσων κατά καιρούς θυμούνται το πολυτονικό και τη γλωσσική μας παράδοση. Ελπίζω αυτά να γίνονται εύκολα αντιληπτά (χμ, μάλλον τελικά δεν γίνονται). Υπάρχουν όμως και άνθρωποι (ας τους πούμε "ουδέτερους") οι οποίοι μπορεί να αποστασιοποιούνται ιδεολογικά, μα να θεωρούν ότι κατά βάθος οι απόψεις αυτές "έχουν έρεισμα", ότι στο θεωρητικό τους σκέλος είναι ορθές. Η κινδυνολογία άλλωστε (αυτή που θέλει π.χ. το μονοτονικό ως δούρειο ίππο της επιβολής του λατινικού (!) αλφαβήτου) πάντα είχε και έχει πέραση. Αυτό που πρέπει να δειχθεί είναι ότι όσο είναι ιδεολογικά ύποπτες και ιστορικά βεβαρημένες οι απόψεις "πολυτονιστών" και "καθαρευουσιάνων", τόσο είναι και γυμνές από επιστημονική στήριξη και επιχειρήματα.

23.12.05

Αυτή η γλώσσα, η μικρή η μεγίστη -μια τριλογία


α) Deja vu (ή: τα Αρχαία, η σούβλα και οι αϋπνίες του προέδρου)

Κρατώ στα χέρια το τεύχος 32 του περιοδικού Οδός Πανός, των μηνών Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1987. Έχει αφιέρωμα στη Μαρία Κάλλας, από τον θάνατο της οποίας συμπληρώνονταν τότε 10 χρόνια. Και όσο αν, κατά τα άλλα, οι ημερομηνίες που ανέφερα είναι σήμερα ανυπόληπτες, τω καιρώ εκείνω τον τόπο μας τον ταλάνιζε μία ακόμα έξαρση των ανησυχιών για τη γλώσσα μας και τη γλωσσική μας παιδεία. Ήταν, όπως φαίνεται, ο καιρός που ο Τρίτσης έκανε την πρόταση για επαναφορά της διδασκαλίας των αρχαίων από το πρωτότυπο στα γυμνάσια. Διαβάζουμε τον Χάρη Μεγαλυνό στη σελ. 116 που απευθύνει επιστολές Προς Κορινθίους: Το προσφιλές ανάγνωσμα του Φρανσουά Μιττεράν δεν είναι η Έκθεση της Τραπέζης της Γαλλίας, ούτε οι μύθοι του Λαφονταίν, αλλά η Γαλλική Γραμματική. "Πριν κοιμηθώ η ανάγνωση μίας ή δύο σελίδων της γαλλικής γραμματικής είναι το καλύτερο φάρμακο για να βρω ηρεμία και διαύγεια" φέρεται δηλώσας ο Γάλλος Πρόεδρος. (Και μετά την εξαίρετη αυτή κατηγορηματική μετοχή μια παρένθεση: σήμερα που γνωρίζουμε τους διαλόγους του Προέδρου με τον ψυχαναλυτή του, ίσως μπορούμε να δώσουμε μια πειστικότερη ερμηνεία σε αυτή τη δήλωση) Μετά από αυτό αναρωτιέμαι ποιά θα ήταν άραγε η αντίδρασή του, αν μάθαινε για τους καβγάδες, τις ύβρεις και γενικά το "μαλλιοτράβηγμα" που προκάλεσε στην Ελλάδα η απόφαση για την επανεισαγωγή της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο. Ο άνθρωπος θα μάς κοίταζε σα να έβλεπε εξωγήινους.

Εκεί όμως που μεγαλώνει η οργή του ανθρώπου (για τον κύριο Μεγαλυνό λέω) είναι, όπως φαίνεται, στη διαπίστωση ότι σ' αυτόν τον τόπο ούτε οι φιλόλογοι δεν ξέρουν το συμφέρον τους και δεν υπερασπίζονται το ψωμί τους: Μετά την εκπεφρασμένη αντίθεση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων στην διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο, περιμένω τις ενώσεις των Μαθηματικών να εκφράσουν την αντίθεσή τους στους αριθμούς, των Φυσικών στους φυσικούς νόμους, των Χημικών στις αντιδράσεις και στα στοιχεία, των Γυμναστών στην άσκηση του σώματος, κ.ο.κ. [...] Αναρωτιέμαι τί χρειαζόμαστε πλέον τους φιλολόγους, όταν οι ίδιοι από εμπάθεια, άγνοια ή πολιτική σκοπιμότητα, αρνούνται να διδάξουν το αντικείμενο που γνωρίζουν. Δεν είναι το ίδιο, αν οι τραγουδιστές της Όπερας ταχθούν εναντίον του μπελ-κάντο και υπέρ του ρεμπέτικου (αυτό ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω ότι το διάβασα στο περιοδικό του Χρονά) και αν οι μάγειροι παρατήσουν ταψιά και σούβλες και αρχίσουν να ασχολούνται με την εξωτερική πολιτική και την άμυνα;

Όπως φαίνεται λοιπόν, οι γλωσσικές εξάρσεις στον τόπο μας έχουν πάνω κάτω την ίδια περιοδικότητα με τις σεισμικές εξάρσεις: περί τα δεκαοχτώ χρόνια. Διαφορές: α) δεν έκανε τώρα κανείς πάλι το ίδιο λάθος, να κάτσει να δώσει προσοχή και οιαδήποτε προβολή στις ενστάσεις των ειδικών και τις αντιδράσεις των αρμοδίων (από όσο ξέρω, πέρα από τα θεωρητικά κείμενα σε εφημερίδες σημαντικών φιλολόγων το καλοκαίρι που μάς πέρασε, υπήρξε γραπτή δήλωση αποδοκιμασίας της απόφασης και από την ΟΛΜΕ), β) Ο προοδευτικόθεν πρόεδρος δημοκρατίας που σώζει την τιμή μας αυτή τη φορά δεν είναι Γάλλος, γ) δεν περάσανε τώρα πάλι 4-5 χρόνια από την υπουργική πρωτοβουλία μέχρι την εφαρμογή της. Είμαστε δα και στην εποχή του αυτοματισμού, άμ' έπος άμ' έργον.

(θα συνεχισθεί, εν καιρώ. Στα επόμενα: β) Πλάτωνα, όχι Δαυλό, γ) Το πολυτονικό και το κάπνισμα, ήτοι η αξία της παράδοσης.)
Προς το παρόν, καλές γιορτές σε όλους! (μα όλους -η φωνή που θα ακούσετε είναι ανερχόμενο αστέρι και δεν ξέρει από διακρίσεις)

6.12.05

Πολυτονιάται, στα 2050 μ.Χ.


Το σύστημα το πολυτονικό οι Ποσειδωνιάται
Εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
Με προοδευτικούς, κουλτουριαρέους και γλωσσολόγους
Το μόνο που τους έμενε πολυτονικό
Ήταν μια μυστική γιορτή, με οξείες και με περισπωμένες.
Κι είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
Κανόνες τονισμού να απαγγέλλουν,
Που μόλις πια τους καταλάμβαναν ολίγοι:
«Η προπαραλήγουσα ποτέ δεν στεφανούται
Όταν τους προεξανισταμένους εν τοις αγώσι ραπίζουσι.
Αχ, άμα, αδέρφια, ενεθυμούμασταν το δίγαμμα και τη δασεία,
Δεν θα παθαίναμε όλοι μας σαν κόπανοι τη δυσλεξία».
Και έτσι μελαγχολικά ετέλειωνε συνήθως η εορτή των.
Γιατί θυμούνταν που ήσαν πολυτονιστές κι αυτοί μία φορά
Και είχαν για καμάρι τη βιτσιά του δάσκαλου για το έψιλον περισπωμένη.
Και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
Να γράφουν και να ομιλούν βλαχοαγγλικά,
Βγαλμένοι, φευ και τρισαλί, από τον πο-λυ-το-νι-σμό.


4.12.05

H βλαχοπροοδευτική γλωσσική επιδημία

Σύντομα σχόλια:

> Εγώ λοιπόν διατηρώ πλήρες το δικαίωμα να γκρινιάζω. Πρώτον διότι με ενοχλεί βαρύτατα (ακουστικώς και αισθητικώς) αυτό το καλοκόριτσο στο μεγάφωνο του Μετρό που με τριβελίζει δέκα φορές την ημέρα με τους Abελόκηπους και με το Σύdαγμά-της. Πρίν να γίνει αξιόπιστη επιστημονική μέτρηση των γλωσσικών συνηθειών όλων των επιβατών του Μετρό, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μου επιβάλλει το γλωσσικό-του εbόρευμα.

Μπορεί όμως η κοπέλα στο μεγάφωνο του μετρό να προφέρει εντελώς αυθόρμητα έτσι τις λέξεις αυτές. Και προφανώς αυτό συμβαίνει.

----------

> Με αυτά λοιπόν τα δεδομένα, ο ψυχραιμότερος γλωσσολόγος θα διετύπωνε την άποψη «η γλώσσα απο μόνη της τείνει να γενικεύσει τον κανόνα - μήν γκρινιάζετε.

Ή μπορεί να πει ότι η γλώσσα έχει ήδη «γενικεύσει τον κανόνα». Δεν ξέρω ποια αποτελέσματα θα προκύψουν από την έρευνα που αναφέρει ο Τάσιος.

----------

> Το σαρδανάπαλο φαινόμενο το οποίο καταγγέλω σήμερα, δέν προέρχεται απο λαϊκούς ανθρώπους, αλλα απο μερικούς δήθεν μπροστάρηδες εκφωνητές ή δημοσιογράφους που «διορθώνουν» τη λαϊκή γλώσσα. Εχομε λοιπόν καθήκον να αναζητήσομεν την αιτία του νέου συρμού. Κι ομολογώ οτι δέν βρίσκω άλλην, απ' την επιχωριάζουσα σύγχυση μεταξύ του λαϊκού και του λαϊκίστικου: «Το... απλουστεύω για να το καταλάβει ο λαός» (υποτιμώντας έτσι τον λαό επιδεικτικώς - αλλα και βάζοντάς τον να ζοριστεί για να προφέρει αbέλι, αντί αμbέλι). Κι ύστερα, μιλώντας έτσι με τα bού-bού και τα doύ-dού, φαίνομαι και πιό μάγκας ρε παιδί μου κι όχι «κυριλέ» (όπως εσημείωνε και το αλήστου μνήμης βοηθητικό βιβλίον για τον Δάσκαλο).

Δεν είμαι καθόλου βέβαιος για την ερμηνεία αυτή. Μολονότι υπάρχουν δημοσιογράφοι που πράγματι «διορθώνουν» τη λαϊκή γλώσσα, αμφιβάλλω αν προφέρουν επίτηδες εκποbή κι όχι εκπομbή, «για να το καταλάβει ο λαός». Εγώ πάντως εντελώς αυθόρμητα επιλέγω την πρώτη προφορά και δεν έχω καμία σκοπιμότητα!

3.12.05

Η νοηματική ακρίβεια του πολυτονικού

Η εφημ. Ελευθεροτυπία στις 12.2.2007 δημοσίευσε επιστολή με τον παραπάνω τίτλο, η οποία ανήκει στον Γιάννη Ταχόπουλο από τη Θεσσαλονίκη. Από την επιστολή αυτή
θα σχολιάσω το εξής:

«Στη φρ. "Θέλω γλυκό κρασί" στο "ό" του "γλυκό" μπαίνει βαρεία, επειδή μαλακώνει η τάση της φωνής εναρμονίζοντας το "γλυκό" με το "κρασί", ενώ στο "ί" του "κρασί", επειδή υπάρχει τελεία κι έτσι κόβεται απότομα η αναπνοή, εντείνουμε την ένταση της φωνής και βάζουμε οξεία».


Αυτές οι παρατηρήσεις δεν έχουν καμία σχέση με τη γλωσσική πραγματικότητα. Η οξεία και η βαρεία δεν επιτελούν τον ρόλο που τους αποδίδει ο επιστολογράφος της Ελευθεροτυπίας.

Oι απόψεις αυτές σχετικά με το πολυτονικό είναι κάπως παλιότερες. Ο Διονύσης Σαββόπουλος, στα πλαίσια ενός δημοσίου διαλόγου για τη γλώσσα που διοργάνωσε το ΚΚΕ Εσωτερικού στις 19 Ιανουαρίου 1985 στο γήπεδο του Μίλωνα Νέας Σμύρνης, ανέπτυξε μια θεωρία για την προφορά της Νέας Ελληνικής. Η υπόθεσή του βασιζόταν στην ηχογράφηση προτάσεων που επέλεξε με κριτήριο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ποικιλία πνευμάτων και τόνων. Ο γνωστός μουσικός υποστήριξε συγκεκριμένα ότι η ένταση της φωνής ενός ομιλητή διαφοροποιείται ανάλογα με τον συνδυασμό πνευμάτων και τονικών σημείων που τοποθετούμε σε ένα φωνήεν. Εν συνεχεία, προέβαλε δύο ακόμη ισχυρισμούς: πρώτον, ότι η ένταση της φωνής ενός ομιλητή αυξομειώνεται ανάλογα με το είδος του τόνου που παίρνει ένα φωνήεν και, δεύτερον, ότι το -ω- προφέρεται διαφορετικά από το -ο-, ότι δηλ. η διάρκεια προφοράς τού πρώτου είναι μεγαλύτερη από του δευτέρου.

Στον Σαββόπουλο απάντησαν δύο καθηγητές που πήραν μέρος στην «ημερίδα του Μίλωνα», ο αείμνηστος Βασίλης Φόρης και ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Από τις απαντήσεις που δόθηκαν στον Δ.Σ., παραθέτω τα ακόλουθα λόγια του Δ. Μαρωνίτη, που δημοσιεύονται στο βιβλίο Δημόσιος Διάλογος για τη Γλώσσα (Αθήνα: Δόμος, 1988, σελ. 238-239):

«[...] Ὁ κ. Σαββόπουλος ἀγνόησε στὴν εἰσήγησή του μιὰ ριζικὴ διαφορά, ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ προσωδία καὶ στὸν νεοελληνικὸ τονισμό. Ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς λόγος βασιζόταν σὲ μουσικὸ τονισμὸ καὶ προσωδιακὸ ρυθμό, ποὺ δημιουργοῦνταν ἀπό τὴν ἐναλλαγὴ μακρῶν και βραχέων. Αὐτὸ τὸ καθεστὼς τοῦ μουσικοῦ τονισμοῦ καὶ τῆς
προσωδιακῆς ἐναλλαγῆς μακρῶν καὶ βραχειῶν συλλαβῶν στὴν ἱστορία τοῦ νέου ἑλληνισμοῦ ἔχει ὁριστικὰ λήξει καὶ δὲν ὑπάρχει, ὅσο ξέρω, οὔτε ἕνας γλωσσολόγος, ἢ ὁποιοσδήποτε
μὲ στοιχειώδεις ἐπιστημονικὲς γνώσεις στὸν τομέα αὐτό, ποὺ νὰ τολμᾶ νὰ διατυπώσει μιὰ τέτοιου εἴδους πρόταση. Ἑπομένως, ὅλη ἡ θεωρία περὶ μακρῶν καὶ βραχειῶν συλλαβῶν με -ο- καὶ -ω-, μὲ -ει- καὶ -ι- ἐνδεχομένως βραχύ,
εἶναι ἕνα πολὺ ὡραῖο παιχνίδι, ἂν θέλετε, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμιὰ σχέση μὲ τὴν ἐπιστήμη τῆς γλώσσας».


Ακολούθως ο Μαρωνίτης επισημαίνει ότι ο Σαββόπουλος αγνόησε το μέτρο των στίχων στα παραδείγματα που επέλεξε, για να καταγράψει τις αυξομειώσεις της έντασης ή τη διάρκεια προφοράς μιας συλλαβής.

Σχετικά με τη διάρκεια (ή ποσότητα) των φωνηέντων της νέας Ελληνικής, διαφωτιστικά είναι τα όσα επισημαίνει η καθηγήτρια Ειρήνη Φιλιππάκη-Warburton (Εισαγωγή στη Θεωρητική Γλωσσολογία, Αθήνα: Νεφέλη, 1992, σελ. 48):


«Η διάρκεια διαφοροποιεί φωνήεντα κυρίως, αλλά και σύμφωνα, σε βραχέα και μακρά, τα οποία έχουν μεγαλύτερη διάρκεια (διπλή) από τα βραχέα. Η διαφοροποίηση αυτή, που υπήρχε στα Αρχαία Ελληνικά, δεν λειτουργεί στα Νέα Ελληνικά […]».


Ας προστεθεί σε αυτά ότι η κατάργηση της προσωδίας, δηλ. της φωνολογικής διάκρισης μακρών και βραχέων φωνηέντων, ολοκληρώθηκε τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.

Ο Μαρωνίτης επισημαίνει ότι κανείς από όσους έχουν στοιχειώδεις επιστημονικές γνώσεις δεν τολμά να υποστηρίξει ότι το πολυτονικό έχει σχέση με τη σημερινή προφορά της Ελληνικής. Είναι αξιοσημείωτο ότι η Τζιροπούλου (Μαθήματα Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Γ’ κύκλος σπουδών, Αθήνα: Γεωργιάδης 1997, σελ. 83-84) επαναλαμβάνει την ατυχή θεωρία του Σαββόπουλου. Επίσης, ο εκδότης της Ελληνικής Αγωγής Άδωνις Γεωργιάδης (φύλλο Δεκεμβρίου 1997, σελ. 19) παραπέμπει σε κείμενο της φιλολόγου Ά.Τζ. «πού ἀναφέρεται στίς μελέτες τοῦ γνωστοῦ τραγουδιστῆ κ. Σαββοπούλου [sic]
γιά τή συνέχεια τῆς προφορᾶς» (στο κείμενο αυτό διδάσκεται ότι η Νέα Ελληνική έχει μακρά φωνήεντα, όπως η Αρχαία).

Όλοι οι γλωσσολόγοι, οποιασδήποτε σχολής, συμφωνούν ότι η νέα Ελληνική δεν έχει πλέον μακρά και βραχέα. Μερικοί αρθρογράφοι όμως δεν ενδιαφέρονται να μάθουν τι λένε
οι ειδικοί. Αυτή είναι η κακώς εννοούμενη αρχαιολατρία. Προκειμένου να προβάλουν την έννοια της συνέχειας, διαστρεβλώνουν την αλήθεια. Φτάνουν στο σημείο να υποστηρίξουν ότι στη νέα Ελληνική επιβιώνει η διάκριση μακρών-βραχέων φωνηέντων και ότι το πολυτονικό αντανακλά αυτή την εικόνα. Με αυτά τα τελευταία λόγια δεν κατηγορώ τόσο
τον Σαββόπουλο όσο τους άλλους. Το παράδοξο μάλιστα είναι το εξής: ενώ ο μουσικοσυνθέτης στο τέλος της εισήγησής του παραδέχτηκε ότι τίποτε από όσα είπε δεν αποτελεί απόδειξη, μερικοί διδάσκουν ανεπιφύλακτα ή επαναλαμβάνουν άκριτα τις αντιεπιστημονικές του απόψεις. Ας σημειωθεί ότι κριτική στη θεωρία του Σαββόπουλου έχει γράψει ο Γιάννης Χάρης. Πρόκειται για παλαιότερο άρθρο (του 1985) στο περιοδ. Αντί, δημοσιευμένο τώρα σε ηλεκτρονική μορφή (βλ. εδώ).

2.12.05

επιστολή στην Ελληνική Αγωγή...

Στο τεύχος Ιουνίου 2005, μια επιστολογράφος του περιοδικού Ελληνική Αγωγή (σελ. 108) σημειώνει μεταξύ άλλων:

«Σας γράφω με αφορμή την τέταρτη έκδοσι του βιβλίου του κ. Σαρ. Καργάκου "Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες", για τον εξής πολύ σημαντικό λόγο: όσα βιβλία γράφονται για τους Αρβανίτες, γράφονται ερήμην τους, και ως εκ τούτου έχουν ανακρίβειες.

Πώς αλλιώς να εξηγήση κανείς τα γλωσσολογικά λάθη του βιβλίου, αλλά και την συνεχή επανάληψι περί "Ελλήνων αλβανοφώνων", αφού οι ίδιοι οι Αρβανίτες πιστεύουν, και μάλιστα με γλωσσολογικές αποδείξεις, που έχουν από σχετικές εργασίες τους, ότι ουδείς είναι αλβανόφωνος, αλλά διατηρεί την κληρονομιά της πελασγικής πρωτογλώσσας!»


Πρώτο σχόλιο: αν κατηγορείται και ο κ. Καργάκος για έλλειψη πατριωτισμού, ζήτω που καήκαμε...

Με βάση αυτά που γράφει η κυρία, οι γλωσσολόγοι δεν θα πρέπει να μιλάνε για τα Αρβανίτικα, προτού ρωτήσουν τους ίδιους τους Αρβανίτες για το τι πιστεύουν. Οι γλωσσολόγοι μάλιστα μπορούν να κάνουν και δημοψήφισμα και, αν το αποτέλεσμα είναι το επιθυμητό, να βαφτίσουν Ελληνικά τα Αρβανίτικα. Βέβαια, οι πραγματικοί γλωσσολόγοι γνωρίζουν ότι τα Αρβανίτικα έχουν αλβανική προέλευση. Αλλά είναι λίγο δύσκολο να μάθουν την επιστημονική αλήθεια για γλωσσικά θέματα όσοι χρησιμοποιούν ελληνοκεντρικά περιοδικά σαν πηγή γλωσσολογικής γνώσης...

Γραφή

«Γραφή»

> Αποτελεί οδυνηρό ξάφνιασμα για τους αναγνώστες σας η κακοποίηση της γραφής των ονομάτων μεγάλων μορφών της παγκόσμιας λογοτεχνίας, επιστήμης ακόμα και τοπωνυμίων ξένων και ελληνικών πόλεων και περιοχών. Αναφέρω ενδεικτικά: Σέξπιρ - Βολτέρο - Λισαβόνα - Γουδί κ.λπ. Γνωρίζω ότι με νοσηρό πείσμα οι ρηξικέλευθοι διευθυντές, δημοσιογράφοι, διορθωτές κ.λπ. της εφημερίδας σας αρνούνται δικτατορικά τον σεβασμό της ορθής γραφής. Τουλάχιστον θα μπορούσαν με λατινική γραφή να ελαττώσουν το σοκ που αισθανόμαστε οι αναγνώστες.

Η απλούστερη γραφή τουλάχιστον των νεότερων δάνειων λέξεων, που αποτελούν μάλιστα κύρια ονόματα, δεν συνιστά «κακοποίηση». Ναι μεν οι περισσότεροι γράφουν Σαίξπηρ, αλλά καλό είναι να γνωρίζουν μερικοί ότι εδώ π.χ. το -η- δεν είναι καθόλου «σωστό». Το -η- συμβατικά και μόνο αντιστοιχεί στο -ea- του Shakespeare. Πραγματική ετυμολογική βάση έχει μόνο το -η- που ανήκει σε λέξη κληρονομημένη από την αρχαία Ελληνική. Άρα, το -ι- του Σέξπιρ δεν θα πρέπει να τρομάζει μερικούς. Δεν έχει επικρατήσει, αλλά δεν αποτελεί και απόκλιση από το «σωστό», γιατί εδώ - επαναλαμβάνω - το -η- στην πραγματικότητα δεν έχει ετυμολογική βάση· απλώς αντιστοιχεί στο -ea- του ξένου τύπου.

----------

> Σε εποχή που η γλώσσα υφίσταται κατρακύλα στην ασχήμια και οι αξίες ευτελίζονται, περιμένει κανείς από την "Ελευθεροτυπία" όχι πειράματα αλλά γλωσσική ποιότητα και όχι ΤΥΠΟΚΤΟΝΟΤΥΠΙΑ. Αραγε θα άρεσε στον κύριο Φυντανίδη να γράφεται το όνομά του Σεραφίμ;

Άλλος ένας άστοχος παραλληλισμός. Η λ. σεραφείμ είναι ένα από τα πολύ παλιά δάνεια της Ελληνικής. Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης (Άπαντα, τόμος 7, σελ. 35) υποστηρίζει ότι δεν θα ήταν σωστό να ακολουθηθεί η απλοποιημένη γραφή σε πολύ παλιά δάνεια (π.χ. εβραϊκές λέξεις), «όπου συχνά έχει η ιστορική ορθογραφία και πραγματική σημασία, αφού είχαν γραφή τότε οι λέξεις αυτές σύμφωνα με την προφορά τους». Άλλωστε, αυτό κάνει η ετυμολογική ή ιστορική ορθογραφία: αντανακλά την προφορά της γλώσσας σε προηγούμενη φάση της.

Άρα, το -ει- του σεραφείμ έχει ετυμολογική βάση, αλλά το -η- του Σαίξπηρ δεν έχει. Τα σεραφείμ και Σαίξπηρ αποτελούν δύο περιπτώσεις διαφορετικές μεταξύ τους και καλό είναι να μη συγχέονται.

δήλωση Β. Πολύδωρα

δήλωση Πολύδωρα

«κάθε λέξη που χάνεται, ισοδυναμεί με την απώλεια μιας μεραρχίας στρατού».

:-)

1.12.05

Τοπωνύμιο Γουδή

Μερικά σχόλια:

1. > Με την πάροδο των ετών, η λέξη Γουδή παρεφθάρη σε γουδί

Η διατύπωση αυτή είναι λίγο προβληματική. Τι σημαίνει ότι η λ. Γουδή παρεφθάρη σε γουδί; Προφανώς, η γραφή Γουδί αποκλίνει από την ετυμολογική ορθογραφία, γιατί το όνομα έχει ενταχθεί σε ένα ευρύτερο σύστημα, των ουδετέρων σε -ι-. Για τον ίδιο λόγο γράφουμε φαΐ και φιλί, ενώ τα δύο αυτά ονόματα προέρχονται από τα απαρέμφατα φαγείν και φιλείν , δηλ. θα έπρεπε να γράφονται με -ει-, αν εφαρμοζόταν απόλυτα η ετυμολογική αρχή.


2. > και έτσι δημιουργούνται τα απαράδεκτα γλωσσικά λάθη για το τοπωνύμιο Γουδή (π.χ. το γουδί το γουδοχέρι, του γουδιού, του γουδίου).

Τα υποτιθέμενα αυτά λάθη είναι γλωσσικά ή μόνο ορθογραφικά; Δηλ. οι τύποι του Γουδιού ή Γουδίου είναι εσφαλμένοι; Η απορία μου είναι απλή: το συγκεκριμένο τοπωνύμιο δεν έχει γενική πτώση; Και, αν ναι, πώς σχηματίζεται και πώς γράφεται;


3. > Σύμφωνη γνώμη για τη γραφή Γουδή εκφράζουν γνωστοί ερευνητές π.χ. γλωσσολόγοι, ιστοριοδίφες κ.λπ., καθώς και σημαίνουσες προσωπικότητες της πολιτειακής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου.

Ας μου επιτραπεί να πω ότι ένα ορθογραφικό θέμα είναι κυρίως γλωσσολογικό. Δεν είναι αρμόδιοι να αποφανθούν γι'αυτό ερευνητές άλλων κλάδων, όπως οι ιστοριοδίφες. Ούτε φυσικά οι «σημαίνουσες προσωπικότητες της πολιτειακής, πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου», όσο «σημαίνουσες» κι αν είναι.


4. > Αλήθεια, πώς θα φαινόταν αν π.χ. η Αθήνα ξαφνικά από κάποιο λάθος παρεφθείρετο και γραφόταν Αθίνα;

Ο παραλληλισμός των δύο περιπτώσεων δεν είναι εύστοχος. Η γραφή Γουδί έχει βάση, την ένταξη του ονόματος ως προς τη γραφή του σε ένα ευρύτερο σύστημα, των ουδετέρων σε -ι-. Η γραφή *Αθίνα πώς μπορεί να δικαιολογηθεί και πώς σχετίζεται με το θέμα του τοπωνυμίου Γουδί;

Εδώ παραθέτω ένα κείμενο από τον έβδομο τόμο των Απάντων του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, για να φανεί ότι τα θέματα αυτά έχουν συζητηθεί πιο παλιά από όσο ίσως φαντάζονται μερικοί. Αναφερόμενος στην ετυμολογική αρχή, γράφει ο Μ.Τ. (σελ. 102):

«εφαρμόζοντας την ίδια αρχή κι ο Λάμπρος στα τοπωνυμικά σε -ι που γεννήθηκαν από ονόματα προσώπων τα γράφει με -η· [...] "Kακώς κάκιστα γράφεται Χαλκούτσι το Χαλκούτση, έτι δε χείρον Καπανδρίτιον το Καπανδρίτη... Πρέπει να γράφωνται δια του -η, άτε προφανώς προερχόμενα εκ της γενικής των ονομάτων εις -ης". Έτσι γράφει ο Λάμπρος Κομπότη, Κασίμη [...], Περιστέρη [...], Τατόη [...] κ.τ.λ. και κοντά σ’ αυτά το Σούλι, Μενίδι κ.τ.λ. Μα πώς θα έγραφε τις γενικές Τατο(γ)ιού, Περιστεριού κ.τ.λ.;».


Πώς γράφεται η γενική του τοπωνυμίου Γουδή;