26.5.06

ελληνική η λέξη μπακλαβάς!

Ο Ελληνοτρίβης ξανακτυπά και διαλύει τας ψευδείς ετυμολογήσεις εις Λυσίειον υπέρ του αδυνάτου λόγον.

Ου πολλού δέω χάριν έχειν, ω συμπαρετυμολογούντες, τοις Τούρκοις μπακλαβατζήδαις ότι μοι παρεσκεύασαν τον ετυμολογικόν λόγον τουτονί.
Πρότερον γαρ ουκ έχων πρόφασιν εφ’ ης του μπακλαβά λόγον δοίην νυνί διά τούτους είληφα. Και πειράσομαι τη παρετυμολογία, τον μεν μπακλαβάν επιδείξαι ελληνικώτατον, τον δε τουρκικόν ελληνικήν έχοντα την καταγωγήν. Διά γαρ ουδέν άλλο μοι δοκεί παρασκευάσαι τονδε τον πόλεμον οι Τούρκοι μπακλαβατζήδαι ή διά φθόνον.

Πρώτον γαρ η λέξις ελληνικώ χρήται τω ετύμω.
Δήλον ότι εκ της φράσεως «εμπακλαβάς πλακούς» η λέξις, δι’ ουσιαστικοποιήσεως κατά το γλωσσικώς ειωθός της επιθετικοπεποιημένης μετοχής εμπακλαβάς, -άντος, κατά τα γνωστά τοις πάσι «ηλεκτρικό» αντί του «ηλεκτρικού ρεύματος», «χωριάτικη» αντί του «χωριάτικη σαλάτα (*εν-σαλάδα)», «ποντικός» και «αρουραίος» αντί των «ποντικός μυς» και «αρουραίος μυς» και ούτω καθ’ εξής.
Η δε μετοχή «εμπακλαβάς» σύνθετον εκ συναρπαγής εστί, εκ των έμπα (άλλου τύπου του έμπας «πλήρως, εντελώς», διά σιγήσεως του ατόνου αρκτικού ε ψιλού) + κλα- (θέματος του ρήματος κλάω «θραύω, σπάζω», «τεμαχίζω») + βας (μετοχής του έβην), συνεπώς μπακλαβάς εστί «ο πλακούς όστις έβη πλήρως τετεμαχισμένος», διότι ρομβοειδώς κατατεμαχίζει τις τον τοιούτον πλακούντα κατά την εντάψωσιν αυτού.
Η ετυμολόγησις ταύτη σύμφωνος προς πάσαν γλωσσολογικήν μέθοδον εστί, πάντα δε τα στοιχεία αυτής τω όντι εύρηνται εν πάσι λεξικοίς της αρχαίας ημών γλώσσης.

Τούτων δοθέντων, πάσα ετέρα τις ετυμολόγησις, ως και η πρότερον αναρτηθείσα εν Περιγλωσσίω, καίτοι ελληνοπρεπής και γλωσσαμυντορική, καθίσταται αυτόχρημα και προδήλως απορριπτέα.

Ελληνοτρίβης

(για την αντιγραφή: αυτόχθων)

14.5.06

Πάρτε ένα γλυκάκι, μη ντρέπεστε

Λοιπόν, πρέπει να κάνουμε κάτι και για την άλλη μεγάλη μάχη του Ελληνισμού, τον μπακλαβά. Εγώ λέω ότι είναι από το αρχαίο "πλακούς" (γλυκό γνωστό και από τον Αριστοφάνη) και βγαίνει κάπως έτσι:

Ο πλακούντας εύκολα γίνεται *πλακούας με εξασθένηση και σίγηση του ενδοφωνηεντικού [d] (ε;). Εξίσου εύκολα αυτό γίνεται *πακλουάς με μετάθεση -αλματική πάθησις, πβ. φαλακρός>καραφλός- και αλλαγή τόνου (ε, τώρα να την εξηγάμε κι αυτήν;). Μετά σκουραίνουν λίγο τα πράγματα, πέφτει σιρόπι, τα λιγώνει και τα συσκοτίζει. Πιστεύω πως γίνεται μια ημιφωνοποίηση του [u] και αναπτύσσεται για προφανείς λόγους ευφωνίας ένα [a], τουτ'έστιν: *πακλαwάς. Και μετά, με επίδραση της αιτιατικής (τον πακλαβά=[to(m)bakla'va]), βγήκε αυτό που βγήκε. Διαθέτομεν και λίστα για ψώνια της γιαγιάς μου όπου αναγράφεται ευκρινώς: "φίλο για πακλαυά". Είναι φανερό ότι, όπως το μέλι συνάπτει το φύλλο με τα καρύδια, έτσι και η ελληνική γλώσσα συνάπτει αιτιακώς και φυσικώς το σημαίνον προς το σημαινόμενό του (αλλά περισσότερα γι'αυτό στο επόμενα -ελπίζω, κάποτε).

Δεν ξέρω, ο Ελληνοτρίβης δέχεται παραγγελίες; Προσβλέπω και πάλι στην ακρίβεια και την έμπνευσή του. Εγώ απλώς μια πρόταση κάνω, άλλωστε έτσι πάει η επιστήμη εμπρός.
Το παρόν γλυκάκι το κερνάμε για την ονομαστική εορτή του αυτόχθονος. :)

3.5.06

ελληνικό το όνομα Μπαμπαγκίντα!

Το κάτωθι άρθρο προτείνεται να διαβαστεί ως συνέχεια ενός παλαιοτέρου: ελληνική η λέξη τσουνάμι !

«Ω, άνδρες συμπαρετυμολογούντες,


Δίδωμι τήμερον υμίν καινοφανή ετυμολογίαν καταδεικνύουσα την ελληνικήν προέλευσιν του ανθρωπωνυμίου Μπαμπαγκίντα, όπερ ως γνωστόν κατέστη σύνθημα (χύδην: σύρμα) ωτινι οι της Βαρβακείου αγοράς κρεωπώλαι χρώμενοι την έλευσιν αγορανομικών ελεγκτών αλλήλοις ανήγγειλλον.

Ως γνωστόν και τοις μη μεμυημένοις έτι, πάσα λέξις ελληνικήν έλκει την καταγωγήν. Χρέος δ’ ημίν εστι, η ανακάλυψις και προβολή της πραγματικότητος ταύτης πάσι τοις Έλλησι, οίτινες διαφθαρέντες από χρόνου μακρού γλωσσικώς, εν αφασία τελούντες, της ελληνογλωσσίας δε μη κηδόμενοι, γλωσσικώς ανδράποδα τοις Αμερικανοσιωνισταίς υπό των παγκοσμιοποιητών γεγόνασι.

Προς τι άρα γε, ω άνδρες συμπαρετυμολογούντες, οι Ελληνοτραφείς κρεωπώλαι της ούτω καλουμένης Βαρβακείου Αγοράς τω ανθρωπωνυμίω Μπαμπαγκίντα δίκην συνθήματος εχρώντο;

Δήλον γαρ ότι την απωτέρα ελληνικήν αυτού προέλευσιν ειδότες την αλήθειαν ταύτην μυστικώς τε και συνθηματικώς ως σύγχρονοι Ελληνομύσται διελάλουν τοις αμυήτοις μεν, συναφές δε σύνθημα τη Βαρβακείω Αγορά εν ταυτώ εχρώντο.

Διότι Μπαμπαγκίντα αρχήθεν ην ο Βαρβακείτης Έλλην, όστις εις τας της Λιβύης, τουτέστιν εις τας της Σαχαρίου Αφρικής αποικίας, υπό των ελληνοφώνων Βερβερίνων δι’ ηχηροποιήσεως βαρβαρικής Μπαρμπαγκίντης εκλήθη, είτα δε διά συμφωνικής απλοποιήσεως ένεκεν της βαρβαρικής αδυναμίας συμπροφοράς τριών διαδοχικών συμφώνων ελέχθη Μπαμπαγκίντης, διά να προσαρμοσθή τέλος αναλογικώς εις τα πολλά εκ της Κεντρώας Αφρικής εις –ίντα ανδρωνύμια. Ούτω δε εκαλούντο οι Βαρβακείται Έλληνες άποικοι της Λιβύης και της υποσαχαρίου Αφρικής και κατά τους Μέσους Χρόνους (ως κοπτικαί και αιθιοπικαί επιγραφαί τε και πάπυροι προσμαρτυρούσι), οίτινες συν τω χρόνω συνεμίγησαν τοις εντοπίοις απογόνους μέλανας μυριάδας γεννήσαντες.

Τούτων δε των θωμαστών προγόνων φερώνυμος απόγονος ο του ποδοσφαίρου μέλας αστήρ εν Πειραιεί αφίκετο, ίνα υπομνήσει διά της συνθηματικής οδού την Βαρβακείαν ελληνίδα φυλήν της αρχαίας Λιβύης και Κεντρώας Αφρικής.

Όστις δε παρά τα τεκμήρια ταύτα αλλότρια έτυμα αντεπικαλείται, δήλον ότι κακόβουλος ανθέλλην και μισέλλην εστί και ανάξιος στήναι υπό την τζιροπούλειον αιγίδα».

Συγγραφέας: Ελληνοτρίβης.