25.9.06

Ο σουγιάς και το νυστέρι: Ετυμολογικά νύγματα

Όποιος έχει δει από κοντά χειρουργικό νυστέρι συχνά εκπλήσσεται από την ομοιότητά του με τον κοινό σουγιά. Η διαφορά, όμως, φαίνεται αμέσως όταν πιάσει κανείς στο χέρι του καθένα από αυτά τα εργαλεία. Ο σουγιάς, όσο κοφτερός και αν είναι, δεν είναι σχεδιασμένος για λεπτές τομές, που να μην τρυπούν τους εν τω βάθει ιστούς κατά τη λύση τής συνέχειας του δέρματος. Για τον λόγο αυτόν, ο χειρουργός θα προτιμήσει το νυστέρι και δεν θα βασιστεί απλώς στην πείρα του. Δεν θα υποστηρίξει ότι, ως καλός γνώστης τής ανατομικής, εκείνος ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε εργαλείο.

Η ετυμολογία έχει τα γνωστικά εργαλεία της. Αυτά έχουν προέλθει, όχι απλώς από αγάπη για τη γλώσσα, αλλά από βαθιά γνώση τής δομής και της λειτουργίας της. Έχουν επαληθευτεί σε σύγχρονες ή μαρτυρημένες γλώσσες και έχουν προβληθεί μέσω της επανασυνθέσεως ή αποκαταστάσεως (γερμ. Rekonstruktion) στις αρχαίες γλώσσες. Έχουν αποδώσει καρπούς, οι οποίοι συνιστούν αυτό που αποκαλούμε επιστημονικά τεκμηριωμένη «αλήθεια».

Πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι, με αγάπη για τη γλώσσα, έχουν επίσης ασχοληθεί με την ετυμολογία. Πρόσφατα αναδημοσιεύθηκαν σε διάφορα ιστολόγια μερικές ετυμολογικές προτάσεις, οι οποίες αμφισβητούν όσα αναγράφονται στα λεξικογραφικά έργα. Επειδή η δημοφιλία των εν λόγω προτάσεων τείνει να αυξάνεται, ακόμη και σε κύκλους μορφωμένων ανθρώπων, και επειδή τα στοιχεία αυτά αναπαράγονται όσο μένουν αναπάντητα, αξίζει να σταθούμε με περισσότερη προσοχή στο εξής ερώτημα: Αντανακλούν τέτοιες προτάσεις έγκυρη ή επιφανειακή γνώση τής γλώσσας και της ιστορίας της; Είναι το υπόβαθρό τους επιστημονικό ή ιδεολογικό; Τελικά, ο συντάκτης τους κρατούσε σουγιά ή νυστέρι;

Δεν είναι δυνατόν να σχολιαστεί εδώ κάθε λέξη που περιέχεται στο υπό συζήτηση δημοσίευμα. Προτίμησα να φέρω στην προσοχή των αναγνωστών, με όση μπόρεσα σαφήνεια, μερικά από αυτά που νομίζω ότι είναι τα «σύνεργα» του ετυμολόγου, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να εργαστεί. Ο μορφωμένος και καλλιεργημένος αναγνώστης αυτού του ιστολογίου θα είναι σε θέση να αντιληφθεί πώς λειτουργεί το νυστέρι και πώς κόβει ο σουγιάς.

Στην επιστημονική ετυμολογία, όπως έχω γράψει και σε δημοσιεύματά μου, πρέπει μεταξύ άλλων να λάβουμε υπ’ όψιν τις εξής πλευρές τού ζητήματος.

1) Η μορφολογία έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από οποιοδήποτε άλλο κριτήριο επαληθεύσεως του ετύμου.
Ο μεγάλος Γάλλος γλωσσολόγος Antoine Meillet διατύπωσε επιγραμματικά την επιστημονική θέση ότι «η μορφολογία είναι το πλέον σταθερό στοιχείο τής γλώσσας, αποτελεί το επίπεδο των επιβιώσεων» (la morphologie est l’élément le plus stabile dans la langue; elle est le niveau de survivance). Ως μορφολογία εννοούμε σε γενικές γραμμές το γλωσσικό επίπεδο που αφορά στη δομή των λέξεων και στην ανάλυσή τους σε επί μέρους τεμάχια (μορφήματα, προσφύματα, τέρματα κ.ο.κ.) Μέσω της μορφολογικής ανάλυσης μπορούμε να προσδιορίσουμε τον «σκελετό»των λέξεων, τον δομικό ιστό τους. Όπως ένας σκελετός μπορεί να διατηρηθεί επί μακρόν, ακόμη και όταν η σάρκα που τον περιέβαλλε δεν υπάρχει πια, έτσι και η δομή των λέξεων μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ασφαλή συμπεράσματα για την αρχή τους, ακόμη και όταν η φωνητική τους έκφραση έχει μεταβληθεί.

Εν προκειμένω: Ποια μορφολογική ανάλυση παράγει το κανακάρης από τα αρχ. άναξ και αίρω; Έχει διαπιστώσει ο συντάκτης ότι το ουσ. άναξ (ήδη μυκηναϊκό wa-na-ka) παρήγαγε σε άλλα σύνθετα αρκτικό κ- ή χαρακτήρα θέματος -κ αντί -κτ; Το αρχ. ανάκτορον θα έπρεπε να μας είχε διδάξει πολλά σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας τής μορφολογίας, αν μελετούσαμε τη λέξη όχι μεμονωμένα, αλλά στο πλαίσιο του παραδειγματικού της προτύπου.

Περαιτέρω: Πώς έφθασε ο φοβερός καρχαρίας να σχετίζεται με τα άρχων + ρέω; Η γνώση τής μορφολογίας θα μας έδειχνε ότι όλα τα σύνθετα με β΄ στοιχείο το ρέω οδηγούν σε -ρρέω, -ρροή, -ρροια, -ρρους κ.τ.ό. Αν η γέφυρα είναι πολυσύνθετη από τα γη + επί + ύδωρ, γιατί όλα τα σύνθετα του τελευταίου αποδίδουν -υδρο(ς), -υδατος κ.τ.ό; Μήπως αυτό σημαίνει ότι το μόρφημα υδ- αποτελεί δομικό στοιχείο τού σκελετού τής λέξεως και θα αναμέναμε να επιβιώσει; Νομίζω ναι.

Αν δεν γνωρίζουμε μορφολογία, η όψη τής λέξεως μπορεί να στρεβλώσει την κρίση μας. Επειδή μας εξυπηρετεί, παίρνουμε τον μεσαιωνικό τύπο άνδρας (και όχι τον αρχ. ανήρ), για να δώσουμε την εξήγηση δρω άνω. Αμελούμε να αιτιολογήσουμε πώς το άνω, ανά υφίσταται συγκοπή προ συμφώνου. Παραλείπουμε τους επικούς και αρχαϊκούς τύπους ανέρα, ανέρες, οι οποίοι δείχνουν ότι το αρχικό θέμα ήταν *ner- και ότι το -δ- είναι ευφωνικό ένθημα (βλ. E. Schwyzer, Griechische Grammatik, τ. 1, σελ. 568). Αν όμως νομίζουμε ότι μας εξυπηρετεί, τότε μπορεί να προτιμήσουμε τον νεότερο τύπο ηλικία (αντί του αρχαιότερου ήλιξ), ώστε να προτείνουμε ήλιος + κίω, χωρίς να λάβουμε υπ’ όψιν το δομικό σχήμα που παρέχουν τα σύνθετα μεσήλιξ, ομήλιξ, ενήλιξ κ.ά.

2) Η σημασία δεν πρέπει να αποτελεί την αφετηρία τής επιστημονικής ετυμολογίας.
Η σημασία έχει χαρακτηριστεί το πιο ευάλωτο γλωσσικό επίπεδο. Ας αναλογιστούμε το εξής: Ενώ μια γλώσσα έχει περιορισμένο αριθμό φωνημάτων και μορφημάτων (δηλ. ήχων και τεμαχίων), δεν υπάρχει περιορισμένος αριθμός σημασιών που μπορούν να δηλωθούν από αυτά (A. McMahon, 1994, σελ. 185). Η αρχή τής οικονομίας, που επιτρέπει σε επτά νότες να σχηματίσουν άπειρες μελωδίες, επιτρέπει σε λίγα υλικά στοιχεία τής γλώσσας (ήχους και τεμάχια) να αποδώσουν απροσδιόριστο αριθμό σημασιών. Αν ξεκινήσουμε από τη σημασία κατά την ετυμολογική έρευνα, βρισκόμαστε σε ολισθηρό έδαφος. Είναι σαν να προσπαθούμε, παρατηρώντας τη φωτογραφία κάποιου, να υπολογίσουμε τι πραγματικά σκέφτεται.

Εν προκειμένω: Ότι το αρχ. αίρω «υψώνω, σηκώνω» δεν μπορεί να δώσει τον τύπο κάρ(ρ)ο είναι προφανές από τα γνωστά παράγωγα του ρήματος (λ.χ. άρσις, άρμα, άρδην, αιώρα κτλ.). Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε νυστέρι, πρέπει να μελετήσουμε προσεκτικά τους γειτονικούς «ιστούς» αμφοτέρων των λέξεων: Θα δούμε ότι το ρ. αίρω έχει αρχαιότερο τύπο αείρω με εμφανή ίχνη από δίγαμμα *αFερ-(βλ. J. Taillardat 1983, σελ. 21-25) και κανένα ίχνος από κ-. Αν εξετάσουμε προσεκτικά τα κείμενα, θα διακρίνουμε επίσης ότι το ελνστ. ουσ. κάρρον απαντά ήδη τον 2ο αι. π.Χ. μεταφέροντας το λατ. carrus, πράγμα που θα μας προφυλάξει από σφάλματα.

Το γεγονός ότι το ρ. είργω σημαίνει «εμποδίζω» μπορεί να θολώσει την κρίση μας, αν το θέσουμε ως αφετηρία τού ελνστ. κάτεργον «καταναγκαστική εργασία». Αν όμως δεν είχαμε βιαστεί και μοχθούσαμε περισσότερο στη μελέτη των κειμένων, θα βλέπαμε ότι ο Θεόφραστος παραδίδει ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. το επίθ. κάτεργος με τη σημ. «καλλιεργημένος αγρός». Επιπρόσθετα, το να γράφουμε ότι Ναπολέων σημαίνει νάπη + λέων κτλ. ισοδυναμεί με το να αποδίδουμε εκ των υστέρων χαρακτηριστικά στην ονοματοδοσία, κόβοντας όπως-όπως τις λέξεις, για να ταιριάζουν με την κατασκευή μας. Αν το κάνουμε αυτό, υποπίπτουμε σε θεμελιώδες σφάλμα και η κατασκευή μας είναι λογοπαίγνιο, όχι επιστημονική ετυμολογία.

3) Η αρχή τής ομοχρονίας είναι αποφασιστικός παράγοντας στην επαλήθευση του ετύμου.
Απαραίτητη προϋπόθεση για να τεκμηριώσουμε την άμεση παραγωγή ενός τύπου από άλλον είναι να αποδείξουμε ότι αμφότεροι συνυπήρξαν (όντως ή δυνάμει) σε δεδομένη συγχρονία. Αν υποθέσουμε δανεισμό, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η εισαγωγή ενός δανείου προαπαιτεί δίγλωσσους ή αμφίγλωσσους ομιλητές, οι οποίοι έχουν επαφή και με τα δύο γλωσσικά στρώματα. Η αναγωγή ενός νεοελληνικού ή μεσαιωνικού τύπου σε αρχαϊκό ή ομηρικό χωρίς τεκμηρίωση των ενδιαμέσων σταδίων αποτελεί, ας μου επιτραπεί, σοβαρό μεθοδολογικό σφάλμα.

Αυτό συμβαίνει, εν προκειμένω, όταν γράφουμε ότι το αρχαϊκό αυς, αυτός έδωσε το μεσαιωνικό αφτί αυτί), αδιαφορώντας για την απουσία τού αρχαϊκού αυς από τα κείμενα κατά τους αιώνες που πέρασαν και παραθεωρώντας τον τρόπο με τον οποίο αποκρυσταλλώθηκαν οι αρχαίες δίφθογγοι. Το εβρ. Yerushalayim «Ιερουσαλήμ» ανήκει στη Βιβλική Εβραϊκή τού 11ου αι. π.Χ. και αστοχούμε σοβαρά όταν γράφουμε ότι το ελνστ. Ιεροσόλυμα δηλώνει το ιερόν τού Σολύμου, ενώ είναι φανερό ότι αποδίδει το εβραϊκό τοπωνύμιο με παρασύνδεση (παρετυμολογία) προς το επίθ. ιερός. Αν δεν εξετάζουμε την ιστορία των λέξεων, διατυπώνουμε την άποψη ότι το ιγμόρειο παράγεται από το ίγμα «ίζημα». Αν όμως είχαμε εργαστεί συστηματικά, θα είχαμε προσέξει ότι ο πρώτος που έγραψε για τα ιγμόρεια ήταν ο Άγγλος γιατρός Highmore, του οποίου το όνομα μεταφέρθηκε τον 19ο αιώνα ατελώς με αυτόν τον τύπο (οπτικό δάνειο).

Για να γεφυρώσουμε τη χρονική απόσταση, δεν αρκεί απλώς η καλή μας πρόθεση. Ότι η λ. ομπρέλα έχει ομοιότητες προς το αρχ. όμβρος δεν θα πρέπει να μας κάνει να αγνοήσουμε την απόσταση που χωρίζει τις λέξεις και το ανερμήνευτο επίθημα -έλα, που αφήσαμε στην άκρη ως επιστημονικώς ανεξιχνίαστο. H επιστημονική χρήση των ετυμολογικών εργαλείων ανασυνθέτει την ιστορία τής λέξεως: το ιταλ. ombrella προέρχεται από το λατ. umbrella, υποκοριστικό τού umbra «σκιά».

Σκοπός τού παρόντος κειμένου δεν είναι να θίξει την καλή πρόθεση ή τις ιδέες όσων διατυπώνουν τέτοιες προτάσεις. Όμως, αν κάποιος αγκιστρωθεί σε ένα ιδεολόγημα, επειδή σε αυτό έχει επενδύσει ψυχικά, αυτό αποτελεί εχέγγυο επιστημονικής εγκυρότητας; Αν κάποιος παραγνωρίζει ή παραβλέπει τα επιστημονικά εργαλεία τής ετυμολογίας, το πιθανότερο είναι να πλήξει ή να κόψει άσχημα με τον σουγιά, επειδή δεν ξέρει ότι υπάρχει νυστέρι ή δεν έμαθε πώς να το χειριστεί.

Dr Moshe

Βιβλιογραφικές πηγές
Beekes R.S.P.,1995: Comparative Indo-European Linguistics: An Introduction (ελλ. μτφρ. Θεσσαλονίκη 2004).

Guiraud P., 19794: L’étymologie. Paris.

Καραντζόλα Ε. & Α. Φλιάτουρας, 2004: Γλωσσική Αλλαγή. Αθήνα.

Lass R., 1997: Historical Linguistics and Language Change. Cambridge.

McMahon A., 1994: Understanding language change. Cambridge.

Meier H., 1986: Prinzipien der etymologischen Forschung. Romanistische Einblicke. Heidelberg.

Meillet A., 1925: La méthode comparative en linguistique historique. Oslo.

Μωυσιάδης Θ., 2005: Εισαγωγή στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Ετυμολογία. Αθήνα.

Μωυσιάδης Θ., 2005: «Ιεράρχηση κριτηρίων στην ετυμολογική έρευνα», Proceedings of the 7th International Conference on Greek Linguistics. York (UK).

Ράλλη Α., 2005: Μορφολογία. Αθήνα.

Taillardat J., 1983: «Αίρω et αιωρέω», στη Revue de Philologie 57. Paris.

11.9.06

Ουδείς αντέστη...

Τρεις φορές είπε χτες ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του «να παράξει». Το κακό έφτασε ήδη στην κορυφή, στην κεφαλή. Φοβάμαι πως είναι πια αδύνατη η οποιαδήποτε αναχαίτιση στα γυμνάσια και στα λύκεια με όπλα τα παραπάνω αρχαία μας ελληνικά, όταν ο εχθρός έχει ήδη κατασκηνώσει στο Μαξίμου. Παρά την εμπιστοσύνη που προφανώς παρέχει στην ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και τους συμβούλους του που φιλότιμα φέρνουν τη μέση εκπαίδευση κοντύτερα στην καλλιέπεια και την ορθοέπεια διά της αρχαίας γραμματικής, ο ίδιος ο επικεφαλής της κυβέρνησης (από αμέλεια ή λήθη της αρχαίας γραμματικής;) νομιμοποιεί ένα ήδη γενικευμένο πλην ασύγγνωστο λάθος και θα κάνει την γνωστή καθηγήτρια-σύζυγο Γενικού να βουρκώνει ακόμα πιο πολύ όταν θα ξαναλέει στο Αρχονταρίκι ότι «όλοι πια λένε να παράξει αντί του ορθού να παράσχει (sic –ε, γίνονται αυτά εν τη ρύμη και τη συγκινήσει του λόγου)».

Σοβαρολογώντας, θα λέγαμε ότι έχουμε ακόμα μια τρανή επιβεβαίωση ότι η γλωσσική ρύθμιση είναι ανώφελη και πως, παρά το ότι διάγουμε καιρούς γλωσσικής υπερευαισθησίας και κινημάτων γλωσσικής παλινόρθωσης (Γλωσσικές Κληρονομιές, Κιβωτοί, Χάρτες και σία), ο αναλογικός τύπος θα ξεπηδήσει και από τα πιο επίσημα χείλη, ακόμα κι αν αυτά στη διάρκεια της ίδιας ομιλίας θα θυμηθούν π.χ. ότι η Ελλάδα είναι «Ελλάς». Όχι βεβαίως ότι ο κύριος Καραμανλής είναι ο κανόνας… Πλάκα κάνω με το περί «νομιμοποίησης». Απλώς, ο σημερινός πρωθυπουργός προέρχεται από έναν χώρο που γενικά δεν δυσκολεύεται στους λογιοτατισμούς, γι’ αυτό και το σημερινό μού δείχνει ότι το «παραγάγω» είναι ήδη αρκετά δύσκολο ακόμα και για έναν συντηρητικό (ομιλητή).

Το πρόβλημά μου είναι άλλο: αναρωτιέμαι αν ο πρωθυπουργός, που χτες παρεμπιπτόντως ήταν πολύ πρόσχαρος, με τα χωρατά του και τα β’ ενικά του στους δημοσιογράφους (ήταν συμμαθητής με όλους;), γνωρίζει σε ποιο ιδεολόγημα έχει στηρίξει εν πολλοίς το σημερινό Υπουργείο Παιδείας τη δομή του προγράμματος σπουδών στη Μέση Εκπαίδευση. Ως μέτρο για την καλύτερη γνώση και χρήση των (νέων προφανώς) ελληνικών από τους νέους, έχει εφαρμοστεί η αυξημένη σε ώρες και ύλη διδασκαλία αρχαίων ελληνικών σε όλες τις τάξεις γυμνασίου-λυκείου. Το άτοπο του πράγματος και η αντίφαση νομίζω ότι είναι προφανής από τον τρόπο που έγραψα την προηγούμενη πρόταση. Ωστόσο, λίγοι πραγματικά ενοχλούνται από το σκεπτικό του υπουργείου, γιατί λανθάνει η αιώνια παρεξήγηση ότι η (καλή) γνώση της νεοελληνικής γλώσσας προϋποθέτει τη γνώση της αρχαίας, ότι η σύγχρονη γλώσσα είναι αδύναμη και μετέωρη και ανολοκλήρωτη χωρίς το παρελθόν της. Αυτό που συνήθως παίρνει τη μορφή του αξιώματος: «τα αρχαία είναι η βάση για τα νέα» (με συχνή προέκταση: «τα αρχαία είναι η βάση για κάθε επιστήμη»).

Το θέμα είναι πολυσυζητημένο και είναι κοινός τόπος για τους γνωρίζοντες ότι η Νέα Ελληνική είναι, φυσικά, ένα αυτοτελές γλωσσικό σύστημα (πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;), όπως κάθε φυσική γλώσσα. Νομίζω πως είναι καιρός αυτή την κοινοτοπία που είπα να αρχίσει να την υποψιάζεται και η εκπαιδευτική μας πραγματικότητα. Δεν θα φέρω αντίρρηση σε όποιον μού πει ότι η νεοελληνική γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί ο μέσος μορφωμένος νεοέλληνας ενσωματώνει πολλά λόγια γλωσσικά στοιχεία και ότι, επομένως, γνώση της μητρικής γλώσσας προϋποθέτει/σημαίνει γνώση και αυτών των στοιχείων. Δεν υπάρχει άλλωστε σύγχρονη γλώσσα με μια κάποια ιστορία που να μην έχει κατάλοιπα –συχνά αναφομοίωτα- της διαχρονίας, του γλωσσικού της παρελθόντος (π.χ. τα ανώμαλα ρήματα της αγγλικής). Γιατί να πρέπει ο έλληνας μαθητής να πρέπει να μάθει ολόκληρη την αρχαία γραμματική, με το σκεπτικό ότι αλλιώς δεν έχει ελπίδα να μάθει την κλίση του «συνήθους», το «να συμμετάσχω» και άλλα πολλά; Δηλαδή είναι «αρχαία» αυτά; Όλοι αυτοί που κόπτονται για την ορθοέπεια, ειδικά στο λόγιο σκέλος του λεξιλογίου και της γραμματικής δομής, γιατί πιστεύουν ότι όλα αυτά δεν μπορούν και δεν πρέπει να διδαχθούν στο πλαίσιο του μαθήματος της μητρικής γλώσσας; Και πώς θα ξέρει ο μαθητής ποια στοιχεία από την κλίση της αρχαίας ελληνικής πρέπει να περάσει/ να κρατήσει στη δική του έκφραση, προφορική και γραπτή; Πώς θα κάνει την επιλογή, χωρίς να μπερδευτεί; Πολύ πρωτότυπος ομολογουμένως τρόπος να βοηθήσεις κάποιον να «συνειδητοποιήσει και να διευρύνει τον γλωσσικό του κώδικα» (όπως ορίζονται οι διδακτικοί στόχοι της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας): βάζοντάς του τρικλοποδιές. Συνήθως, το πέρασμα αυτό από τα αρχαία στα νέα –και δικαίως- δεν γίνεται. Η διδασκαλία όμως των γλωσσικών μαθημάτων επιμένει να γίνεται έτσι, που κανείς να μην ξέρει, διαβάζοντας π.χ. τα σχολικά βιβλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας του γυμνασίου, ποιες είναι οι αρχαίες και ποιες οι νέες σημασίες και χρήσεις σε λέξεις και γραμματικούς τύπους.

Νομίζω ότι στη διδασκαλία του γλωσσικού μαθήματος αντανακλάται ακριβώς η ιδεοληψία (και μειονεξία) ότι η νέα ελληνική είναι μισερή. Για να «μιλάμε καλύτερα», στην πραγματικότητα αδυνατίζεται και υπονομεύεται το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας. Δεν ξέρω αν οι μαθητές, με μια καλύτερη και εκσυγχρονισμένη διδασκαλία της νεοελληνικής γραμματικής, θα μάθαιναν τον τύπο «παραγάγω» και τη διάκρισή του από το «παράγω» -ίσως και όχι, ίσως η γλωσσική μεταβολή να πήρε ήδη τον δρόμο της*. Όμως, η όποια προσπάθεια θα ήταν λογικό από εκεί να ξεκινήσει. Μια ιδέα ρίχνω για την Γλωσσική Κληρονομία και για τον αγώνα της, τώρα που ένας δυνατός πυλώνας (ο ίδιος ο πρωθυπουργός) κλονίζεται.

*Προς το παρόν, το google δείχνει μια μη αμελητέα επίδοση του "παραξ-" σε κάποια πρόσωπα, κυρίως σε πιο καθημερινά κείμενα. Υπάρχει όμως σαφής διτυπία ακόμα και στο γ' προσ. εν/πληθ., όπου το "παραγαγ-" ακόμα κερδίζει, με πολλές εμφανίσεις σε κείμενα πιο επίσημα και άρα απρόσωπα/τριτοπρόσωπα. Δυσκολεύομαι να πω οποιοδήποτε συμπέρασμα.