21.2.10

σχετικά με τις λέξεις σουβλάκι και καλαμάκι

σουβλάκι το [...] μικρά κομμάτια κρέατος περασμένα σε μικρή και λεπτή βέργα (σε μικρή σούβλα) για να ψηθούν: Ψήνω σουβλάκια στα κάρβουνα. Mια μερίδα ~. [μσν. σουβλάκι < σούβλ(α) -άκι] (ΛΚΝ).

σουβλάκι (το) [...] 1. (α) ξύλινη ή μεταλλική λεπτή και μικρού μήκους βέργα που χρησιμοποιείται ως σούβλα (β) μικρή σούβλα 2. φαγητό παρασκευασμένο από κρέας ή περισσότερα υλικά κομμένα σε μικρά κομμάτια (συνήθ. κύβους) και περασμένα σε λεπτή και μικρού μήκους ξύλινη βέργα (καλαμάκι) ή σε μικρή σούβλα• ψήνονται στη σχάρα ή σε γκριλ και προσφέρονται σκέτα ως ορεκτικό ή ως κύριο πιάτο με συμπληρωματικό γαρνίρισμα: σουβλάκια με θαλασσινά || ~ κοτόπουλο / ξιφία || ~ ξυλάκι / καλαμάκι 3. πρόχειρο φαγητό από κομμάτια κρέατος (ψημένα με τον παραπάνω τρόπο) ή από γύρο (βλ.λ.) ή από μπιφτέκι τοποθετημένο μέσα σε μικρή στρογγυλή πίτα μαζί με άλλα υλικά, όπως ντομάτα, κρεμμύδι, τζατζίκι κ.λπ.: ~ με διπλή πίτα / απ' όλα κομπλέ, δηλ. με όλα τα συνοδευτικά) / χωρίς κρεμμύδι. [ETYM. μεσν., υποκ. τού σούβλα] (ΛΝΕΓ2).

καλαμάκι το YΠOKOP 1. μικρό καλάμι. 2. μικρός πλαστικός ή γυάλινος σωλήνας με τον οποίο ρουφούν ένα υγρό: Πίνω την πορτοκαλάδα / το γάλα / τον καφέ με το ~. [...] (ΛΚΝ).

καλαμάκι (το) [...] 1. (α) το μικρού μεγέθους καλάμι (β) μακρόστενο αιχμηρό και λεπτό ξυλάκι στο οποίο περνιούνται κομμάτια κρέατος (συχνά και λαχανικών) για ψήσιμο σε σχάρα (γ) (συνεκδ.) κρέας που ψήνεται στη σχάρα περασμένο σε ξυλάκι: ~ με πίτα 2. (συνήθ.) λεπτό, πλαστικό σωληνάκι για την πόση χυμών, αναψυκτικών, ποτών κ.λπ. [...] (ΛΝΕΓ2).

Σε γενικές γραμμές, οι διαφορές στα προαναφερθέντα ερμηνεύματα των λημμάτων σουβλάκι και καλαμάκι στα δύο λεξικά, το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ2, αντικατοπτρίζουν τις γλωσσικές διαφορές μεταξύ Θεσσαλονίκης και Αθήνας ως προς τη χρήση των αντίστοιχων λέξεων. Αφενός, στη Θεσσαλονίκη η λέξη σουβλάκι χρησιμοποιείται με τη σημασία του γνωστού εδέσματος από μικρά κομμάτια κρέατος κτλ. Επίσης, η λέξη καλαμάκι σημαίνει είτε το μικρό καλάμι είτε το καλαμάκι του φραπέ κτλ. Αφετέρου, στην Αθήνα σουβλάκι σημαίνει επιπλέον και το γνωστό έδεσμα με πίτα και κρέας, γύρο ή μπιφτέκι και με άλλα συνοδευτικά υλικά ως γέμιση. Επίσης, η λέξη καλαμάκι δηλώνει το ξυλάκι από το σουβλάκι και, συνεκδοχικά, το ίδιο το κρέας.

Μερικοί Θεσσαλονικείς και Αθηναίοι συχνά περιπαίζουν οι μεν τους δε για τα διαφορετικά αυτά γλωσσικά στοιχεία της κάθε πλευράς. Αν βάλει κανείς στο google λέξεις-κλειδιά όπως σουβλάκι και καλαμάκι, θα ανακαλύψει έντονες συζητήσεις με εκατέρωθεν αρνητικά, ειρωνικά κτλ. σχόλια. Τα αίτια της αντιδικίας αυτής χονδρικά είναι δύο, ένα γενικό και ένα ειδικό. Γενικά, αντιμετωπίζεται με προκατάληψη οτιδήποτε διαφορετικό, φυσικά όχι μόνο σε επίπεδο γλώσσας. Συνήθως θεωρεί κάποιος κανονικό γλωσσικό στοιχείο ό,τι έχει συνηθίσει να λέει και να ακούει ο ίδιος και απόκλιση από τον κανόνα όποιο στοιχείο της γλώσσας (λεξιλογικό, συντακτικό, σημασιολογικό κ.ά.) δεν του είναι οικείο. Ας πάρουμε ως παράδειγμα το «τυλιχτό» σουβλάκι. Μπορεί κανείς να παραγγείλει το συγκεκριμένο έδεσμα στη Θεσσαλονίκη και ως σάντουιτς, πράγμα που ξενίζει τους Αθηναίους, ενώ στην Αθήνα και ως σουβλάκι, κάτι που παραξενεύει τους Θεσσαλονικείς. Ειδικότερα, στην αντιδικία μεταξύ κατοίκων των δύο πόλεων ως προς τις γλωσσικές τους διαφορές στα ονόματα των φαγητών και σε άλλες περιπτώσεις παίζει ρόλο και η γλωσσολογική άγνοια των περισσότερων συνομιλητών, η άγνοιά τους για τον τρόπο λειτουργίας και εξέλιξης της γλώσσας. Είναι χαρακτηριστικό ότι όσοι ανήκουν στην καθεμιά από τις δύο πλευρές συχνά ισχυρίζονται ότι εκείνοι μιλάνε σωστά και οι άλλοι εσφαλμένα. Για παράδειγμα, οι Θεσσαλονικείς συνήθως ασκούν αρνητική κριτική για σημασίες και χρήσεις των λέξεων σουβλάκι και καλαμάκι στην Αθήνα -εν συνεχεία, θα δούμε γιατί δεν στέκουν τα επιχειρήματά τους. Αλλά και οι Αθηναίοι πολλές φορές αξιολογούν αρνητικά λ.χ. διάφορα ιδιωματικά στοιχεία που ανήκουν στα βόρεια ιδιώματα και χρησιμοποιούνται στη Θεσσαλονίκη, όπως η γνωστή σύνταξη με λες αντί για μου λες της Κοινής Νέας Ελληνικής. Δεν γνωρίζουν ότι η γλωσσολογία δεν αξιολογεί αρνητικά τα διαλεκτικά ή τα ιδιωματικά στοιχεία μιας γλώσσας, αγνοούν ότι δεν υπάρχει κανένα αντικειμενικό, επιστημονικό, γλωσσολογικό κριτήριο για μια τέτοια, αρνητική αξιολόγηση. Φυσικά, συνήθως αντιμετωπίζονται με προκατάληψη όλα τα στοιχεία που αποκλίνουν από την Κοινή Νέα Ελληνική, δηλ. όχι μόνο των βορείων ιδιωμάτων -πρόκειται για γενικότερο φαινόμενο. Προκατειλημμένος για διαλεκτικά ή ιδιωματικά στοιχεία μπορεί να είναι ένας ομιλητής της Κοινής Νέας Ελληνικής μη εξοικειωμένος με αυτά. Αλλά και ένας ομιλητής μιας διαλέκτου ή ενός ιδιώματος μπορεί να είναι προκατειλημμένος για γλωσσικά στοιχεία μιας άλλης διαλέκτου ή ενός άλλου ιδιώματος.

Βασικός σκοπός του παρόντος κειμένου είναι να αποδειχθεί ότι τα επιχειρήματα που επικαλούνται μερικοί Θεσσαλονικείς σχετικά με τη χρήση των λέξεων σουβλάκι και καλαμάκι στην Αθήνα είναι αβάσιμα. Τις τελευταίες μέρες ανέτρεξα σε διαδικτυακές συζητήσεις και κατέγραψα στοιχεία σχετικά με το συζητούμενο θέμα, τα οποία θα παραθέσω ακολούθως. Να διευκρινίσω ότι κάθε άλλο παρά με ενοχλεί το χιούμορ με το οποίο μερικές φορές αντιμετωπίζονται αυτές οι γλωσσικές διαφορές. Μου φαίνονται λ.χ. πολύ αστείες μερικές δημοσιευμένες φωτογραφίες όπου μέσα σε ένα «τυλιχτό» σουβλάκι έχει τοποθετηθεί ένα καλαμάκι του φραπέ. Δεν με πειράζουν αυτά τα αστεία. Με ενοχλεί η εσφαλμένη εντύπωση που έχουν μερικοί Θεσσαλονικείς ότι οι Αθηναίοι δεν μιλάνε σωστά στην περίπτωση των επίμαχων ονομάτων μερικών φαγητών.

Ορισμένοι Θεσσαλονικείς προβάλλουν το έωλο επιχείρημα ότι η λέξη σουβλάκι σημαίνει μόνο «σουβλισμένα κομμάτια κρέατος σε ξυλάκι», άρα ότι δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη λέξη για το «τυλιχτό», για το έδεσμα με την πίτα και τη γέμισή της δηλ. Απευθυνόμενοι στους Αθηναίους αναρωτιούνται μάλιστα σχετικά με το τυλιχτό σουβλάκι: «πού την είδατε τη μικρή σούβλα;». Μα εδώ πρόκειται απλούστατα για επέκταση της αρχικής σημασίας της λέξης σουβλάκι. Το προαναφερθέν επιχείρημα δηλώνει τη μη αποδεκτή γλωσσολογικά σύγχυση συγχρονίας και διαχρονίας. Σε συγχρονικό επίπεδο, σουβλάκι στην Αθήνα σημαίνει και το «τυλιχτό», αυτό με την πίτα. Στην περίπτωση του «τυλιχτού» έχει ξεχαστεί η έννοια του «σουβλίζω» και η λέξη σουβλάκι δηλώνει πλέον και το έδεσμα με την πίτα. Χρόνια τώρα με αυτήν κυρίως τη σημασία λέγεται η λέξη σουβλάκι στην Αθήνα και τον Πειραιά. Αν χρειαστεί, χρησιμοποιείται ο όρος καλαμάκι, για να γίνει η αντιδιαστολή με το «τυλιχτό». Η γλώσσα είναι μέσο επικοινωνίας και ποτέ δεν είχαμε πρόβλημα στη μεταξύ μας συνεννόηση. Επαναλαμβάνω ότι αναφερόμενοι στο λεγόμενο τυλιχτό σουβλάκι έχουμε ήδη ξεχάσει την έννοια του σουβλίσματος. Όσο για τη μικρή σούβλα, πουθενά δεν την είδαμε στο τυλιχτό σουβλάκι. Το υποκοριστικό του ουσιαστικού σούβλα στη Νέα Ελληνική είναι σουβλίτσα και όχι σουβλάκι, όπως ήταν στη Μεσαιωνική. Σουβλάκι σημαίνει ένα Α έδεσμα και, με σημασιολογική επέκταση, ένα Β έδεσμα.

Σχετικά με αυτήν τη μεταβολή της σημασίας, μια εύλογη υπόθεση είναι ότι τα κομματάκια κρέατος, που κάποτε λέγονταν σουβλάκι, έδωσαν αυτήν την ονομασία τους στο έδεσμα με την πίτα, αφού αποτέλεσαν τη γέμισή της μαζί με συνοδευτικά. Είναι εύλογο να υποθέσουμε δηλ. ότι η σημασιολογική μεταβολή βασίστηκε στη σχέση περιέχοντος-περιεχομένου. Σημειώνω παρενθετικά το εξής σχετικό παράδειγμα: το ρολόι του Πειραιά ήταν ένα νεοκλασικό κτίριο το οποίο στέγαζε το δημαρχείο της πόλης και κατεδαφίστηκε επί δικτατορίας (είναι το κτίριο που φαίνεται στην απρόμαυρη φωτογραφία, στην κορυφή της σελίδας του ιστολογίου, κάτω από τον τίτλο Περιγλώσσιο!). Στον πύργο του κτιρίου, όπως φαίνεται στη φωτογραφία, είχε τοποθετηθεί πράγματι ένα ρολόι, που έδωσε την ονομασία του σε όλο το κτίριο. Όταν ένας Πειραιώτης έλεγε ότι πηγαίνει στο ρολόι, δεν εννοούσε φυσικά τη συσκευή αλλά το κτίριο. Και όταν λέμε ότι γκρέμισαν το ρολόι, εννοούμε φυσικά ότι κατεδάφισαν το κτίριο. Ρολόι δηλ. σήμαινε όλο το κτίριο και όχι μόνο το ρολόι που υπήρχε στον πύργο του κτιρίου. Για την ερμηνεία της σημασιολογικής μεταβολής της λέξης σουβλάκι ας μην επεκταθούμε σε άλλες υποθέσεις, που δεν είναι εύκολο να επιβεβαιωθούν, και ας κρατήσουμε το μόνο βέβαιο: ότι δηλ. εδώ πρόκειται για επέκταση της σημασίας μιας λέξης.

Επιπλέον, αξίζει να επισημανθεί μια ανακολουθία. Μερικοί Θεσσαλονικείς αντιδρούν στη χρήση της λέξης σουβλάκι με μια νέα σημασία, ενώ, χωρίς να το συνειδητοποιούν, και οι ίδιοι χρησιμοποιούν λέξεις με επέκταση των αρχικών τους σημασιών. Θα αναφέρω δύο παραδείγματα: ονομάζουν σάντουιτς -και καλά κάνουν- και το έδεσμα με την πίτα, ενώ αρχικά σάντουιτς ήταν μόνο αυτό με το ψωμί (εδώ μπορεί να δει κανείς την ετυμολογία της λέξης -ο Άγγλος κόμης που πρώτος παρασκεύασε το σάντουιτς θα χρησιμοποίησε ψωμί και όχι πίτα). Αλλά και η ίδια η σημασία «μικρά κομμάτια κρέατος περασμένα σε μικρή και λεπτή βέργα (σε μικρή σούβλα) για να ψηθούν» (ΛΚΝ, λήμμα σουβλάκι), η οποία είναι αποδεκτή από όλους στη Θεσσαλονίκη, και αυτή ακόμη αποτελεί επέκταση της σημασίας που είχε το σουβλάκι στους μεσαιωνικούς χρόνους. Ενώ ήταν τότε υποκοριστικό του σούβλα, σήμαινε δηλ. «μικρή σούβλα», σήμερα δηλώνει είδος φαγητού. Όταν ο κάτοικος της Θεσσαλονίκης λέει σήμερα ότι έφαγε σουβλάκι, προφανώς εννοεί ότι έφαγε «μικρά κομμάτια κρέατος περασμένα σε μικρή και λεπτή βέργα (σε μικρή σούβλα) για να ψηθούν» και όχι βέβαια ότι έφαγε μια «μικρή σούβλα».

Ένα δεύτερο επιχείρημα που έχει διατυπωθεί από Θεσσαλονικείς αφορά τη χρήση της λέξης καλαμάκι στην Αθήνα και είναι επίσης αβάσιμο. Έχει υποστηριχθεί λοιπόν ότι κακώς το καλαμάκι δηλώνει τη σημασία 1β του ΛΝΕΓ2, γιατί καλαμάκι είναι αυτό για τον φραπέ! Όποιοι επικαλούνται τέτοια επιχειρήματα μάλλον δεν έχουν ιδιαίτερη επαφή με τη γλωσσολογία (μολονότι αναπτύσσουν γλωσσικά θέματα γράφοντας μάλιστα μερικές φορές μακροσκελέστατα κείμενα στο διαδίκτυο, γνωστά και ως σεντόνια!). Συνηθισμένο γλωσσικό φαινόμενο είναι η πολυσημία, σύμφωνα με την οποία μια λέξη ή φράση δηλώνει περισσότερες από μία σημασίες σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Φαίνεται επίσης ότι δεν ανατρέχουν σε πηγές γλωσσικής πληροφόρησης, όπως είναι τα λεξικά. Με απλό ξεφύλλισμα ενός λεξικού διαπιστώνεται ότι οι λέξεις μιας γλώσσας κάλλιστα μπορούν να χρησιμοποιηθούν με περισσότερες από μία σημασίες. Επομένως, τι επιχείρημα είναι αυτό που προβάλλεται; Επειδή η λέξη καλαμάκι σημαίνει «λεπτό, πλαστικό σωληνάκι για την πόση χυμών, αναψυκτικών, ποτών κ.λπ.», δεν μπορεί τάχα να δηλώσει και το «μακρόστενο αιχμηρό και λεπτό ξυλάκι στο οποίο περνιούνται κομμάτια κρέατος (συχνά και λαχανικών) για ψήσιμο σε σχάρα»; Δεν μπορεί δηλ. μια λέξη να έχει δύο, τρεις, δέκα ή και περισσότερες σημασίες;

Ένα ερώτημα είναι πώς η λέξη καλαμάκι, που αρχικά δήλωνε μόνο τη σημασία 1α του ΛΝΕΓ2, έφτασε να δηλώνει και την 1β του ίδιου λεξικού, τουλάχιστον στην Αθήνα. Οι παλαιότεροι (βλέπε περισσότερα παρακάτω, στο πρώτο σχόλιο) μας πληροφορούν ότι άλλοτε τα μικρά κομμάτια κρέατος που αποτελούν το σουβλάκι ήταν περασμένα σε καλαμάκι, τμήμα στελέχους του φυτού καλάμι. Επομένως, έτσι ερμηνεύεται ιστορικά το καλαμάκι. Αλλά ακόμη και αν δεν είχε ιστορική βάση αυτή η εξήγηση, και πάλι δεν θα ήταν αυθαίρετη η χρήση της λέξης καλαμάκι από τους Αθηναίους, για να δηλωθεί το σημερινό ξυλάκι. Για να έχει επικρατήσει η χρήση αυτή, σίγουρα έχει κάποια λογική. Θα μπορούσε λ.χ. να υποστηριχθεί ότι το ξυλάκι από το σουβλάκι λέγεται καλαμάκι λόγω του μακρόστενου σχήματός του. Παρομοίως, η λέξη καλάμι, εκτός από την καλαμιά, το στέλεχος του φυτού καλάμι, σημαίνει και το αντικνήμιο, το μπροστινό οστό της κνήμης (λ.χ. μου έδωσε / έριξε κλοτσιά στο καλάμι). Πάντως, με βάση την πληροφορία που δίνουν οι παλαιότεροι και προαναφέραμε, το καλαμάκι εξηγείται ιστορικά από το φυτό καλάμι, όπως άλλωστε και το σουβλάκι (και το τυλιχτό!) από τη σούβλα. Ωστόσο, για τη μελέτη του θέματος δεν αρκεί η εν λόγω λαογραφική μαρτυρία, αφού θα πρέπει να ερευνηθεί από πότε άρχισε να λέγεται η λέξη καλαμάκι με τη συγκεκριμένη σημασία. Εν ολίγοις, από τη μια τα πρώτα ξυλάκια για σουβλάκια φτιάχνονταν από καλάμια, από την άλλη το καλάμι / καλαμάκι μεταφορικά δηλώνει μακρόστενα πράγματα, πρέπει επομένως να ερευνηθεί ο ρόλος του ενός και του άλλου στοιχείου στη σημερινή χρήση της λέξης.

Σχετικά με το καλαμάκι, αξιοσημείωτο είναι ένα ακόμη αβάσιμο επιχείρημα που έχει διατυπωθεί στα πλαίσια διαδικτυακών συζητήσεων. Στην παρατήρηση ότι το καλαμάκι ενδεχομένως λέγεται έτσι λόγω του μακρόστενου σχήματος της καλαμιάς, μερικοί αντιτείνουν ότι το καλάμι ως καλαμιά είναι κούφιο από μέσα, σε αντίθεση με το ξυλάκι για σουβλάκι, άρα δήθεν δεν θα έπρεπε το συγκεκριμένο ξυλάκι να λέγεται καλαμάκι από τους Αθηναίους. Όμως, εδώ δεν παίζει ρόλο για τον απλό ομιλητή ότι το στέλεχος του φυτού είναι κούφιο. Σύμφωνα τουλάχιστον με την εκδοχή που είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο, αρκεί που είναι μακρόστενο. Άρα, το ξυλάκι, που είναι και αυτό μακρόστενο, μοιάζει με καλάμι ως προς το σχήμα. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί το επίμαχο καλαμάκι, από το σχήμα. Αν μερικοί αντιδρούν στη χρήση της λέξης καλαμάκι για ένα ξυλάκι που δεν είναι κούφιο, με την ίδια λογική θα μπορούσε κάποιος άλλος να αντιδράσει στη χρήση της λέξης μήλο με τη σημασία του καθενός από τα δύο «μήλα του προσώπου», δηλ. τα δύο κυρτά τμήματα των παρειών τα οποία βρίσκονται κάτω από τα μάτια. Πιο συγκεκριμένα, θα ήταν δυνατόν να ισχυριστεί κάποιος ότι τα μήλα του προσώπου έχουν αυτήν ή εκείνη τη διαφορά με τα μήλα της μηλιάς, άρα δεν θα έπρεπε η λέξη μήλο να χρησιμοποιείται με τη συγκεκριμένη σημασία (!) Ή ότι το λεγόμενο μήλο του Αδάμ για παρόμοιους λόγους δεν θα έπρεπε να λέγεται καρύδι... Επιπλέον, η αντίδραση στη χρήση της λέξης καλαμάκι με την «αθηναϊκή» της σημασία από κάποιον που μαθαίνει ότι τελικά το καλαμάκι ιστορικά κάποια σχέση έχει με την καλαμιά -αντίδραση που βασίζεται στο σκεπτικό ότι το επίμαχο καλαμάκι ως αντικείμενο, το ίδιο το ξυλάκι δηλ., έχει διαφορές με την καλαμιά και δεν μοιάζει εντελώς με μικρό καλάμι- δηλώνει και εδώ σύγχυση συγχρονίας-διαχρονίας: το καλαμάκι ως προς τη σημασία 1β του ΛΝΕΓ2 σε συγχρονικό επίπεδο δεν σημαίνει πλέον ένα μικρό καλάμι, αλλά το συγκεκριμένο ξυλάκι, όπου είναι περασμένα κομμάτια κρέατος. Το καλαμάκι δηλώνει μικρό καλάμι στη σημασία 1α του ΛΝΕΓ2, όχι στην 1β.

Με βάση τα προαναφερθέντα ερμηνεύματα, το ΛΝΕΓ2 αντιμετωπίζει το συζητούμενο θέμα με τρόπο ασυγκρίτως καλύτερο από το ΛΚΝ. Το ΛΝΕΓ2 καταγράφει όλες τις βασικές σημασίες με τις οποίες χρησιμοποιούνται οι λέξεις σουβλάκι και καλαμάκι και μάλιστα ιεραρχεί τις σημασίες με τρόπο ώστε να γίνεται αισθητή στον αναγνώστη η σημασιολογική εξέλιξη. (Η μόνη μου αντίρρηση αφορά την καταγραφή της σημασίας 1β, «μικρή σούβλα», στο λήμμα σουβλάκι. Ας σημειωθεί ότι στο ίδιο λεξικό και πιο συγκεκριμένα στο λήμμα σούβλα δεν καταγράφεται -και σωστά- υποκοριστικό (το) σουβλάκι. Θα έπρεπε, όμως, να καταγραφεί το υποκοριστικό (η) σουβλίτσα, που εύστοχα σημειώνεται στο λήμμα σούβλα του ΛΚΝ). Απεναντίας, το ΛΚΝ κακώς έχει παραλείψει την καταγραφή σημασιών με τις οποίες χρησιμοποιούνται οι λέξεις σουβλάκι και καλαμάκι στην Αθήνα. Ένα ενδιαφέρον ερώτημα, βεβαίως, είναι πού αλλού χρησιμοποιούνται οι επίμαχες σημασίες των λέξεων αυτών, εκτός από την Αθήνα. Επιτόπιες έρευνες σε διάφορα μέρη της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας θα έδιναν απάντηση. Ωστόσο, ακόμη και αν δεχτούμε ότι μόνο στην Αθήνα χρησιμοποιούνται ορισμένα από τα στοιχεία που καταγράφονται στο ΛΝΕΓ2, δεν είναι δυνατόν με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα της Αθήνας να μην έχουν θέση τα στοιχεία αυτά σε ένα γενικό λεξικό της Νέας Ελληνικής. Επομένως, θα έπρεπε να έχουν καταγραφεί και στο ΛΚΝ.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ
ΛΚΝ
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

ΛΝΕΓ2
Μπαμπινιώτης Γ. 2002 (2η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. (Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας).

10 σχόλια:

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Τα σουβλάκια που θυμάμαι στην δεκαετία του πενήντα, ήταν δύο ειδών.
Πρώτα, μικροί οβελοί που κατέληγαν στην μιά πλευρά σε κυκλοειδή απόληφη, ώστε νσ μη καίγεται ο ψήστης. Αυτά χρησιμοποιούσαν στα ψητοπωλεία και άδειζαν το περιεχόμενο σε πιάτα.
Επειτα, κυρίως σε πλατφόρμες τραίνων που στάθμευαν ένα λεπτό και παραπάνω (Λιανοβέργι, Λάρισα, Λαμία κλπ) πωλητές πρόσφεραν σουβλάκια ψημμένα, περασμένα σε ένα καλάμάκι,τμήμα κανονικού καλαμιού (χωρισμένο πανεύκολα από το στέλεχος της καλαμιάς με ένα μαχαίρι-με την ίδια τεχνικη που γινόταν τα καλάμια γιά τον σκελετό των χαρταετών) που η μία άκρη του κατέληγε σε "μύτη".Το υλικό αυτό, αργότερα πέρασε και στον σταθμό των ΚΤΕΛ στον μετέπειτα "Λεβέντη", αλλά και στον σταθμό ΚΤΕΛ της Λάρισας, καθώς και στην περιοχή Αμφιλοχίας Αρτας, όπου στάθμευαν λεωφορεία από Κέρκυρα προς Αθήνα.Υπήρχαν τέτοιες στάσεις επίσης στην Νέα Χαλκηδόνα ,έξω από τη Σαλονίκη και στην Ασπροβάλτα. Εκεί, οι οβελοί από χοντρό σύρμα δεν συνέφεραν και υπήρχαν σουβλάκια με καλαμάκι.
Τέλος του 1969, εμφανίστηκε η κοκακόλα στην Ελλαδα και έγινε ένα μπούμ στην πώληση πρόχειρου φαγητού. Ξεκίνησε η "πίττα με γύρο" ή η "Πίττα με ένα ή δύο σουβλάκια", παράλληλα με το "σάντουιτς με γύρο" και τα συναφή που δεν ήταν τόσο δημοφιλή στη Σαλονίκη. Το σάντουιτς στη Σαλονίκη, σήμαινε "με άσπρο ψωμάκι".Στην μορφή ενός ατελούς χοτ ντογκ, με λουκάνικο και μουστάρδα, ήταν δημοφιλές στα σινεμά και στις καντίνες που δεν είχαν τότε ψησταριές.
Η διαφορά στο σουβλάκι-καλαμάκι και λοιπά, γεννήθηκε από τα μικρά ψητοπωλεία που εμφανίστηκαν μαζικά από τις αρχές της δεκαετίας του 70.
Αλλ΄αυτό είναι άλλη λαογραφία...Καταλήγω. Το καλαμάκι είχε φυσική υπόσταση. Ηταν όντως καλαμάκι. Το "σουβλάκι-έδεσμα με την πίττα" έλκει την καταγωγή από τον συρμάτινο οβελό.

Συγγνώμη γιά την φλυαρία.

Pasoles είπε...

Στα πάντα μπροστά από την εποχή τους Γιάννενα οι όροι καλαμάκι(λίγο συχνότερα από τους ηλικιωμένους)-σουβλάκι χρησιμοποιούνται χωρίς διαφορά για "μικρά κομμάτια κρέατος περασμένα σε μικρή και λεπτή βέργα"*, ενώ το αθηναϊκό σουβλάκι ονομάζεται απλά "πίττα με γύρο / σουβλάκι/ λουκάνικο" και φυσικά όχι σάντουιτς / τοστ / μπουγάτσα με γύρο κτλ.
Έτσι αποφεύγονται οι παραξηγήσεις και όλοι είμαστε ευχαριστημένοι.

*χοντρά κομμάτια κρέατος σε μακρύτερη βέργα συνιστούν το "κοντοσούβλι(-ον)".
Ακολουθεί πραγματικός διάλογος στο Μέτσοβο (καλοκαίρι 2009) μεταξύ αθηναίας τουρίστριας και βλάχου εστιάτορα:

-Πόσα κομμάτια είναι η μερίδα;
-Τι να σας πω, εμείς εδώ βάζουμε μια βέργα κρέας, κυρία μου.
-Αχ, μεγάλη μου φαίνεται!

Νικ. Παπαδόδημας είπε...

Πειραιάς, περιοχή Αγίου Διονυσίου, δεκαετία του '50..Σουβλάκι πίτα..τιμή 1 δραχμή και 20 λεπτά. Έβαζαν κρέας, κομμένο σε μικρές φετούλες, συνοδευόμενο από κρεμμύδι και σάλτσα ντομάτας. Συχνά έβαζαν και σάλτσα ντομάτας βρασμένη με κιμά, για να είναι πιο νόστιμο, σε μία κατσαρόλα σμαλτωμένη (εμαγιέ). Αυτά στη Δραπετσώνα (και άλλα πολλά!)Τώρα στη Κοκκινιά, άλλη προσφυγική περιοχή του Πειραιά, ίδια εποχή, ίδιο έδεσμα αλλά η τιμή ακριβότερη: 1 δραχμή και 50 λεπτά. Φυσικά, οι λέξεις καλαμάκι, τυλιχτό, διπλό, τζατζίκι (cacik) κτλ ήταν άγνωστες τότε. Εμείς,απλά,πεινάγαμε!

Θεόδωρος Πετράκος είπε...

Τι σεντόνι είναι αυτό; Θα το διαβάσει κανένας, νομίζεις; Πάντως, η επιχειρηματολογία είναι μια χαρά :)

Π.Σ. είπε...

Ο τρόπος με τον οποίο πολλοί Θεσσαλονικείς αντιμετωπίζουν την Αθήνα αντιπροσωπεύει στην Ελλάδα την πιο ακραία μορφή επαρχιωτισμού. Χαρακτηριστικό είναι αυτό εδώ το παράδειγμα. Ο συγκεκριμένος ιστολόγος αφηγείται τις εντυπώσεις του από ένα ταξίδι του στην Αθήνα. Προσέξτε ότι δεν βρίσκει να αναφέρει τίποτε το θετικό. Η νοοτροπία του επαρχιώτη. Δεν έχει η Αθήνα μουσεία, μνημεία, στέκια, κάτι αξιόλογο τέλος πάντων. Σε ένα σημείο γράφει:

«δεν έχω καταλάβει γιατί όταν λέω ηλεκτρικό παραξενεύονται όλοι εκεί κάτω και προτιμούν να το λένε τρένο. Συγνώμη ρε παιδιά αλλά εγώ όταν λέω τρένο εννοώ πάντα τα τρένα του ΟΣΕ. Τώρα αν είναι καρβουνιάρης ή Intercity είναι άλλο θέμα αλλά σίγουρα εννοώ μεγάλες αποστάσεις. Το Μετρό όμως θα το πω Μετρό και το αδερφάκι του που δεν είναι υπόγειος ηλεκτρικό».

Στην πραγματικότητα, ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος που συνδέει τον Πειραιά με την Κηφισιά λέγεται και ηλεκτρικός (σε αντιδιαστολή με το μετρό, που και αυτό βέβαια αποτελεί ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, αλλά έχει καθιερωθεί ως μετρό) και τρένο (σε αντιδιαστολή λ.χ. με το λεωφορείο ή το τρόλεϊ). Παρακάτω, γίνεται και προκλητικός, αφού αντιδιαστέλλει «νοήμονα όντα» (στα οποία φυσικά συγκαταλέγει τον εαυτό του...) με «ξεροκέφαλους» (εννοεί τους κακούς πρωτευουσιάνους...). Σχετικά με τις λέξεις σουβλάκι και καλαμάκι κάνει λόγο για δικές μας δήθεν παραξενιές και αναμασάει την εσφαλμένη άποψη σχετικά με την ετυμολογική σημασία της λέξης σουβλάκι. Γνωστός ο εκφρασμένος πλέον αντίλογος στις ανακρίβειες των Θεσσαλονικέων, περιττό να επαναλάβω τα ίδια. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να ψαρώσει συνομιλητή του κάνοντας λόγο για λεξικά, που δήθεν επαληθεύουν την ορθότητα των ισχυρισμών του. Επαναλαμβάνει και τις γνωστές ανόητες ερωτήσεις «Τον Αθανάσιο Διάκο τι τον κάνανε, τον Σούβλισαν ή τον Καλαμακώσαν;», «το Πάσχα τι το κάνετε το αρνί το σουβλίζετε ή το καλαμακώνετε;» (το γεγονός ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν χρησιμοποιούμε ρήμα καλαμακώνω δεν είναι επιχείρημα που αποδεικνύει ότι η χρήση της λέξης καλαμάκι στην Αθήνα είναι εσφαλμένη). Άλλο παράδειγμα αποτελεί το γκρουπάκι "Ti ME les re Athinaie?" το οποίο έχει ανοίξει στο facebook κάποια Xrysa Kast. Η συγκεκριμένη είτε δεν μπορεί είτε δεν θέλει να καταλάβει τι της λένε. Επανέλαβε τις χιλιοειπωμένες ανακρίβειες σύμφωνα με τις οποίες οι Αθηναίοι δεν μιλάνε «σωστά». Και, όταν της επισημάνθηκε ο αντίλογος, τον αντιμετώπισε με απαξίωση και ειρωνεία. Αν θέλει κάποιος, μπορεί να ανατρέξει στο γκρουπάκι της, για να διαπιστώσει την ένδεια επιχειρημάτων η οποία χαρακτηρίζει τη Xrysa Kast. Το θλιβερό είναι ότι σε τέτοια γκρουπάκια με αντιεπιστημονικές πληροφορίες γράφονται χιλιάδες μέλη, οπότε καλλιεργείται ευρύτατα η παραπληροφόρηση από ανεύθυνα άτομα, τα οποία δεν ενδιαφέρονται για την επιστημονική αλήθεια. Θα δώσω ένα μικρό μόνο δείγμα της ειρωνικής της διάθεσης:

"Wraia to ksekatharisame oti eisai enas spoudaios glwssologos kai me tin epistimoniki sou alitheia kanw lathos (den lew kanoume, den thelw na anafer8w se ola ta paidia tou group giati twra milas mazi m).

Euxaristw poli pou me diafwtises me oles tis xrisimes plirofories sou kai apo aurio tha arxisw seminaria glwssologias kai tha eimai enas kaliteros an8rwpos.

Exeis apoooooolito dikio se ola kai pali se euxaristw eisai apla ekpliktikos se o,ti les kai kaneis. Makari na gnwrisw kai alla atoma san esena gia na mou mathoun osa den mporesa na mathw mexri simera.

Na sai kala, kai pali xarika gia tis xrisimes plirofories sou..."

Εγώ στη θέση της θα ενδιαφερόμουν για τον αντίλογο. Θα με ενδιέφερε να μάθω πού κάνω λάθος και δεν θα επέμενα σε απόψεις που εξέφρασα χωρίς να κατέχω το σχετικό αντικείμενο.

γνωστος αγνωστος είπε...

στην αθηνα λεγεται και καλαμακι διοτι το ξυλακι που ειναι περασμενο το κρεας ειναι απο καλαμιά
απλα πραγματα......

Μάριος είπε...

Το μεγάλο προτέρημα της ελληνικής γλώσσας δεν είναι μόνο ο πλόυτος της αλλά η δομή του λεξιλογίου της που επιτρέπει την συναγωγή του νοήματος μιας λέξεως από την ετυμολογία της.

Έτσι λοιπόν και ο ξένος ακόμη που μαθαίνει τώρα Ελληνικά, εφόσον γνωρίζει την λέξη "σούβλα", αμέσως μπορεί να καταλάβει το υποκοριστικό "σουβλάκι", δηλαδή μικρή σούβλα, με τις δύο έννοιες της, δηλαδή το μέσο που χρησιμοποιείται για το "σούβλισμα" αλλά και το συνολικό αποτέλεσμα, δηλαδή το μέσο και το περιεχόμενό του που μπορεί να είναι βέβαια κρέας, κυμάς, ψάρι, θαλασσινά, φρούτα και, και...

Κατά τον ίδιο τρόπο "καλαμάκι" είναι το μικρό "καλάμι", και τα καλάμια που φυτρώνουν στην Ελλάδα είναι γνωστό οτι είναι ελαφρά και κούφια σαν σωλήνες, όχι δηλαδή όπως τα πολύ πιο συμπαγή μπαμπού, από τα οπία προέρχονται τα "αθηναϊκά" καλαμάκια.

Η λέξη "σάντουϊτς" προέρχεται από το όνομα του Βρεττανού λόρδου Σάντουϊτς, όπως και τα ομώνυμα νησιά. Αυτός λοιπόν ο Λόρδος είχε την συνήθεια να τρώει φέτες από κρέας, ίσως και άλλα τρόφιμα, αφού τις τοποθετούσε ανάμεσα σε δύο φέτες ψωμί. Είναι γνωστό ακόμη οτι στην τεχνολογία των σύγχρονων κατασκευαστικών υλικών, ο όρος σάντουϊτς χρησιμοποιείται σε σύνθετα υλικά που δημιουργούνται με επικόλληση στρωμάτων διαφορετικών υλικών. Άρα ότι μπαίνει ανάμεσα σε δύο φέτες ψωμί ή σε αντίστοιχα διαμορφωμένο αρτοσκεύασμα, κομμένο ψωμάκι, τυλιγμένη πίττα, σκισμένη Κυπριακή πίττα κλπ. είναι σάντουϊτς, άσχετα αν περιέχει σουβλάκι, γύρο, τυρί, πατάτα κλπ.

Κατά την παραγγελία, ή δήλωση "πίττα-γύρο παρακαλώ" απλά υποδηλώνει οτι ο παραγγέλων προτιμά πίττα, συνήθως λαδωμένη και ψημένη αντί για απλό ψωμάκι.

Η λέξη "Γύρος" είναι απλή μετάφραση του τουρκικού όρου "ντονέρ", για την ακρίβεια "ντονέρ κεμπάπ", που χρησιμοποιούνταν ακόμη στην Θεσσαλονίκη τουλάχιστον την δεκαετία του 1960, παράλληλα με την λέξη γύρος. Επίσης, εκείνη την εποχή υπήρχε και ο όρος "Αθηναϊκός γύρος" που αφορούσε γύρο από κυμά, κάτι που νομίζω σήμερα σε μικρογραφία είναι πάλι στην Αθήνα το "κεμπάπ". Αυτός ο τύπος γύρου έχει απαγορευτεί στην Ελλάδα λόγω των εγκληματικών παρανομιών από πολλούς παρασκευαστές να χρησιμοποιούν ακατάλληλα ή και αλλοιωμένα κρέατα σαν βάση.
Ο Γύρος στην Ελλάδα παραδοσιακά γίνεται απο χοιρινό κρέας και τελευταία από κοτόπουλο. Την δεκαετία του 1960, στην Θεσσαλονίκη κάθε Τετάρτη, με νόμο, ο γύρος περιείχε μόνο σηκώτια, τα οποία δεν είχαν ζήτηση τότε και προσπαθούσαν έτσι να αυξήσουν την κατανάλωσή τους. Σε κάποιους άρεσε αυτός ο γύρος, σε εμένα πάντως όχι. Στην Τουρκία, Λίβανο κλπ όταν πρόκειται για παρασκευαστές-καταναλωτές μουσουλμάνους, ο γύρος γίνεται από αρνί και ίσως και μοσχάρι.

Τέλος άλλη μια διαφορά λεξιλογίου ανάμεσα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη είναι η λεμονάδα ή γκαζόζα, όπως είναι γνωστή στην Θεσσαλονίκη.
Ο όρος λεμονάδα είναι ανάλογος των όρων πορτοκαλάδα, βυσσινάδα, μανταρινάδα. Το οτι στην Αθήνα ονομάζουν "λεμονάδα" πλέον την "γκαζόζα", αυτό οφείλεται στις αξιοσέβαστες πολυεθνικές που με υπομονή, εκτός από τις διατροφικές μας συνήθειες και τα γευστικά μας κριτήρια, προσπαθούν να "εκσυγχρονίσουν" και την γλώσσα μας, μεταφέροντας τον αμερικάνικο όρο "limonade" στην γκαζόζα και ξαναβαφτίζοντας την "λεμονάδα" σε "λεμονίτα". Σε δεύτερη φάση βέβαια οι αξιαγάπητες αυτές εταιρίες προσπαθούν να αντικαταστήσουν πλήρως τα παραδοσιακά περιγραφικά ονόματα αυτών των αναψυκτικών με τα εμπορικά ονόματα των προϊόντων τους.

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Kατατοπιστικό,και πειστικό σχόλιο. Αυτό με τα σηκώτια δεν το θυμόμουν.
Γιά την λεμονάδα-γκαζόζα:
Μάλλον πρόκειται γιά υπεξαίρεση ονομασίας προϊόντος που δεν υπάρχει πιά. Η γκαζόζα ήταν αναβράζον ελαφρώς υπόξινο νερό, τόσο "εκρηκτικό", ώστε το σφράγιζαν με σύρμα και λευκό βακελίτη,αλλα και λαστιχένιο κοκκινωπό ή λευκό δαχτυλίδι. Η λεμονάδα ήταν πιό δυνατής γεύσης καιαείποτε θαμπή.Η γκαζόζα ήταν το φτηνότερο αναψυκτικό.
Γύρω στο 1962/3 πρώτη η Φίξ λανσάρισε λεμονάδα και πορτοκαλάδα "χωρίς ανθρακικό". Γιά την πορτοκαλάδα αρκούσε που το "εξώφυλλο" ήταν κόκκινο και όχι μπλε, αλλα η λεμονάδα χωρίς ανθρακικό λεγόταν "λεμονίτα".
Παράλληλα κυκλοφόρησε και το "Ρικο", με βάση το ροδάκινο.Τα μπουκάλια θύμιζαν ιμκρογραφίες μπουκαλιού μπίρας, ιδίως τις παραλλαγές που πάλι η Φιξ έβγαλε (η Μπλέ και η Κόκκινη(λάγκερ).Παλαιότερα, το μπουκάλι τηςήταν μεγάλο, και έμοιαζε με της Φίσερ.

Ανώνυμος είπε...

Popo den to perimena pote oti tha evriska ena toso emperistatomeno arthro gia to souvlaki kai to kalamaki. Sygxaritiria! Isos xreistei mia metafrasi gia na mathoun kai oi ellines tis diasporas tin diafora

Ανώνυμος είπε...

εγώ,πάλι, ξέρω;
η λεμονίτα ήταν (και είναι) ονομασία της ΗΒΗ για τη λεμονάδα. Σε αντιδιαστολή με την λεμονάδα της ίδιας εταιρείας, που είναι η γκαζόζα των άλλων. Προφανώς επειδή τα παλιά χρόνια η ΗΒΗ μονοπωλούσε στην Αθήνα, επικράτησε η ονομασία.

Αντίστοιχα, στη Θεσσαλονίκη, πριν από τη Χούντα δεν υπήρχαν κίτρινα τυριά (τουλάχιστον διαδεδομένα -θυμάμαι έπρεπε να ψάξεις πολύ για να βρεις). Κίτρινο τυρί ήταν μόνο το κασέρι. Και στα τοστ σέρβιραν μόνο κασέρι. Γι αυτό κι επικράτησε μετά κάθε τυρί κίτρινο στα τοστ, σάντουιτς κτλ να λέγεται κασέρι...

Τέλος, η όζα, βγαίνει από το "oz" που γράφουν επάνω τα μπουκάλια με υγρό περιεχόμενο. Ενώ το "μανό" στην πραγματικότητα είναι "μανόν" (γαλλικά manon -που δε λέγεται πια στη γαλλία)