3.6.10

σχετικά με τα επιρρήματα ειλικρινά και προηγούμενα

Την επιστημονική αλήθεια σε θέματα γλώσσας δεν μονοπωλούν ούτε οι πανεπιστημιακοί (γλωσσολόγοι ή φιλόλογοι), οι πλέον ειδικοί, υποτίθεται. Και αυτοί είναι άνθρωποι και επομένως είναι πιθανόν να υποπέσουν σε λάθη. Ο Κριαράς (1988:131) λ.χ. γράφει: «Προκειμένου για το συμβαίνει ο αόριστος κάνει: συνέβη και συνέβηκε (πάντα με την εσωτερική αύξηση). Όμως στον πληθυντικό και εδώ λέμε: συμβήκανε επεισόδια στο γήπεδο. Το συνέβησαν θα ήταν έκδηλα αρχαϊστικό». Πρώτα από όλα, δεν ξέρω αν στο παραπάνω απόσπασμα λέμε σημαίνει «πρέπει να λέμε». Πάντως, το «αρχαϊστικό» συνέβησαν όχι μόνο λέγεται, αλλά είναι και κυρίαρχο στη χρήση σήμερα. Η γλωσσική πραγματικότητα ως προς τη χρήση των συνέβησαν και συμβήκανε δεν ήταν διαφορετική στη δεκαετία του '80, τότε δηλ. που υποστήριξε τα παραπάνω ο Κριαράς. Και δεν νομίζω η άποψή του αυτή να βασίστηκε σε καμιά έρευνα σε σώματα κειμένων. Πρόκειται για απλή, διαισθητική, υποκειμενική εκτίμηση. Πάντως, δεν έχει μεγάλη επαφή με τη γλωσσική πραγματικότητα όποιος υποστηρίζει ότι λέμε συμβήκανε αντί συνέβησαν και μάλιστα δίνει παράδειγμα συμβήκανε επεισόδια στο γήπεδο (!) Δεύτερο παράδειγμα αστοχήματος αποτελεί ο παραλληλισμός των επιρρημάτων ειλικρινά και προηγούμενα μεταξύ τους, ο οποίος έγινε από πανεπιστημιακό σε παρουσίαση βιβλίου [*]. Με αυτό το θέμα κυρίως θα ασχοληθώ στο παρόν άρθρο. Έχω απομαγνητοφωνήσει το σχετικό απόσπασμα, που προέρχεται από την ιστοσελίδα όπου παρέπεμψα και συγκεκριμένα από το δεύτερο στη σειρά βίντεο. Η ομιλήτρια αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια συνέλευσης στο πανεπιστήμιο ένας συνάδελφός της χρησιμοποίησε το επίρρημα προηγούμενα και ένας άλλος αντέδρασε έντονα και είχε την απαίτηση από την ίδια ως γλωσσολόγο να διορθώσει το «λάθος» αυτό. Εκείνη λοιπόν μας πληροφορεί πώς απάντησε στον διαμαρτυρόμενο συνάδελφό της και επιχειρεί την ερμηνεία του επιρρήματος προηγούμενα με βάση το επίρρημα ειλικρινά, ως εξής:

«Συνέλευση, στο πανεπιστήμιο. Και κάποιος συνάδελφος μιλώντας λέει "προηγούμενα, αναφέρθηκε"... Και βλέπω απέναντί μου έναν από τους συναδέλφους μου, που το μάθημά του είναι άσχετο -έτσι;- είναι παιδαγωγική, ας πούμε, και έχει φρυάξει και με κοιτάει, περιμένει την αντίδρασή μου, να στηλιτεύσω, να σηκωθώ και να πω: "προηγούμενα! Λάθος! Προηγουμένως!" Εγώ δεν έχω καμία αντίδραση, τίποτα. Έχει απογοητευτεί τελείως. Τον βρίσκω μετά, του λέω "τι έγινε; Γιατί; Τι έπαθες;" [Λέει]: "Είναι λάθος! Γιατί δεν βγήκες να μιλήσεις;" Λέω: "τι είναι λάθος; Κάποια επιρρήματα είναι σε -α και κάποια επιρρήματα είναι σε -ως".

»Και του ανέφερα το μέγα επιχείρημα -δεν ξέρω αν το έχετε ανακαλύψει εσείς. Τι λέμε; Λέμε ειλικρινά ή ειλικρινώς; Κανονικά, το ειλικρινά είναι η μέγιστη γραμματική απόκλιση, γιατί επίθετο ο ειλικρινός, η ειλικρινή, το ειλικρινό δεν υπάρχει. Είναι ο, η ειλικρινής, το ειλικρινές. Κανένας δεν έχει βγει να στηλιτεύσει και να φωνάξει "ειλικρινά! Απαράδεκτο!" [...] Δηλαδή εδώ έρχεται το κομμάτι που λέγεται επιστήμη πλέον. [...] Αυτό το παράδειγμα του ειλικρινά είναι πάρα πολύ καλό. Γιατί; Γιατί, πραγματικά, εάν ρωτάγαμε τους λογίους, όπως χαρακτηριστικά ο Χατζιδάκις, θα μας έλεγαν ότι είναι αποκλίνουσα χρήση, διότι δεν υπάρχει αντίστοιχο επίθετο, για να δημιουργηθεί. Είναι σαν να πείτε διεθνά, το καταλαβαίνουμε; Σαν να πούμε διεθνά είναι το ειλικρινά [...]».


Τουλάχιστον με τα στοιχεία που έχουμε τώρα στη διάθεσή μας, ο παραλληλισμός μεταξύ του ειλικρινά και του προηγούμενα ως επιρρημάτων είναι αβάσιμος. Οι δύο αυτοί επιρρηματικοί τύποι διαφέρουν μεταξύ τους. Το ειλικρινά προφανώς ακολούθησε τη γενικότερη τάση που ευνοεί τη χρήση των επιρρημάτων σε -α αντί σε -ως. Οι γλωσσολόγοι που ειδικεύονται στην ιστορική γλωσσολογία θα μας πουν από πού προέρχονται τα επιρρήματα σε -α, όπως γενικά κτλ., και αν έχουν παίξει ρόλο στον σχηματισμό τους τύποι επιθέτου σε -α, όπως γενικά (θέματα) κτλ. Εμείς εδώ ας αρκεστούμε στο ότι οι επιρρηματικοί τύποι σε -ως έχουν υποχωρήσει τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ έχει διευρυνθεί η χρήση τέτοιων τύπων σε -α. Έτσι έγινε ειλικρινά το ειλικρινώς. Βέβαια, το επίθετο ήταν ειλικρινής και όχι ειλικρινός. Φαντάζομαι, όμως, ότι αυτό το τελευταίο δεν ενδιέφερε τον απλό ομιλητή. Όπως λ.χ. το γενικά υπερίσχυσε του γενικώς, έτσι και το ειλικρινά υπερνίκησε το ειλικρινώς. Επίσης, στα γενικώς-γενικά και ειλικρινώς-ειλικρινά ο τόνος πέφτει πάντοτε στην ίδια συλλαβή, τη λήγουσα. Απεναντίας, το προηγούμενα ως επίρρημα δεν προέκυψε φυσικά και αβίαστα. Δεν αποτελεί γνήσιο λαϊκό τύπο. Ο επιρρηματικός αυτός τύπος άρχισε να χρησιμοποιείται στον πολιτικό λόγο ως στοιχείο δηλωτικό ιδεολογικής ταυτότητας. Όπως έχει γραφεί χαρακτηριστικά, πρόκειται για τύπο στιγματισμένο πολιτικά. Στην όποια διεύρυνση της χρήσης του ρόλο έπαιξε και η στρεβλή αντίληψη μερικών ομιλητών ότι νεοελληνική γλώσσα σημαίνει απλώς την αντικατάσταση μερικών ζωντανών λόγιων στοιχείων με αντίστοιχα της δημοτικής, έστω και αν το αποτέλεσμα είναι αφύσικο. Πρόκειται για δείγμα ιδεολογικού φανατισμού και στενών πνευματικών οριζόντων. Προκειμένου ο άλλος να αποφύγει πάση θυσία ένα λόγιο στοιχείο (λέξη, κατάληξη κτλ.), προτιμά να χρησιμοποιεί στον λόγο του αφύσικα γλωσσικά στοιχεία. Το θέμα αυτό συνδέεται με την καθιέρωση της Νεοελληνικής ως επίσημης γλώσσας του κράτους το 1976, τον τρόπο μετάβασης από την καθαρεύουσα στη νεοελληνική γλώσσα και τις παλαιότερες διαμάχες για τα γλωσσικά. Ακόμη, στο προηγούμενα ο τόνος έχει μετακινηθεί. Να λοιπόν μία επιπλέον βασική διαφορά μεταξύ ειλικρινά και προηγούμενα, που εξηγεί γιατί το επίρρημα προηγούμενα δεν προέκυψε φυσικά και αβίαστα από το προηγουμένως. Φυσικά, και στην περίπτωση λ.χ. του ζεύγους βεβαίως-βέβαια υπάρχει μετακίνηση τόνου και το βέβαια έχει υιοθετηθεί ευρύτερα. Πάντως, η μετακίνηση του τόνου είναι στοιχείο που διαφοροποιεί την περίπτωση των προηγουμένως-προηγούμενα από αυτήν των ειλικρινώς-ειλικρινά. Είναι ένα επιπλέον στοιχείο που δείχνει ότι ο παραλληλισμός μεταξύ των δύο αυτών ζευγών είναι άστοχος. Εκεί ήθελα να σταθώ.

Έκανα μια υποτυπώδη έρευνα σχετικά με την πρώιμη χρήση των επιρρημάτων ειλικρινά και προηγούμενα. Για το ειλικρινά, ανακάλυψα ένα κριτικό σημείωμα του Γ. Χατζιδάκι, του 1929, όπου ασκεί κριτική στον Γ. Ψυχάρη, γιατί ο τελευταίος χρησιμοποιούσε γλωσσικά στοιχεία «νεότευκτα δήθεν νέα ελληνικά», μεταξύ των οποίων και το ειλικρινά αντί ειλικρινώς (Χατζιδάκις 1977:515). Επίσης, το εννεάτομο λεξικό Δημητράκου στο λήμμα ειλικρινά καταγράφει παράθεμα από τον Μ. Φιλήντα (1870-1934) και συγκεκριμένα από έργο του που εκδόθηκε το 1916. Ως προς το προηγούμενα, βρήκα άρθρο του 1982 (Καλιόρης 1986:101), όπου επικρίνεται η χρήση του προηγούμενα ως επιρρήματος, αντί προηγουμένως. Πρόκειται για το παλαιότερο σχετικό άρθρο που κατάφερα να εντοπίσω. Μεταγενέστερα -αλλά και αυτά της δεκαετίας του '80- είναι δύο κείμενα του Γ. Μπαμπινιώτη με παρόμοια σχόλια για το προηγούμενα (Μπαμπινιώτης 1994:169 και 265). Αυτά τα λίγα στοιχεία κατάφερα να συγκεντρώσω και έχω στη διάθεσή μου.

Και για τις δύο αυτές περιπτώσεις επιρρημάτων, χρειάζεται να γίνει βαθύτερη έρευνα, βασισμένη σε σώματα κειμένων, προκειμένου να ανιχνευθεί πώς ξεκίνησαν να χρησιμοποιούνται και ποια πορεία ακολούθησαν στη συνέχεια. Για το ειλικρινά αφενός, τα προαναφερθέντα στοιχεία δεν είναι αρκετά. Όπως είδαμε, η χρήση του ξένιζε τον Γ. Χατζιδάκι, ωστόσο αυτό πιστοποιεί ότι ήταν ένα σπάνιο επίρρημα τότε; Μήπως η χρήση του ξένιζε μόνο τον Χατζιδάκι ή έστω τους λογίους της εποχής; Μπορούν να βρεθούν στοιχεία που να συνδέουν το ειλικρινά λ.χ. με τον πολιτικό λόγο; Από πότε άρχισε να επεκτείνεται η χρήση του; Για το προηγούμενα αφετέρου, οι πληροφορίες που παρατέθηκαν είναι επίσης ελλιπείς. Χρειάζεται να μάθουμε -αν είναι δυνατόν- πότε ακριβώς εμφανίστηκε, λ.χ. αμέσως μετά τη μεταρρύθμιση του 1976 ή στις αρχές της δεκαετίας του '80. Και από τότε ως σήμερα ποια είναι η χρήση του; Σήμερα μάλλον υστερεί σε συχνότητα χρήσης έναντι του προηγουμένως, αλλά στην πραγματικότητα τι ποσοστό αντιπροσωπεύει; Πόσο συχνά χρησιμοποιείται; Έχει ελπίδες να διαδοθεί ευρύτερα; Διαγράφεται ανοδική τάση στη χρήση του; (ακόμη και η πρόβλεψη του Χατζιδάκι -αν υπάρχει, γιατί εγώ δεν την εντόπισα- ότι ουδέποτε θα επικρατήσει το επίρρημα ειλικρινά δεν είναι αρκετή. Μπορεί μια έρευνα να δείξει ότι το προηγούμενα ως επίρρημα από τη δεκαετία του '80 ως σήμερα φθίνει, επομένως ποια αξία θα έχει τότε ως επιχείρημα η ατυχής πρόβλεψη του Χ. για το ειλικρινά;) Τέλος, πόσοι από αυτούς που χρησιμοποιούν σήμερα το επίρρημα προηγούμενα το επιλέγουν για μη ιδεολογικούς λόγους;

Προτού δοθούν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι το επίρρημα προηγούμενα αποτελεί περίπτωση παρόμοια με του επιρρήματος ειλικρινά. Το ειλικρινά είναι ένας γνήσιος τύπος της δημοτικής, που λέγεται σήμερα φυσικά και αβίαστα. Ελλείψει στοιχείων που να πιστοποιούν το αντίθετο, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι το ειλικρινά όχι μόνο λέγεται σήμερα, αλλά γεννήθηκε κιόλας φυσικά και αβίαστα στο στόμα του λαού. Το προηγούμενα, όμως, και λόγω της μετακίνησης του τόνου, προσκρούει στο γλωσσικό αίσθημα των περισσοτέρων, είναι αφύσικο για τους πιο πολλούς ομιλητές. Η περίπτωση του ειλικρινά δεν αποτελεί «μέγα επιχείρημα» υπέρ του προηγούμενα, όπως ατυχώς ειπώθηκε από την ομιλήτρια, γιατί στον παραλληλισμό των δύο επιρρηματικών τύπων μεταξύ τους δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι γενικότερες συνθήκες που γέννησαν το προηγούμενα. Και με αφορμή ένα συγκεκριμένο τμήμα της ομιλίας (το εξής: «εδώ έρχεται το κομμάτι που λέγεται επιστήμη πλέον»), έχω να πω ότι τέτοιοι, άτοποι παραλληλισμοί δεν είναι σύμφωνοι με την επιστήμη. Κανείς δεν μονοπωλεί την επιστημονική αλήθεια.

[*] Σάββατο 15 Μαΐου 2010, στον Ιανό.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Καλιόρης Γ. 1986: Παρεμβάσεις ΙΙΓλωσσικά (Αθήνα:Εξάντας).

Κριαράς Εμμ. 1988: Τα πεντάλεπτά μου στην Ε.Ρ.Τ. και άλλα γλωσσικά. Βέκδοση με προσθήκες (Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης-Παιδεία).

Μπαμπινιώτης Γ. 1994: Ελληνική γλώσσα: Παρελθόν-παρόν-μέλλον (Αθήνα: Gutenberg [«Γλωσσολογική Βιβλιοθήκη», αρ. 2]).

Χατζιδάκις Γ. 1977: Γλωσσολογικαί έρευναι, τόμος Β’ (Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών).

6 σχόλια:

Νίκος Σαραντάκος είπε...

Καλησπέρα και χαίρομαι που ασχοληθήκατε με το θέμα, αλλά φοβάμαι πως δεν θα συμφωνήσω με όσα γράφετε.

Καταρχάς, βρίσκω πως πολύ βιαστικά προσπερνάτε την ιδιαιτερότητα του "ειλικρινώς" που είναι κατ' εμέ ολοφάνερη. Είναι ίσως η μοναδική περίπτωση που επίρρημα σε -ώς προερχόμενο από επίθετο σε -ής τράπηκε τόσο αβίαστα σε επίρρημα σε -ά. Φυσικά, ο ομιλητής δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό, ακολουθεί το γενικώς > γενικά, θα πείτε' αλλά κάποια ιδιομορφία υπάρχει, γιατί σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δεν έχουμε τροπή σε -ά, δεν έχουμε *δυστυχά, παρόλο που το "δυστυχώς" ήταν ίσως συχνότερο στον προφορικό λόγο από το "ειλικρινώς".

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι το "ειλικρινά" είχε στον καιρό του ξενίσει όσο και το "προηγούμενα" κάμποσες δεκαετίες μετά. Εσείς βρήκατε το άρθρο του Χατζιδάκι που το χαρακτηρίζει "νεότευκτο τύπο", εγώ είχα βρει κάπου (αλλά... δυστυχά δεν κράτησα σημείωση) πρόβλεψή του ότι ουδέποτε θα επικρατήσει ο τύπος αυτός.

Σωστά επισημαίνετε ότι το "προηγούμενα" διαφέρει από το "ειλικρινά" κατά το ότι έχουμε ανέβασμα του τόνου στην τροπή "προηγουμένως > προηγούμενα", αλλά παραβλέπετε ότι σε πάμπολλες άλλες περιπτώσεις έχει γίνει τροπή χωρίς να ενοχλήσει το ανέβασμα του τόνου: διότι βέβαια δεν είναι μόνο το βεβαίως/βέβαια, είναι και το μονίμως που έγινε μόνιμα, είναι και το βασίμως που έγινε βάσιμα, είναι και το φρονίμως που έγινε φρόνιμα, είναι και το ευκόλως που έγινε εύκολα, είναι και το επιπολαίως που έγινε επιπόλαια, και θα μπορούσα να αναφέρω δεκάδες άλλα παραδείγματα, όπου ο τύπος σε -α έχει επικρατήσει ή τουλάχιστο συνυπάρχει χωρίς το ανέβασμα του τόνου να ενοχλεί το γλωσσικό αίσθημα. Οπότε, δεν είναι το ανέβασμα του τόνου επαρκής εξήγηση για την υπαρκτή πράγματι δυσκολία του τύπου "προηγούμενα". Ίσως η εξήγηση να βρίσκεται στο ότι ο τύπος αυτός μετατράπηκε σε κόκκινο πανί για τους γλωσσαμύντορες, ίσως πάλι οι βουλές της γλώσσας να είναι ανεξερεύνητες -πάντως νομίζω ότι η κεντρική ιδέα της παρέμβασης της κ. Ιορδανίδου είναι εύστοχη.

Ανώνυμος είπε...

Στο σχηματισμό των επιρρημάτων αναφέρεται κι ο Λυπουρλής, Γλωσσικές παρατηρήσεις, 1990. Πρόκειται για ραδιοφωνικές εκπομπές που έγιναν το 89.
Επισημαίνει λοιπόν οτι η καθαρεύουσα σχημάτιζε επιρρήματα και απο μετοχές παθητικού α.ενεστώτα (όπως το προηγουμένως που μας ενδιαφέρει) και β.παρακειμένου. Η δημοτική έχει παθητική μετοχή κανονικά μόνο στον παρακείμενο, οπότε επιρρήματα όπως π.χ. συγκεκριμένως σχηματίζονται αβίαστα, αφού μάλιστα οι παθητικές μετοχές λειτουργούν σαν επίθετα, σε -α.
Απο τη στιγμή όμως που η νέα ελληνική δε δημιουργεί επιρρήματα απο μετοχή παθητικού ενεστώτα, οφείλουμε να δούμε αυτά τα επιρρήματα σε -ως σαν «απομεινάρια απο τον αρχαίο ελληνικό λόγο -γι' αυτό όμως δεν έχουμε κανέναν λόγο να τα μεταβάλουμε, δήθεν πως έτσι τα κάνουμε νεοελληνικά. Αναφέρομαι, όπως θα το αντιληφθήκατε ήδη, στα επιρρήματα επομένως, προηγουμένως, ενδεχομένως, ομολογουμένως, απο τα οποία τα τρία πρώτα (αλήθεια, είναι να απορεί κανείς πώς δεν είχε την ίδια τύχη και το τέταρτο), κακοπαθαίνουν αφάνταστα τον τελευταίο καιρό στο λόγο μας ...»

Μαρία

Φοινικιστής είπε...

Καλησπέρα, ευχαριστώ για τα σχόλιά σας.

Δεν αρνούμαι την ιδιαιτερότητα ή και μοναδικότητα του ειλικρινά. Απλώς αναρωτιέμαι ποια άποψη ενισχύουν τα χαρακτηριστικά αυτά του συγκεκριμένου επιρρήματος. Ενδεχομένως, το γεγονός ότι το ειλικρινά αποτελεί μοναδική περίπτωση ενισχύει την άποψη ότι το ειλικρινά είναι ένας γνήσιος επιρρηματικός τύπος της δημοτικής. Τόσο γνήσιος, ώστε δημιουργήθηκε στο στόμα του λαού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι το αντίστοιχο επίθετο είναι ο, η ειλικρινής, το ειλικρινές.

Δεν ξέρω αν μπορεί να δοθεί απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν λέγεται δυστυχά, ενώ λέγεται ειλικρινά.

Νομίζω ότι κάθε νέος τύπος ξενίζει. Φαντάζομαι ότι, όταν ακούστηκε για πρώτη φορά στη Νέα Ελληνική ένας επιρρηματικός τύπος σε -α, θα ξένισε. Μάλλον το ειλικρινά λόγω της ιδιαιτερότητάς του θα ξένισε περισσότερο.

Δεν μου διαφεύγει ότι υπάρχουν άλλες περιπτώσεις ζευγών όπου παρατηρείται διαφορετική θέση του τόνου, όπως βεβαίως-βέβαια. Γι' αυτό άλλωστε, προς το τέλος της παραγράφου που αρχίζει με τη λέξη τουλάχιστον, γράφω «και στην περίπτωση λ.χ. του ζεύγους βεβαίως-βέβαια [...]». Το λ.χ. αυτό ακριβώς υπονοεί, ότι δηλ. υπάρχουν και άλλες τέτοιες περιπτώσεις ζευγών. Συμφωνώ με την άποψη ότι η μετακίνηση του τόνου δεν αποτελεί επαρκή εξήγηση.

Επαναλαμβάνω όμως την κεντρική ιδέα του κειμένου μου, ότι δηλ. ο παραλληλισμός μεταξύ των ειλικρινά και προηγούμενα είναι άστοχος. Έστω και αν αποτελεί μοναδική περίπτωση, έστω και αν ξένισε στην αρχή (και άλλα, άσχετα με τα επιρρήματα, θα ξένισαν στην αρχή, λ.χ. η ονομαστική ο πατέρας αντί ο πατήρ), το ειλικρινά είναι ένας γνήσιος τύπος της δημοτικής. Το προηγούμενα δεν ειπώθηκε φυσικά και αβίαστα. Το ειλικρινά δεν συνδέεται με τον πολιτικό λόγο. Το προηγούμενα είναι φορτισμένο πολιτικά, χρησιμοποιήθηκε σαν λέξη-σημαιάκι, δηλωτική ιδεολογικής ταυτότητας. Το προηγούμενα συνδέεται άρρηκτα με μια ιδιαίτερη περίοδο, της μετάβασης από την καθαρεύουσα στη Νεοελληνική -για το ειλικρινά, που άλλωστε εμφανίζεται πολύ νωρίτερα, δεν έχουμε τέτοια στοιχεία. Επίσης, το ανέβασμα του τόνου δεν μας εμπόδισε να λέμε βέβαια αντί (ή μάλλον εκτός από) βεβαίως, ωστόσο η μετακίνηση του τόνου δεν παύει να είναι στοιχείο που διαφοροποιεί το ειλικρινώς-ειλικρινά από το προηγουμένως-προηγούμενα και αποδυναμώνει τον παραλληλισμό μεταξύ τους. Τέλος, η γλωσσική παρατήρηση του Λυπουρλή στο αμέσως παραπάνω σχόλιο (έχω το βιβλίο του Λ., αλλά δυστυχώς το έχω δανείσει κάπου) προσθέτει ένα ακόμη διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ των ειλικρινά και προηγούμενα. Δεν μπορούμε να λέμε τόσο απλά ότι «κάποια επιρρήματα είναι σε -α και κάποια επιρρήματα είναι σε -ως» και να παραβλέπουμε τις γενικότερες, εξωγλωσσικές συνθήκες, πολιτικές, ιδεολογικές κ.ά., που γέννησαν τον έναν ή τον άλλο τύπο. Αυτό δεν λέγεται επιστήμη και, ειδικότερα, γλωσσολογία.

Στο προηγούμενα ως επίρρημα και γενικά στις όποιες ακρότητες των δημοτικιστών δεν αντιδρούν μόνο οι γλωσσαμύντορες, αλλά και μετριοπαθείς άνθρωποι.

Εγώ πάντως θα στηλιτεύω τις όποιες ακρότητες, από όπου κι αν προέρχονται. Από την κριτική μου δεν θα εξαιρεθεί κανείς. Για παράδειγμα (και δεν αναφέρομαι τώρα σε κάτι σχετικό με επιρρήματα, μιλάω γενικά), και ο Μπαμπινιώτης και ο Κριαράς έχουν εισηγηθεί τύπους που δεν έχουν επαφή με τη γλωσσική πραγματικότητα. Ο Κριαράς σε πάρα πολλά έχει δίκιο, αλλά η Νεοελληνική έχει περισσότερα λόγια στοιχεία από όσα νόμιζε ο ίδιος.

Φοινικιστής είπε...

Κάτι αξιοσημείωτο, που ανακάλυψα πρόσφατα -και με αυτό κλείνω. Υπενθυμίζω το ...συμβήκανε και το ...συμβήκανε επεισόδια στο γήπεδο, για τα οποία έκανα λόγο στην αρχή του κειμένου. Αξίζει λοιπόν να σημειωθεί ότι στο νεοελληνικό του λεξικό (του 1995) και συγκεκριμένα στις γραμματικές πληροφορίες του λήμματος συμβαίνει ο Κριαράς -προς τιμήν του- καταγράφει ως πρωτεύοντα τύπο το συνέβησαν (και ως δευτερεύοντα το συνέβηκαν).

Ανώνυμος είπε...

Δεν υπάρχει λόγος να συζητάμε για τη θέση του τόνου. Στα νέα ελληνικά είτε σχηματίσουμε επίρρημα απο επίθετο είτε απο μετοχή παθητικού παρακειμένου ο τόνος δεν αλλάζει θέση(βέβαιος/πληθ. ουδ. βέβαια, λυπημένος/λυπημένα). Απο τη στιγμή που το προηγούμενος λειτουργεί σαν επίθετο, φυσικό ήταν να δώσει επίρρημα προηγούμενα.
Αυτό που με ενοχλούσε στο προηγούμενα είναι οτι το έλεγαν άνθρωποι που ήθελαν να παραστήσουν τους λαϊκούς, περιφρονώντας τον δημοτικό τύπο για το προηγουμένως που είναι «πρωτύτερα». Άρα λέξη υπήρχε, το προηγούμενα δε κάλυψε κάποιο κενό, απλώς μεταμφίεσε ένα λόγιο τύπο σε δημοτικό.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά αγόρευση(μετά το 81) του Π. Κανελλόπουλου που έλεγε πρωτύτερα και τη θυμάμαι, γιατί είχε ήδη αρχίσει ν' ακούγεται το προηγούμενα αλλά αυτό δε βοηθάει και πολύ στη χρονολόγηση.
Ο Νίκος πάντως λέει προηγουμένως, ακούγεται και στο βίντεο :-)

Μαρία

Αγγελος είπε...

Νομίζω ότι στην προκειμένη (προκείμενη;) περίπτωση παίζει ρόλο κάτι άλλο, που μάλλον δεν επισημάνθηκε ως τώρα: το "ειλικρινά" είναι τροπικό επίρρημα, παράγωγο του "ειλικρινής", και γραμματικά αλλά και στη συνείδηση του ομιλητή, ενώ το "προηγουμένως" είναι χρονικό επίρρημα, αυθύπαρκτο στη συνείδηση του ομιλητή, όσο και το "φέτος" ή το "πέρυσι", που τα μαθαίνει κανείς μικρός, προτού μάθει το "έτος", και που μόνον αν επιδοθεί στη γλωσσολογία θα σκεφτεί ποτέ ότι από αυτό προέρχονται. Για τον ίδιο λόγο με ενοχλεί το - επίσης ΠΑΣΟΚικό - "άμεσα" με τη σημασία του "χωρίς χρονοτριβή", ενώ βεβαίως λέω και "άμεσα" και "έμμεσα" με την τροπική τους σημασία. Στην ίδια κατηγορία θα έβαζα και το "εγκαίρως" (νομίζω δηλαδή ότι πρώτα μαθαίνει το παιδί το επίρρημα και αργότερα το επίθετο) και σαφώς και τα "ευτυχώς" και "δυστυχώς", για τον ίδιο λόγο.