28.12.10

Γλωσσική κινδυνολογία και καταστροφολογία

Ο Χρήστος Γιανναράς σε αυτήν εδώ τη συνέντευξη ισχυρίζεται ατυχώς ότι η συντελεσμένη «καταστροφή» της γλώσσας τα τελευταία χρόνια είναι χειρότερη από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ειδικοί, δηλαδή οι γλωσσολόγοι, δεν κάνουν ποτέ χρήση τέτοιων όρων, όπως γλωσσική καταστροφή. Η γλώσσα δεν φθείρεται ούτε καταστρέφεται. Απλώς μεταβάλλεται με το πέρασμα του χρόνου. Λ.χ. νέες λέξεις ή σημασίες γεννιούνται, ενώ άλλες εκλείπουν. Ένα ακόμη στοιχείο που αποδεικνύει ότι τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αντιεπιστημονικοί αποτελεί η τάση αυτών που τους προβάλλουν να προβαίνουν σε αβάσιμες ή άτοπες συγκρίσεις. Ισχυρίζονται λ.χ. ότι οι σημερινοί νέοι υποπίπτουν σε γλωσσικά λάθη ή ότι δεν γνωρίζουν πολλές λέξεις ή σημασίες. Οι νέοι της δεκαετίας του ’60 λ.χ. ήταν σε καλύτερο επίπεδο; Και, αν ναι, αυτό πώς αποδεικνύεται; Μια περίπτωση άτοπης σύγκρισης είναι μεταξύ λ.χ. ενός κειμένου του Αριστοτέλη και της γλώσσας των σημερινών νέων. Δεν είναι λογικό όμως να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Σε κάθε εποχή οι νέοι μιλούσαν διαφορετικά από τους μεγαλυτέρους. Και η αδυναμία ή δυσκολία πολλών να αναπτύξουν προβληματισμούς και γενικά να εκφραστούν δεν αποτελεί μόνο σημερινό φαινόμενο. Για να το πω πιο απλά, σε κάθε εποχή το αναμενόμενο είναι οι λιγότεροι μαθητές να αξίζουν πολύ υψηλό βαθμό στο μάθημα της έκφρασης-έκθεσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει όλοι, διδάσκοντες, διδασκόμενοι, γονείς και αρμόδιοι, να προσπαθούν για το καλύτερο. Αλλά ο λόγος για γλωσσική φθορά, παρακμή, καταστροφή κτλ. ή για χειροτέρευση των γλωσσικών πραγμάτων δεν εδράζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία. Έχει κυρίως ιδεολογικά κίνητρα, αλλά μπορεί να οφείλεται και στη συνήθη τάση των μεγαλυτέρων να βλέπουν ότι οι νέοι πάνε από το κακό στο χειρότερο σε όλους τους τομείς, όχι μόνο στη γλώσσα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα γλωσσικής –ειδικότερα, σημασιολογικής– μεταβολής θα αναφέρω στο αυριανό σημείωμα. Ο σκοπός μου είναι να δείξω ότι και με το πέρασμα από την αρχαία στη μεσαιωνική ελληνική ή από τη μεσαιωνική στη νέα χάθηκαν γλωσσικά στοιχεία, εν προκειμένω σημασίες. Και έτσι γίνεται σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Η γλωσσική αλλαγή είναι φαινόμενο σύμφυτο με τη γλώσσα. Αν λάβει κανείς υπόψη του τις τεράστιες αυτές μεταβολές, θα πρέπει να συμπεράνει ότι αυτή η γλώσσα διαρκώς καταστρέφεται, εδώ και αιώνες. Προφανώς, κάτι δεν πάει καλά σε αυτούς τους ισχυρισμούς, που προβάλλονται μόνο από μη γλωσσολόγους.

24.12.10

Σχετικά με την ετυμολογία του προπηλακίζω

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία αυτού εδώ του ιστολογίου, το πιο διαβασμένο άρθρο από τα δημοσιευμένα έως χθες είναι αυτό της 1ης Δεκεμβρίου 2010 με τίτλο: «σχετικά με τη σημασία του προπηλακίζω». Επίσης, είναι αξιοσημείωτο ότι, και πάλι σύμφωνα με τα στατιστικά, οι περισσότεροι από όσους επισκέφθηκαν το περιγλώσσιο μέσω μηχανών αναζήτησης είχαν πληκτρολογήσει τις λέξεις προπηλακίζω ή προπηλακισμός, συχνά μαζί με κάποια άλλη λέξη-κλειδί, λ.χ. προπηλακισμός ορισμός ή προπηλακισμός λεξικό. Η αιτία για το τόσο μεγάλο ενδιαφέρον είναι προφανής. Πολύς κόσμος ενδιαφέρεται να μάθει είτε τη σημερινή σημασία των λέξεων προπηλακίζω και προπηλακισμός είτε την ετυμολογία τους, δηλαδή τη ρίζα και την αρχική σημασία τους, είτε και τα δύο. Φαντάζομαι ότι πολλοί θα αναρωτιούνται αν οι λέξεις αυτές συνδέονται ετυμολογικά με τη λέξη πηλός, όπως πράγματι συμβαίνει, και τι σχέση έχει η λέξη πηλός με τη σημασία «χλευάζω, διασύρω κτλ. κάποιον» του προπηλακίζω. Αναρωτιέμαι βέβαια αν η αναζήτηση λέξεων μέσω google είναι ο καλύτερος τρόπος για την επίλυση τέτοιων αποριών. Σίγουρα πρόκειται για έναν εύκολο τρόπο. Πόσο αξιόπιστες όμως είναι οι πληροφορίες που αντλεί κανείς τυχαία από διάφορες ιστοσελίδες; Ο καθένας στο ίντερνετ μπορεί να γράψει ό,τι θέλει. Ακόμη και εγώ εδώ θα μπορούσα να δώσω εσφαλμένες πληροφορίες, όπως λ.χ. ότι το προπηλακίζω χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στους μεσαιωνικούς χρόνους. Γι’ αυτό καλό είναι να ανατρέχει κανείς σε γνωστά λεξικά για γλωσσικές πληροφορίες, ετυμολογικές ή άλλες. Αυτό άλλωστε θα κάνω και εγώ ακολούθως. Ας μην επεκταθώ όμως άλλο στο θέμα της αξιοπιστίας του διαδικτύου και ας επιστρέψω στο προπηλακίζω, που με απασχολεί εδώ.

Το σημερινό άρθρο κατά κάποιον τρόπο συμπληρώνει το προηγούμενο, της 1ης Δεκεμβρίου. Σε εκείνο περιορίστηκα στην τωρινή σημασία του προπηλακίζω. Ήθελα να δείξω ότι στον ορισμό της σημασίας του προπηλακίζω δεν είναι αρκετά τα «χλευάζω», «διασύρω» κτλ. Μπορεί λ.χ. κάποιος να διασυρθεί μέσω διαδικτύου, αλλά δεν θα πούμε ότι προπηλακίστηκε. Στον ορισμό του προπηλακίζω πρέπει να επισημανθεί ότι το πρόσωπο που προπηλακίζει και αυτό που προπηλακίζεται βρίσκονται συγχρόνως στον ίδιο χώρο. Στο σημερινό άρθρο όμως θα αναφερθώ στην ετυμολογία του προπηλακίζω. Το μνημειώδες εννεάτομο λεξικό Δημητράκου σημειώνει ότι το προπηλακίζω είναι και νεότερο, πράγμα που σημαίνει ότι είναι αρχαίο και νεότερο. Η (αρχαία και αρχική) σημασία του ορίζεται ως εξής: «επιχρίω, αλείφω, πασσαλείφω δια πηλού, καλύπτω δια βορβόρου ή ρίπτω εις την λάσπην, όθ. [= όθεν] μτφ. [= μεταφορικώς] δι’ ονειδισμών περιβάλλω τινά, κακώς ή υβριστικώς μεταχειρίζομαι, εξουθενώ, διασύρω, εξευτελίζω». Και ακολουθούν παραθέματα από αρχαία κείμενα: του Σοφοκλή, του Θουκυδίδη, του Ανδοκίδη, του Πλάτωνα, του Λυσία και του Δημοσθένη. Σημειωτέον ότι η αρχική-κυριολεκτική σημασία της λέξης βόρβορος είναι «ακάθαρτη και δυσώδης λάσπη, βούρκος». Το λεξικό Μπαμπινιώτη στην ετυμολογία του προπηλακίζω δίνει την καίρια πληροφορία ότι η μεταφορική σημασία είναι ήδη αρχαία, πράγμα που φαίνεται σε τουλάχιστον τρία από τα αρχαία χωρία που παραθέτει το λεξικό Δημητράκου. Τέλος, το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη στις ετυμολογικές πληροφορίες του προπηλακίζω γράφει: [λόγ. [= λόγιο] < αρχ. [= αρχαίο] προπηλακίζω (κυριολ. σημ. [= κυριολεκτική σημασία]: 'ρίχνω λάσπη')].

23.12.10

Ποιο είναι το θηλυκό του “ο πολίτης”;

«[…] Συνομιλώντας με συνδικαλιστή της ΕΘΕΛ – ΟΑΣΑ είπε [ενν. η Ντόρα Μπακογιάννη] ότι τα εμπορικά στο κέντρο αργοπεθαίνουν και το διαπίστωσε όταν κατέβηκε ως πολίτρια (!!!) και αγοράστρια στο κέντρο. Με το μαλακό μαντάμ. Τη σακατέψατε τη φουκαριάρα την ελληνική γλώσσα. Στον τόπο την αφήσατε…».
(Μ.Πετ., «Ζαπ Ζαπ»Ελευθεροτυπία, 22/12/2010).
Το παραπάνω σχόλιο της Μ. Πετ. μού έδωσε αφορμή για το σημερινό σημείωμα. Ποιο είναι το θηλυκό του ο πολίτης; Με βάση τη διαίσθησή μου θα απαντούσα ότι είναι ο τύπος η πολίτης και δευτερευόντως ο λόγιος τύπος η πολίτις. Η αιτία για τη μη χρήση του η πολίτρια μάλλον είναι η συνακόλουθη σύγχυση στον προφορικό λόγο με το η πωλήτρια, το θηλυκό του ο πωλητής. Και μάλιστα, στο παραπάνω απόσπασμα, αμέσως μετά το πολίτριατυχαίνει να χρησιμοποιείται το αγοράστρια, με αποτέλεσμα να επιτείνεται η σύγχυση. Δηλαδή στο άκουσμα της φράσης ως πολίτρια και αγοράστρια (υπενθυμίζω ότι πρόκειται για προφορικό λόγο, επομένως ως άκουσμα το πολίτρια δεν διαφέρει από το πωλήτρια), το πιο πιθανόν είναι να καταλάβει ο ακροατής πωλήτρια και αγοράστρια, με βάση την αντίθεση μεταξύ του πουλάω και αγοράζω, έστω και αν ομιλήτρια ήταν μια γνωστή πολιτικός, που μπορεί μεν και αυτή να είναι αγοράστρια, αλλά μάλλον δεν δραστηριοποιείται ως πωλήτρια.

Και σε αυτό το θέμα διαπιστώνεται ασυμφωνία μεταξύ των λεξικών ως προς τους καταγεγραμμένους τύπους. Το λεξικό Μπαμπινιώτη (στη δεύτερη έκδοσή του) στο λήμμα (οπολίτης δίνει ως τύπο θηλυκού το (ηπολίτις, με τις εξής γραμματικές πληροφορίες: πολίτιδ-ος, -α, -ίδων. Και πάλι διαισθητικά, θα έλεγα ότι πρωτεύων τύπος πρέπει να είναι το (ηπολίτης και δευτερεύων το (ηπολίτις. Επίσης, αναρωτιέμαι αν χρησιμοποιούνται στη Νέα Ελληνική –και, αν ναι, σε ποια έκταση– τα της πολίτιδοςτην πολίτιδατων πολιτίδων. Αν λ.χ. το καθένα από τα της πολίτιδος και την πολίτιδααντιπροσωπεύει ελάχιστο ή μηδενικό ποσοστό χρήσης, μήπως θα έπρεπε σε ένα νεοελληνικό λεξικό να καταγραφεί για το θηλυκό μόνο το η πολίτης; Ή μήπως μπορεί να δοθεί και το η πολίτις, αλλά με την επισήμανση ότι αυτός ο λόγιος τύπος χρησιμοποιείται κυρίως ή μόνο στην ονομαστική; Το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη στο λήμμα πολίτης έχει καταγράψει τους τύπους θηλυκού ως εξής: θηλ. πολίτης [polítis] & (λόγ.) πολίτις [polítis]. Νομίζω ότι είναι εύστοχη η πρόταξη του η πολίτης, η καταγραφή του η πολίτις ως δευτερεύοντος τύπου και ο χαρακτηρισμός του τύπου αυτού ως λογίου. Ωστόσο, ο αναγνώστης του λεξικού μπορεί να αναρωτηθεί πώς κλίνεται το η πολίτις. Για το αρσενικό ο πολίτης το ίδιο λεξικό παραπέμπει στον πίνακα κλίσης του ναύτης. Υποθέτουμε ότι το θηλυκό η πολίτης κλίνεται και αυτό όπως το ο ναύτης (βλέπε και τα γραφόμενα στη σελίδα ιγ’ της εισαγωγής του λεξικού της Θεσσαλονίκης). Το θηλυκό πολίτις όμως πώς κλίνεται;

Το μεγάλο θέμα εδώ είναι η ανάγκη να θεμελιωθεί η εργασία του λεξικογράφου σε έγκυρα, αντιπροσωπευτικά corpora, δηλαδή σώματα κειμένων. Ο σκοπός του λεξικογράφου θα πρέπει να είναι σε κάθε λήμμα η όσο το δυνατόν πιο πιστή περιγραφή της γλωσσικής πραγματικότητας. Μια εικόνα της πραγματικής χρήσης της γλώσσας μπορεί να σχηματιστεί από ένα επιστημονικό σώμα κειμένων. Έτσι θα είναι σε θέση να γνωρίζει ο λεξικογράφος αν και κατά πόσον χρησιμοποιούνται λ.χ. οι τύποι η πολίτιςτης πολίτιδος κ.λπ. και να καταγράψει τις σχετικές πληροφορίες. Η Ιορδανίδου (2000) για το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη παρατηρεί σωστά ότι «η έλλειψη στήριξης σε συγκροτημένο σώμα κειμένων δεν επέτρεψε να καλυφθούν όλες οι περιπτώσεις, όπως π.χ. πολίτης-θηλ. πολίτης / (λόγ.) πολίτις αλλά συνεργάτης-θηλ. συνεργάτιδα (γιατί όχι και «λόγιο» συνεργάτις; )». Η ίδια –και πάλι σωστά– διαπιστώνει αδιαφάνεια στα κριτήρια επιλογής λόγιων τύπων και στα άλλα γνωστά νεοελληνικά λεξικά.

Επ’ ευκαιρία, ας σημειωθεί ότι μεταξύ των δύο μεγαλύτερων νεοελληνικών λεξικών διαπιστώνεται ασυμφωνία και στη δήλωση των τύπων για το θηλυκό του ο συνεργάτης. Το λεξικό Μπαμπινιώτη στη δεύτερη έκδοσή του έχει καταγράψει τύπο συνεργάτιδα (με δύσχρηστη, όπως τη χαρακτηρίζει, γενική πληθυντικού συνεργατίδων) και επίσης τα χαρακτηριζόμενα ως καθημερινά συνεργάτισσα και συνεργάτρια. Δεν υπάρχει όμως και λόγιος τύπος (ησυνεργάτις; Το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη στο λήμμα συνεργάτης δίνει τα θηλυκά συνεργάτρια (με παραπομπή στον πίνακα κλίσης του θάλασσα) και συνεργάτιδα (χωρίς παραπομπή σε πίνακα κλίσης). Γιατί να μην καταγραφεί και το λόγιο (ησυνεργάτις; Επίσης, χρειάζεται να προστεθεί το (ησυνεργάτισσα; Οι σχετικές έρευνες μπορούν να ξεκαθαρίσουν το τοπίο και να μας δείξουν ποιοι τύποι χρησιμοποιούνται, σε ποια έκταση, σε ποιες περιστάσεις επικοινωνίας κτλ., ώστε να ρυθμίσουν αναλόγως τις αποφάσεις του λεξικογράφου.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Δείτε τις επιφυλλίδες στην ιστοσελίδα του γλωσσολόγου Σπύρου Α. Μοσχονά. Πρόκειται για πολύ αξιόλογα γλωσσολογικά κείμενα που μπορεί να ενδιαφέρουν και τους μη ειδικούς. Τέτοια κείμενα αντιπροσωπεύουν μια κάποια αντίσταση στον επιπόλαιο δημόσιο λόγο για τη γλώσσα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ
Ιορδανίδου Ά. 2000: «Σύγκριση και αξιολόγηση των τεσσάρων λεξικών. Πού μοιάζουν, πού αποκλίνουν, πού διαφωνούν. Αποτίμηση με βάση τις σύγχρονες προδιαγραφές της διεθνούς λεξικογραφίας»: εφημερίδα Η Καθημερινή, 5 Νοεμβρίου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
Ιορδανίδου Ά. 2002: «“Επιτεύχθηκε» ή «επετεύχθη»; Η τυποποίηση της Κοινής Νεοελληνικής». Στο Clairis, Chr. (επιμέλεια), Recherches en Linguistique Grecque IActes du 5e Colloque International de Linguistique Grecque, Sorbonne, 13-15 Septembre 2001. Paris: L’ Harmattan, 239-242.



Μοσχονάς Σπύρος 2000: «Πόση καθαρεύουσα επιτρέπει η δημοτική;»: εφημερίδα Η Καθημερινή, 1 Οκτωβρίου.

18.12.10

«Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει;»

O Χ. Γιανναράς στο άρθρο του «Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει;» (Η Καθημερινή, 12/12/2010) σχολιάζει με ατυχή τρόπο τη χρήση της ελληνικής γλώσσας εκ μέρους του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, παίρνοντας αφορμή από το πολύ καλό άρθρο του γλωσσολόγου Ε.-Φ. Παναγιωτίδη με τίτλο «Ξέρει ο πρωθυπουργός ελληνικά;» (Η Καθημερινή, 5/12/2010). Το άρθρο του Χ. Γιανναρά ανήκει σε ένα πολυπληθές σύνολο κειμένων (άρθρων, σημειωμάτων, επιστολών κ.λπ.) για τη γλώσσα γραμμένων από μη γλωσσολόγους και, ειδικότερα, χαρακτηρίζεται από ανορθολογισμό. Αν ένας μαθητής μου στο μάθημα της έκφρασης-έκθεσης μου είχε παραδώσει τέτοιο γραπτό, είναι βέβαιο ότι θα είχα γεμίσει τα περιθώρια με διάφορες σημειώσεις. Η μόνη αξία του κειμένου του Χ.Γ. έγκειται στο εξής: δείχνει τη διαφορά που έχει στον τρόπο σκέψης ένας γλωσσολόγος από έναν μη γλωσσολόγο, όταν αρθρογραφούν και οι δύο για το ίδιο γλωσσικό θέμα. Καλό είναι να δίνεται το άρθρο αυτό σε πρωτοετείς φοιτητές γλωσσολογίας από διδάσκοντες, προκειμένου να χρησιμεύει ως παράδειγμα αντιεπιστημονικού, ιδεολογικά φορτισμένου λόγου για τη γλώσσα. Με εκφράζει απόλυτα το σχόλιο που δημοσίευσε στην ηλεκτρονική σελίδα της Καθημερινής ένας αναγνώστης με το ψευδώνυμο ΖΑΜ (14/12/2010, 22:05:05): «Νέες καθηγητικές περιττές κουβέντες, κενές ουσίας!». Προσυπογράφω και ένα άλλο σχόλιο (mixpan, 12/12/2010, 21:02:24): «Είναι λυπηρό ο Χ. Γιανναράς να πέφτει στο επίπεδο του λιβελογράφου!». Και αυτό επίσης (sanatorios, 12/12/2010, 21:12:10): «Το όλο άρθρο σας είναι λαϊκιστικό και επιπόλαιο, επιπέδου μεσημεριανάδικου».

Θα προχωρήσω σε σύντομο σχολιασμό των γραφομένων από τον Χ.Γ., γι’ αυτό καλό θα είναι ο αναγνώστης του δικού μου κειμένου να έχει διαβάσει προηγουμένως το άρθρο που θα σχολιάσω. Ο γλωσσολόγος του Πανεπιστημίου Κύπρου (ο Ε.-Φ.Π.) πολύ καλά κάνει και δεν καταλήγει σε συμπέρασμα για την αιτία της δυσκολίας που αντιμετωπίζει στην έκφραση ο Γ. Παπανδρέου, γιατί δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι βέβαιος. Ο Ε.-Φ.Π. πολύ εύστοχα έκανε τη γνωστή διάκριση ανάμεσα στη «γλωσσική ικανότητα» και στη «γλωσσική πραγμάτωση», γιατί έτσι έθεσε τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Με τη διάκριση αυτήν ο Ε.-Φ.Π. θέλει να πει ότι τα γλωσσικά λάθη του Γ.Π. δεν μαρτυρούν κατ’ ανάγκην νοητική υστέρηση, πράγμα που ευτυχώς δείχνει να έχει καταλάβει ο Χ.Γ. στην αρχή της πέμπτης παραγράφου του άρθρου του. Δυστυχώς όμως, πιο μετά ο Χ.Γ. παρερμηνεύει τον Ε.-Φ.Π. ισχυριζόμενος ότι «με αυτή τη διάκριση ο κ. Ε.-Φ.Π. κατορθώνει να θέσει ευπρεπέστατα το οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη, […]». Ειδικά από την αρχή της 7ης παραγράφου («Η περίπτωση του πρωθυπουργού είναι κάτι άλλο») έως το τέλος, το κείμενο του Χ.Γ. υστερεί σε λογικό ειρμό. Ο Χ.Γ. κάνει λόγο για «άνθρωπο χωρίς γλώσσα». Ποιος είπε ότι ο πρωθυπουργός είναι τέτοιος; Είναι προφανές εδώ ότι τελικά ο Χ.Γ. δεν έχει καταλάβει τι γράφει ο Ε.-Φ.Π. σχετικά με τη διάκριση γλωσσικής ικανότητας και γλωσσικής πραγμάτωσης. Υστερώ στη γλωσσική πραγμάτωση δεν σημαίνει ότι είμαι άνθρωπος χωρίς γλώσσα! Άλλωστε, ο Ε.-Φ.Π. ανέφερε και σωστά παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά τη γλωσσική πραγμάτωση, όπως το άγχος, το τρακ, η κόπωση κτλ. Το ότι ο πρωθυπουργός διαβάζει από το χαρτί (αν πράγματι διαβάζει έτσι) το «είμαι πολύ συγκινημένος» πού κολλάει; Είναι επιχείρημα αυτό; Και ποιος είπε ότι ο πρωθυπουργός δεν ελέγχει τη σημασία του μηδέν εις το πηλίκον; Επειδή έκανε ένα σαρδάμ, βγαίνει το συμπέρασμα ότι δεν ξέρει τη σημασία της συγκεκριμένης έκφρασης; Ο λόγος του Χ. Γιανναρά είναι ανορθολογικός. Τα σχετικά με το βλέμμα του Γ.Π. («το βλέμμα, η φυσιογνωμική έκφραση. Το άγλωσσο βλέμμα, σχεδόν βλέμμα πτηνού») κανονικά είναι ανάξια σχολιασμού, θα τα χαρακτήριζα όμως καφενειακού επιπέδου. Τι θα πει «άγλωσσο βλέμμα»; Δηλ. από το βλέμμα του Γ.Π. συμπεραίνει ο Χ.Γ. τι; Τη γλωσσική ανεπάρκεια ή τη νοητική υστέρηση του Γ.Π.; Όσο για το «σχεδόν βλέμμα πτηνού», θεωρώ πολύ χαμηλού επιπέδου αυτήν εδώ τη φράση. Επίσης, κακώς ο Χ.Γ. πιστεύει ότι υπάρχει κίνδυνος να «σκοτωθεί» η γλώσσα. Μια ζωντανή, ομιλούμενη γλώσσα δεν «σκοτώνεται». Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί οι ανυπόστατοι ισχυρισμοί προβάλλονται μόνο από μη γλωσσολόγους. Δεν διατρέχει τέτοιον κίνδυνο η Ελληνική. Τα σχετικά με την… «ασέλγεια του αλητοτουρισμού και της άντλησης πετρελαίων» και μερικά άλλα που παρατίθενται προς το τέλος του άρθρου είναι άσχετα με το θέμα και μου δίνουν την εντύπωση ότι… δεν γινόταν να λείπουν από το άρθρο του Χ.Γ.

Είναι καιρός οι μεγάλες σε κυκλοφορία και ευρύτερα γνωστές εφημερίδες να βελτιωθούν και ως προς αυτό ακόμη το θέμα, δηλ. τον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα. Έχω χάσει πολλές ώρες από τη ζωή μου διαβάζοντας σε διάφορες στήλες κείμενα μη γλωσσολόγων για τη γλώσσα τα οποία δείχνουν έλλειψη επιστημονικής μεθόδου ή και κοινής λογικής στην προσέγγιση γλωσσικών θεμάτων. Ως παράδειγμα αναφέρω τα διαφορά σημειώματα για τη γλώσσα που δημοσιεύει στην Ελευθεροτυπία ο Στάθης Σταυρόπουλος. Από καθηγητές πανεπιστημίου όμως έχει κανείς άλλες απαιτήσεις, έστω και αν προσεγγίζουν τη γλώσσα ιδεολογικά και χωρίς να έχουν γνώση των αρχών και των μεθόδων της γλωσσολογίας, γιατί αυτοί τουλάχιστον μπορούν να αρθρώσουν υποτίθεται επιστημονικό λόγο. Είναι απαράδεκτος λοιπόν αυτός εδώ ο ανορθολογισμός, η άστατη σκέψη και τα άσχετα επιχειρήματα που βλέπει κανείς στα άρθρα του Χ.Γ. για θέματα γλώσσας. Είναι ανάγκη να δημοσιεύονται σε μεγάλες εφημερίδες άρθρα γλωσσολόγων όσο το δυνατόν περισσότερο. Έχουμε ανάγκη από κείμενα που να παρέχουν έγκυρη ενημέρωση και να καλλιεργούν προβληματισμό για τα γλωσσικά. Το αναγνωστικό κοινό, όσο πιο συχνά γίνεται, θα πρέπει να έρχεται σε επαφή με κείμενα για τη γλώσσα που να βασίζονται σε γλωσσολογικές αρχές και να χαρακτηρίζονται από λογική επιχειρηματολογία. Ευτυχώς, η Καθημερινή φιλοξενεί άρθρα των Σ. Μοσχονά και Ε.-Φ. Παναγιωτίδη. Δεν εννοώ όμως ότι θα ήθελα να διαβάζω κείμενα γραμμένα μόνο από πανεπιστημιακούς. Ευπρόσδεκτα είναι γενικά τα κείμενα για τη γλώσσα που οι δημιουργοί τους έχουν την απαιτούμενη γλωσσολογική ενημέρωση, και ας μη διδάσκουν σε πανεπιστήμια. Έχω φίλους και γνωστούς που είναι πολύ αξιόλογοι γλωσσολόγοι-ερευνητές, αλλά δυστυχώς κανείς μη γλωσσολόγος δεν έχει διαβάσει κείμενά τους. Και απεναντίας, χιλιάδες αναγνώστες εφημερίδων τρέφονται με κείμενα που παραπληροφορούν, π.χ. κάνουν λόγο για τον φανταστικό κίνδυνο να χαθεί η ελληνική γλώσσα. Οι υπεύθυνοι των εφημερίδων με κατάλληλες επιλογές συνεργατών θα πρέπει να αντιτάξουν τη φωνή της γλωσσολογίας στον ανερμάτιστο δημόσιο λόγο για τη γλώσσα.

17.12.10

αφορά: με ή χωρίς σε;

Σχετικά με τη συντακτική λειτουργία του αφορά, σε μερικούς ομιλητές γεννάται το ερώτημα αν η σύνταξή του είναι εμπρόθετη (με την πρόθεση σε) ή απρόθετη. Το αφορά έχει δύο σημασίες: «αναφέρεται, σχετίζεται» (παραδείγματα: Πρόκειται για μια παλιά ιστορίαπου αφορά το χθεςΡυθμίστηκαν εκκρεμότητες που αφορούσαν τα συμβόλαια των παικτώνΗ υπόθεση του έργου αφορά τον έρωταΣυζητήθηκαν θέματα που αφορούν την ασφάλεια των εργαζομένων.) και «ενδιαφέρει» (παραδείγματα: Το να οδηγεί κάποιος υπό την επήρεια αλκοόλ με αφοράγιατί κινδυνεύωΗ προστασία του περιβάλλοντος και η ποιότητα ζωής μάς αφορούν όλουςΔεν με αφορά τι κάνεις στην προσωπική σου ζωήΑφού δεν σε αφορά το θέμακαλύτερα να μη σχολιάζεις. -με την έννοια ότι κάτι (δεν) ενδιαφέρει κάποιον, (δεν) εμπίπτει στα ενδιαφέροντά του, (δεν) είναι δικός του λογαριασμός ή δική του υπόθεση). Από τη διαδικτυακή έρευνα επαληθεύονται τα εξής: Όταν το αφορά σημαίνει «αναφέρεται, σχετίζεται», απαντούν και οι δύο χρήσεις, αφορά κάτι και αφορά σε κάτι. Λέγεται λ.χ. και εκκρεμότητες που αφορούσαν τα συμβόλαια κτλ. και εκκρεμότητες που αφορούσαν στα συμβόλαια κτλ. Η εμπρόθετη χρήση του αφορά εδώ οφείλεται στη σύνταξη την οποία είχε το ρήμα αρχικά, όταν αυτό σήμαινε «αποβλέπει σε» ή «αποσκοπεί σε» (βλέπε το σχετικό σχόλιο που παρατίθεται μετά το λήμμα αφορώ του ΛΝΕΓ). Απεναντίας, όταν το αφορά έχει τη σημασία του «ενδιαφέρει», τότε η χρήση του είναι μόνο απρόθετη. Λέμε για κάτι ότι δεν με αφορά και όχι ότι δεν αφορά σε μένα.

Στο λήμμα αφορά ενός νεοελληνικού λεξικού θα πρέπει να περιγραφεί η γλωσσική πραγματικότητα. Είναι σωστό να καταγραφούν και οι δύο χρήσεις, αλλά με κάποιον τρόπο να φανεί ότι στην πρώτη σημασία του αφορά η χρήση αφορά κάτι, χωρίς το σε, υπερτερεί, ενώ στη δεύτερη σημασία η απρόθετη αυτή χρήση είναι η μοναδική. Για παράδειγμα, στο πεδίο των γραμματικών-συντακτικών πληροφοριών μπορεί να σημειωθεί πρώτα η απρόθετη και μετά η εμπρόθετη σύνταξη του ρήματος και να δοθεί επιπλέον η πληροφορία ότι το ρήμα στη δεύτερη σημασία του χρησιμοποιείται μόνο απρόθετα. Επίσης, τέτοια σειρά καταγραφής μπορούν να ακολουθούν και τα παραδείγματα χρήσης του ρήματος στην πρώτη σημασία. Δικαιολογημένα από μερικούς αξιολογείται αρνητικά η λόγια / εμπρόθετη σύνταξη ως δείγμα αρχαϊστικής ή σχολαστικής τάσης (ενδεικτικά, βλέπε Παπαζαφείρη 1996:104 και Χάρη 2003:369-372). Είναι αξιοσημείωτο το εξής: Όταν ήμουν μαθητής τρίτης λυκείου, έγραψα σε μια έκθεση αφορά κάτι, ο φιλόλογος συμπλήρωσε το σε και εγώ απόρησα. Στα 18 μου δηλ. η χρήση αφορά κάτι ήταν για μένα πολύ φυσική, ενώ με ξένιζε η εμπρόθετη χρήση του ρήματος. Ωστόσο, ο λεξικογράφος είναι υποχρεωμένος να καταγράψει και αυτήν την τελευταία, αν θέλει να ακολουθήσει περιγραφική μέθοδο προσέγγισης του συζητούμενου θέματος. Όπως σε όλα τα θέματα, έτσι και στη σύνταξη του αφορά ο σκοπός πρέπει να είναι η πιστή απόδοση της γλωσσικής πραγματικότητας, όποια και αν είναι αυτή, είτε αρέσει σε κάποιον είτε δεν αρέσει.

Κανένα λεξικό της περιόδου 1995-2010 δεν περιγράφει πλήρως και εντός λήμματος τη γλωσσική πραγματικότητα ως προς τη συντακτική συμπεριφορά του αφορά. Το ΝΕΛ και το ΛΚΝ μέσω παραδειγμάτων καταγράφουν μόνο τη χρήση του αφορώ χωρίς το σε. Θα έπρεπε να έχει καταγραφεί (ως δευτερεύουσα και λόγια) και η χρήση του με το σε. Το ΛΝΕΓ με ρητές συντακτικές πληροφορίες και μέσω παραδειγμάτων καταγράφει την εμπρόθετη σύνταξη στην πρώτη σημασία και την απρόθετη στη δεύτερη. Στην πρώτη θα έπρεπε να έχει καταγραφεί ως πρωτεύουσα η σύνταξη του αφορώ χωρίς το σε. Το ίδιο λεξικό σε πλαισιωμένο σχόλιο (με τίτλο: «αφορά: με ή χωρίς σε;») μετά το λήμμα αφορώ χαρακτηρίζει λογιότερη και πιο προσεγμένη την εμπρόθετη χρήση. Λογιότερη ή, καλύτερα, απλώς λόγια μπορεί να χαρακτηριστεί, αλλά το πιο προσεγμένη είναι αμφίβολο. Επίσης, το ΛΝΕΓ σημειώνει ότι με τη σημασία «αναφέρομαι σε» μπορεί πλέον να χρησιμοποιείται και χωρίς την πρόθεση σε, ιδίως με τις προσωπικές αντωνυμίες εμέναεσένα κτλ. Εδώ θα έπρεπε να έχει επισημανθεί ότι το αφορά με τη σημασία του «αναφέρεται σε» χρησιμοποιείται κυρίως έτσι, ενώ με τη σημασία του «ενδιαφέρει», και μάλιστα συχνά ακολουθούμενο από τις προσωπικές αντωνυμίες εμέναεσένα κτλ., μόνο έτσι, δηλ. χωρίς την πρόθεση σε. Τέλος, το ΛΝΕΓ στο ίδιο σχόλιο θεωρεί ότι το αφορά χωρίς το σε «εμφανίζεται κυρίως στη λιγότερο επίσημη και περισσότερο καθημερινή χρήση της γλώσσας». Σε γενικές γραμμές, οι υφολογικοί χαρακτηρισμοί είναι σχετικοί. Με δεδομένο ότι το αφορά σε κάτι είναι λόγιο, μπορεί να θεωρηθεί και επίσημο. Πάντως, το αφορά κάτι κάλλιστα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε επίσημες και σε καθημερινές περιστάσεις επικοινωνίας, δεν είναι σωστό δηλ. να θεωρηθεί ανεπίσημο και καθημερινό. Απεναντίας, θα ξένιζε το αφορά σε κάτι στην ανεπίσημη και καθημερινή χρήση της γλώσσας.

Α. ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ

ΛΚΝ
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

ΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης Γ. 2002 (2η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. (Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας).

ΝΕΛ
Kριαράς Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικόΛεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών).

Β. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Παπαζαφείρη Ι. 1996: Λάθη στη χρήση της γλώσσας µας, τόµος I (Αθήνα: Σμίλη).

Χάρης Γ. 2003: Η γλώσσατα λάθη και τα πάθη, τόµος I (Αθήνα: Πόλις).

7.12.10

Lion king

Δεν αναδημοσίευσα χωρίς ειδικό λόγο σε αυτό εδώ το blog το εμπεριστατωμένο άρθρο «Απ’ τα χώματα βγαλμένοι: ένας αρχαίος σύγχρονος μύθος» του Γ. Παπαναστασίου [*]. Θεώρησα ότι το συγκεκριμένο δημοσίευμα αποτελεί κατάλληλη εισαγωγή σε αυτό που θέλω να γράψω εδώ. Θα αναφερθώ σε μια χαρακτηριστική περίπτωση συνομιλητή μου μέσω ενός forum πριν από χρόνια. Ήταν κάποιος που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο lion king. Αυτός λοιπόν ήταν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα αναγνώστη βιβλίων διαφόρων παραφιλολογικών και παραγλωσσολογικών εκδόσεων του γνωστού χώρου. Για να πάρει κανείς μια ιδέα, ας διαβάσει ένα εξαιρετικό κείμενο για «το σύνδρομο του Βασιλάκη», όπως το ορίζει ο συγγραφέας Δ. Ευαγγελίδης [**]. Είναι σαν να αναφέρεται ο Δ. Ευαγγελίδης στον δικό μου συνομιλητή.

Κάποτε λοιπόν ο lion king ρώτησε τα εξής:
«Αφού η προέλευση του αλφαβήτου είναι φοινικική, γιατί η Ελληνική θεωρείται ινδοευρωπαϊκή και όχι… σημιτοχαμιτική γλώσσα;»
«Οι Έλληνες, αφού πήραν τα γράμματα από τους Σημιτοφοίνικες…, γιατί η Φοινικική τότε συγκαταλέγεται στη σημιτο-χαμιτική οικογένεια κι όχι στην ινδοευρωπαϊκή;»
Κλασική περίπτωση σύγχυσης της γραφής με τη γλώσσα. Η ένταξη μιας γλώσσας σε αυτήν ή εκείνη τη γλωσσική οικογένεια καθορίζεται από τη γραμματικοσυντακτική της δομή. Σε θεωρητικό επίπεδο είναι δυνατόν μια γλώσσα να αποτυπωθεί με διάφορα συστήματα γραφής. Προϋπάρχει η γλώσσα ως προφορικός λόγος και έπεται η αποτύπωσή της σε κάποιο υλικό μέσω του γραπτού λόγου.

Και ο φίλος Αλέξανδρος Φατσής έγραψε εύστοχα τα εξής:
«Η παραπάνω ερώτηση δείχνει –νομίζω– ότι οι γλωσσολόγοι που συνομιλούν με τους «αρχαιολάτρες» είναι τουλάχιστον αφελείς. Έχοντας διαβάσει τέτοιες συζητήσεις, μόνο σε αυτό το συμπέρασμα μπορώ να καταλήξω. Τι προσπαθείτε, κύριοι; Να αποδείξετε σε ανθρώπους που έχουν βγάλει ήδη τα συμπεράσματά τους, μια επιστημονική θεωρία;; Για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να κάνετε copy-paste όλη τη σχετική βιβλιογραφία. Αλλά, όπως αποδεικνύει το παραπάνω ερώτημα, και πάλι δεν θα είχε κανένα νόημα. Δεδομένου ότι οι συνομιλητές σας είναι άτομα χωρίς επαφή με το αντικείμενο, δεν μπορούν να κατανοήσουν τα επιχειρήματά σας. […] Είναι τυχαίο άραγε ότι αυτές οι απόψεις υποστηρίζονται μόνο από μη γλωσσολόγους;;; Δεν έχουν γνώση του αντικειμένου, άρα είναι λογικό να υποστηρίζουν αυτά τα πράγματα. Προσπαθείτε να διδάξετε γεωμετρία σε κάποιον που μόλις ξέρει να μετράει τα δάχτυλά του. Τι πιθανότητες υπάρχουν να έχετε αποτέλεσμα;;; Ελάχιστες. Είναι τυχαίο, πιστεύετε, ότι οι συνομιλητές σας ασχολούνται με αυτό το τμήμα της επιστήμης της γλωσσολογίας και όχι π.χ. με τις ομοιότητες ανάμεσα στην κυπριακή και την ποντιακή διάλεκτο;;;; Το θέμα έχει προφανώς άλλες προεκτάσεις και κατά συνέπεια, τουλάχιστον, ματαιοπονείτε. […]
»Η συζήτηση που κάνετε έχει το ίδιο νόημα με μία στην οποία θα προσπαθούσατε να πείσετε τον κύριο Τάκη Τσουκαλά ότι ο Ολυμπιακός δεν είναι η καλύτερη ομάδα. Το συμπέρασμα για τον κύριο Τσουκαλά υπάρχει ήδη. Ξέρει ποια είναι η καλύτερη ομάδα. Είναι σίγουρος γι’ αυτό. Μένει μόνο να βρει τα στοιχεία που το επιβεβαιώνουν. Και τα στοιχεία που δεν συμφωνούν με αυτό, είτε είναι λάθος είτε δεν ερμηνεύονται σωστά. Άρα, η προσπάθειά σας να αποδείξετε γλωσσολογικές αλήθειες εδώ δεν έχει νόημα. Αν τους ενδιέφερε η επιστήμη σας, θα γινόντουσαν και αυτοί γλωσσολόγοι. Η πατρίδα μας τους ενδιαφέρει».
Δημοσίευσα ένα κείμενο όπου έκανα λόγο για τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και σε ένα σημείο ανέφερα ως παραδείγματα τέτοιων γλωσσών την αλβανική και την αρχαία ινδική. Ο λόγος για την επιλογή των συγκεκριμένων παραδειγμάτων ήταν διττός: Αφενός, ήθελα να αναφέρω μια σύγχρονη και μια αρχαία ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Αφετέρου, και με δεδομένο ότι στο συγκεκριμένο σημείο του κειμένου έγραφα ότι οι «ελληνοκεντρικοί» αρνούνται την ινδοευρωπαϊκή θεωρία για ιδεολογικούς λόγους, επίτηδες επέλεξα το παράδειγμα της αλβανικής γλώσσας. Είναι πιο πιθανό να ενοχληθεί ένας εθνικιστής από τη «συνύπαρξη» της ελληνικής και της αλβανικής στο πλαίσιο της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας παρά λ.χ. από τη «συνύπαρξη» της ελληνικής και της ιταλικής. Η αναφορά μου δηλαδή στα ιδεολογικά κίνητρα των «ελληνοκεντρικών» με οδήγησε στο να αναφέρω το παράδειγμα της αλβανικής γλώσσας. Και ο lion king έγραψε:
«Βάζεις την αλβανική γλώσσα ανάμεσα στην ελληνική και την ινδική. Αυτό δεν είναι μόνο αντιεπιστημονικό (τι θα μας πεις δηλαδή για την αλβανική γλώσσα; ) αλλά και αστείο. Άσε την ποιότητα, την παραβλέπω, αλλά υπάρχουν και κάτι χιλιάαααααααδες χρόνια διαφορά ύπαρξης».
Το χωρίο αυτό αντικατοπτρίζει δύο βασικά χαρακτηριστικά ενός «ελληνοκεντρικού». Το πρώτο είναι η έλλειψη επιστημονικής σκέψης ή μεθόδου. Το δεύτερο είναι ο ιδεολογικός φανατισμός. Δεν έβαλα καμία γλώσσα «ανάμεσα» σε δύο άλλες, απλώς ανέφερα παραδείγματα ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Δεν έγραψα τίποτε που δεν στέκει. Επίσης, ρωτάει ο lion king: «Τι θα μας πεις δηλαδή για την αλβανική γλώσσα;». Μα, ότι ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια, αυτό ήθελα να πω και αυτό είπα. Και δεν αποτελεί καν προσωπική άποψη. Ακόμη, γράφει ο lion king: «Άσε την ποιότητα, την παραβλέπω, αλλά υπάρχουν και κάτι χιλιάαααααααδες χρόνια διαφορά ύπαρξης». Δεν ξέρω πώς εννοεί την «ποιότητα» ο lion king. Αν εννοεί ότι η ελληνική είναι καλλιεργημένη γλώσσα και ότι σε αυτήν έχουν γραφτεί σπουδαία κείμενα, το αναμφισβήτητο αυτό γεγονός δεν αναιρεί τη γλωσσική συγγένεια μεταξύ ελληνικής και αλβανικής. Στη συνέχεια γράφει ο lion king ότι μεταξύ αφενός της αλβανικής και αφετέρου της ελληνικής (και της ινδικής) «υπάρχουν και κάτι χιλιάαααααααδες χρόνια διαφορά ύπαρξης». Πράγματι, οι πρώτες γραπτές μαρτυρίες της αλβανικής είναι πολύ μεταγενέστερες (τοποθετούνται χρονικά στον 15ο αι. μ.Χ.). Ωστόσο, ακόμη και αν μια γλώσσα δεν έχει καμία γραπτή μαρτυρία, ακόμη και αν δεν έχει καν αποτυπωθεί με γραπτά σύμβολα, μπορεί κάλλιστα να ανήκει στην ίδια γλωσσική οικογένεια με μια άλλη γλώσσα που χαρακτηρίζεται από πλούσια και μακραίωνη γραμματεία. Η παχυλή άγνοια και ο εθνικιστικός φανατισμός όμως εμποδίζουν κάποιον να κάνει τέτοιες λεπτές διακρίσεις. Να πώς σκέφτεται ένα θύμα της παραπληροφόρησης των εκδοτών του γνωστού ακραίου χώρου: Διαβάζει ή ακούει κάτι για την αλβανική γλώσσα και αφρίζει. Λες και έγραψα κάτι που δεν στέκει ή είναι καθαρά υποκειμενικό. Όποιος ανοίξει ένα βιβλίο ιστορικής γλωσσολογίας θα διαπιστώσει ότι η ελληνική και η αλβανική ανήκουν στην ίδια οικογένεια γλωσσών. Αυτός λοιπόν είναι ο μέσος αναγνώστης παραεπιστημονικών και παραγλωσσολογικών βιβλίων, τόσο πολύ τον έχουν φανατίσει και έτσι τον έχουν εκπαιδεύσει μερικοί. Πρόκειται για έναν ημιμαθή και φανατικό. Και με τους χαρακτηρισμούς αυτούς δεν υψώνω τους τόνους, αλλά περιγράφω απλώς μια πραγματικότητα.

[*] Παπαναστασίου Γ. 2006: «Απ’ τα χώματα βγαλμένοι: ένας αρχαίος σύγχρονος μύθος». Φιλόλογος, 125, 433-441.

[**] [Από το βιβλίο του Δημήτρη Ευαγγελίδη «Μή συμβατικές» ΘεωρίεςΟἱ κερδοσκόποι τοῦ «Ἑλληνισμοῦ» καί ὁ φενακισμός τῶν ἀφελῶν (Θεσσαλονίκη 2007:Κυρομάνος), σελίδες 82-83]

3.12.10

Σχετικά με τα επιρρήματα απλά–απλώς κτλ.

Σύμφωνα με διάφορες βιβλιογραφικές πηγές, όπως οδηγούς ή άρθρα για τη χρήση της νεοελληνικής γλώσσας, ορισμένοι τύποι επιρρημάτων σε -α κανονικά έχουν διαφορετική σημασία από τους αντίστοιχους επιρρηματικούς τύπους σε -ως. Για παράδειγμα, απλά σημαίνει «με απλό τρόπο» (Θα μιλήσω απλά, ώστε να με καταλάβετε όλοι), ενώ απλώς «μόνο» (Δεν είμαι ο συντάκτης του κειμένου, εγώ απλώς το αναδημοσίευσα)· άμεσα σημαίνει «χωρίς μεσολάβηση» (Ο υποδιευθυντής λογοδοτεί άμεσα στον ίδιο τον διευθυντή), ενώ αμέσως «χωρίς χρονοτριβή» (Ξάπλωσα και με πήρε αμέσως ο ύπνος)· επίσης, αδιάκριτα «χωρίς διακριτικότητα» (Με κοιτάζει αδιάκριτα και με φέρνει σε δύσκολη θέση), ενώ αδιακρίτως «χωρίς διάκριση» (Ένοπλος πυροβολούσε αδιακρίτως ανυποψίαστους περαστικούς)· τέλος, έκτακτα «υπέροχα» (Πήγα για λίγες μέρες στο εξωτερικό και πέρασα έκτακτα), ενώ εκτάκτως «εκτός προγράμματος» (Σε επείγουσες περιπτώσεις η επιτροπή συνεδριάζει εκτάκτως) κ.ά. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΛΝΕΓ παραθέτει πλαισιωμένα σχόλια για τη διτυπία αυτή των επιρρηματικών τύπων μετά τα λήμματα απλώςαμέσωςαδιακρίτωςέκτακτα (1).

Ωστόσο, με βάση τη γλωσσική πραγματικότητα, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσαν χονδρικά να διακριθούν δύο κατηγορίες επιρρηματικών ζευγών. Στην πρώτη, η μορφολογική διάκριση αντιστοιχεί πάντοτε και σε σημασιολογική: λ.χ. ευχαρίστως «με προθυμία» (Ευχαρίστως θα σε βοηθήσωαν χρειαστεί)-ευχάριστα «με ευχάριστη διάθεση» (Πέρασα ευχάριστα την ώρα μου), περιέργως «παραδόξως» (Περιέργως δεν κάνει κρύοαν και χειμώνας)-περίεργα «με περιέργεια κτλ.» (Με κοίταζε περίεργασαν να ήθελε να με ρωτήσει κάτι). Στη δεύτερη, τα επιρρήματα σε -α και αυτά σε -ως αλληλοεπικαλύπτονται εν μέρει ή πλήρως ως προς τις σημασίες τους. Για παράδειγμα, τη σημασία «μόνο» εκφράζει και το απλώς και το απλά, τη σημασία «χωρίς χρονοτριβή» και το αμέσως και το άμεσα κ.λπ. Καλό είναι να διακριθούν μεταξύ τους οι περιπτώσεις αυτές και να μη εξετάζονται τα εν λόγω επιρρηματικά ζεύγη όλα μαζί, σαν να μην έχουν διαφορές μεταξύ τους. Και πάντως δεν είναι σωστό η περίπτωση λ.χ. των απλάαπλώς να αντιμετωπίζεται από λεξικογραφική ή άλλη άποψη με τον ίδιο τρόπο όπως η περίπτωση λ.χ. των περίεργαπεριέργως.

Οι Holton–Mackridge–Φιλιππάκη (1999:340) σημειώνουν ότι «το απλός σχηματίζει τα επιρρήματα απλά και απλώς, όπου το πρώτο σημαίνει «με απλό τρόπο» και το δεύτερο «μόνο». Ομοίως, το ευχάριστος σχηματίζει τα επιρρήματα ευχάριστα και ευχαρίστως». Και ακολουθούν τέσσερα παραδείγματα, δύο για το ζεύγος απλάαπλώς και δύο για το ζεύγος ευχάρισταευχαρίστωςΤο έκανε απλάΑπλώς κοιτάζωΠέρασα ευχάριστα τις διακοπές μουΘα το κάνω ευχαρίστως. Ωστόσο, η περίπτωση των απλάαπλώς δεν είναι όμοια με των ευχάρισταευχαρίστως. Το ευχαρίστως δεν αντικαθίσταται από το ευχάριστα ούτε το ευχάριστα από το ευχαρίστως. Πολλοί ομιλητές όμως χρησιμοποιούν το απλά αντί για το απλώς. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των απλάαπλώς και των ευχάρισταευχαρίστως.

Οι Holton–Mackridge–Φιλιππάκη (2007:184) γράφουν ότι μερικές φορές οι δύο επιρρηματικοί τύποι, σε –ως και σε -α, εμφανίζουν σημαντικές διαφορές στη σημασία ή στη χρήση και φέρνουν ως παραδείγματα τα ζεύγη καλώς (σε στερεότυπες εκφράσεις όπως καλώς ήλθες και καλώς ως βαθμός πτυχίου) και καλάευχαρίστως («με ευχαρίστηση») και ευχάριστα («με ευχάριστο τρόπο»), τελείως («ολοκληρωτικά») και τέλεια («με τέλειο τρόπο»), ίσως («πιθανώς», εντελώς διαφορετική σημασία από του ίσα, όπως σημειώνουν εύστοχα οι συγγραφείς) και ίσα («εξίσου»), απλώς («μόνο») και απλά («με απλό τρόπο»). Για το τελευταίο ζεύγος επιρρημάτων οι Holton–Mackridge–Φιλιππάκη προσθέτουν ότι αυτή η διάκριση δεν γίνεται πάντα. Για την ακρίβεια, τα τελευταία χρόνια η διάκριση μεταξύ απλώς και απλά συνήθως δεν γίνεται, πράγμα που πρέπει να δηλωθεί και σε λεξικά και σε γραμματικές της Νέας Ελληνικής.

Οι Κλαίρης–Μπαμπινιώτης (2005:912-913) επισημαίνουν ότι οι δύο επιρρηματικοί τύποι, ένας με κατάληξη –α και ένας με κατάληξη –ως, σε μερικές περιπτώσεις δεν είναι συνώνυμοι, αλλά διαφέρουν στη χρήση ή και εμφανίζουν εντελώς διαφορετική σημασία. Στα παραδείγματα που παραθέτουν όμως δεν περιλαμβάνονται οι τύποι απλά και απλώς, αλλά τα ζεύγη επιρρημάτων ακριβάακριβώςέκτακταεκτάκτωςευχάρισταευχαρίστως και άμεσααμέσως. Να τα παραδείγματα που δίνουν: Ψωνίζει πάντοτε πολύ ακριβά στις καλύτερες μπουτίκ. Θα συναντηθούμε στις οκτώ ακριβώς. Επίσης: Έκτακτα περάσαμε στη Σουηδία! Επέστρεψαν εκτάκτως από τη Σουηδία για τις εξετάσεις. Ακόμη: Περνάει πολύ ευχάριστα η ώρα, όταν έχεις καλή παρέαΕυχαρίστως να σας ξεναγήσω στον πύργο. Τέλος: Το πρόβλημα πρέπει να λυθεί άμεσα από τον πρόεδρο χωρίς τη μεσολάβηση κανενός άλλου. Μια στιγμή και επιστρέφω αμέσως(4)

Ως προς τις σχολικές γραμματικές της Νέας Ελληνικής, δύο παλαιότερες, του Τριανταφυλλίδη και του Τσολάκη (δες εδώ), δεν θίγουν το συζητούμενο θέμα. Απεναντίας, μια νεότερη, του Χατζησαββίδη (δες εδώ), στις σελίδες 100-101 γράφει ότι μερικές φορές οι επιρρηματικοί τύποι σε –ως διαφέρουν σημασιολογικά από τους αντίστοιχους σε –α και αναφέρει, με ορισμούς σημασιών και παραδείγματα χρήσης, τα ζεύγη αμέσως («πολύ γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση»)-άμεσα («απευθείας, χωρίς μεσολάβηση»), απλώς («μόνο»)-απλά («με απλό τρόπο») και ευχαρίστως («με ευχαρίστηση»)-ευχάριστα («με ευχάριστο τρόπο»). Να τα σχετικά παραδείγματα: Θα σου τηλεφωνήσω αμέσως. Ο κ. Γεωργίου απευθύνεται άμεσα στους υφισταμένους του. Επίσης: Δεν είπε τίποτε. Απλώς τον χαιρέτησε. Αλλά: Η Μαρία τα λέει απλά και κατανοητά. Τέλος: Αν θέλει, ευχαρίστως να έρθει. Ο χρόνος μας εδώ περνάει ευχάριστα. Για τη διαφορά τουλάχιστον του ζεύγους απλάαπλώς από το ζεύγος ευχάρισταευχαρίστως ισχύουν τα προαναφερθέντα σχόλιά μας.

Η μεγάλη γραμματική Τριανταφυλλίδη, του 1941, στην παράγραφο 995 αναφέρεται στη σημασιολογική διαφορά μεταξύ του ακριβά (το αγόρασες ακριβά) και του ακριβώς (ακριβώς αυτό εννοούσα και εγώ), του έκτακτα (περάσαμε στο ταξίδι έκτακτα) και του εκτάκτως (είχαν εκτάκτως μεγάλα κέρδη), του ευχάριστα (περάσαμε ευχάριστα) και του ευχαρίστως (δέχομαι ευχαρίστως την πρότασή σας). Και προσθέτει ότι «το χρονικό επίρρημα αμέσως λέγεται μόνο έτσι, σε -ως, ενώ το τροπικό λέγεται άμεσα αλλά στην ανάγκη και αμέσως, αντίθετο του έμμεσα ή εμμέσως». Φαίνεται ότι τα γραφόμενα από τον Τριανταφυλλίδη εδώ απεικονίζουν τη γλωσσική πραγματικότητα της εποχής του ως προς τη χρήση των εν λόγω επιρρημάτων.

Είναι πλέον καιρός τα λεξικά της Νέας Ελληνικής να καταγράψουν όλες τις σημασίες και τις χρήσεις του επιρρηματικού τύπου απλά. Συγκεκριμένα, ένα νεοελληνικό λεξικό θα πρέπει να πληροφορεί: πρώτον, ότι το επίρρημα απλά τα τελευταία χρόνια δηλώνει όχι μόνο τη σημασία «με απλό τρόπο», αλλά και τη σημασία «μόνο»· δεύτερον, ότι το απλά δεν χρησιμοποιείται μόνο ως επίρρημα με τις δύο σημασίες που προαναφέρθηκαν, «με απλό τρόπο» και «μόνο», αλλά και ως σύνδεσμος, με τη σημασία «μόνο (που)». Η διαδικτυακή έρευνα μάλιστα του απλά επαληθεύει κάτι που είναι γνωστό από την κοινή πείρα, ότι δηλ. ο συγκεκριμένος επιρρηματικός τύπος χρησιμοποιείται κατά κόρον με τη σημασία «μόνο (που)». Είναι τόσο συχνή και γνωστή η συγκεκριμένη χρήση του απλά, ώστε δεν είναι καν αναγκαία η έρευνα σε σώματα γλωσσικού υλικού, προκειμένου να αποδειχθεί. Με αυτή τη σημασία ακούμε το απλά καθημερινά, ώστε δεν είναι δυνατόν αυτή να αποσιωπηθεί από έναν σύγχρονο λεξικογράφο. Η μη καταγραφή του απλά ως «μόνο (που)» αντιστρατεύεται την περιγραφική μέθοδο προσέγγισης των γλωσσικών φαινομένων, την οποία πρέπει να ακολουθεί και ο λεξικογράφος, και μπορεί να θεωρηθεί ρυθμιστική.

Στο λήμμα απλά, είτε πρόκειται για βασικό λήμμα είτε για υπολήμμα, δηλ. λήμμα υποταγμένο στο απλός -ή -ό, μπορούν να καταγραφούν οι εξής σημασίες και χρήσεις, μαζί με παραδείγματα παρόμοια με τα κατωτέρω:

–πρώτον, «με απλό τρόπο»: Ντύνεται απλάαλλά με γούστοΛύσαμε την παρεξήγηση έτσι απλάχωρίς πολλά λόγια·

–δεύτερον, «μόνο»: Ακούω απλάχωρίς να σχολιάζωΕίμαι όχι απλά ικανοποιημένοςαλλά ενθουσιασμένος·

–τρίτον (ως σύνδεσμος), «μόνο (που), όμως, αλλά»: Θα ερχόμουναπλά κάτι μου έτυχεΔεν ξέχασα να σου τηλεφωνήσωαπλά δεν πρόλαβα.

Για το απλώς, μπορούν να σημειωθούν οι ακόλουθες σημασίες και χρήσεις:

–πρώτον, «μόνο»: Μην εκνευρίζεσαιαπλώς μια ερώτηση έκαναΔεν διαβάζω με προσοχήαπλώς ξεφυλλίζω·

–δεύτερον (ως σύνδεσμος), «μόνο (που), όμως, αλλά»: Δεν έγραψα ψέματααπλώς δεν έχω πει όλη την αλήθειαΘα του μιλούσα αν διασταυρώνονταν οι δρόμοι μαςαπλώς δεν έτυχε.

Για περιπτώσεις επιρρηματικών ζευγών όπου η αποκλίνουσα ή νεότερη χρήση των επιρρημάτων σε -α με σημασίες τις οποίες είχαν παλαιότερα μόνο τα αντίστοιχα επιρρήματα σε -ως δεν φαίνεται τόσο συχνή όσο του απλά, θα πρέπει να γίνουν επιστημονικές έρευνες που θα αποκαλύψουν σε ποιον βαθμό χρησιμοποιείται ο ένας ή ο άλλος επιρρηματικός τύπος. Για να οδηγηθούμε σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την έκταση της αποκλίνουσας χρήσης λ.χ. του αδιάκριτα, του έκτακτα κτλ., καλό θα ήταν να είχαμε στη διάθεσή μας έγκυρο corpus και να μη βασιζόμαστε αποκλειστικά στο διαδίκτυο. Στην περίπτωση του απλά, όπως προαναφέρθηκε, η διαδικτυακή έρευνα επιβεβαιώνει ότι η νεότερη χρήση του απλά είναι ευρύτατη. Η λεξικογραφική αντιμετώπιση των επιρρηματικών αυτών ζευγών, πλην του απλά-απλώς, για το οποίο είναι ήδη γνωστό τι ισχύει, θα πρέπει να βασιστεί στα αποτελέσματα της γλωσσολογικής αυτής έρευνας. Επίσης, ο λεξικογραφικός χειρισμός του συζητούμενου θέματος θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από συνέπεια. Οι ομοειδείς μεταξύ τους περιπτώσεις χρειάζεται να αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο. (2)

Στα σύγχρονα λεξικά που αναφέρονται πιο κάτω (ΕΕΛ, ΛΚΝ, ΛΝΕΓ, ΝΕΛ) δεν καταγράφεται εντός λήμματος η αποκλίνουσα ή νεότερη χρήση του απλά. Πιθανότατα οι λεξικογράφοι επηρεάστηκαν από κείμενα όπου χαρακτηρίζεται εσφαλμένη η χρήση αυτή, γι’ αυτό δίστασαν να την καταγράψουν. Ειδικά όμως οι συντάκτες λημμάτων των λεξικών που κυκλοφόρησαν ή πρωτοκυκλοφόρησαν τη δεκαετία του ’90 μπορεί να έκριναν ότι η χρήση του απλά αντί του απλώς δεν είχε διευρυνθεί ακόμη τόσο πολύ τότε όσο σήμερα.

Το ΛΝΕΓ σε πλαισιωμένα σχόλια μετά τα λήμματα απλώς και αμέσως επισημαίνει τη σημασιολογική διάκριση μεταξύ απλά– απλώςάμεσα– αμέσως κ.ά. Ειδικά μετά το λήμμα απλώς ερμηνεύει τη χρήση του απλά αντί του απλώς ως εξής: «από εσφαλμένη αντίληψη της έννοιας της δημοτικής ή από μια τάση να υπαχθούν τα πάντα σε ανεξαίρετους κανόνες».

Με αφορμή το σχόλιο αυτό του ΛΝΕΓ, μπορούν να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, δεν είναι βέβαιο ότι η ευρύτατη σήμερα χρήση του απλά αντί του απλώς οφείλεται σε «εσφαλμένη αντίληψη της έννοιας της δημοτικής». Δεν αποκλείεται να έπαιξε ρόλο και ο παράγοντας αυτός στην αρχή της συγκεκριμένης γλωσσικής μεταβολής, της διαδικασίας που οδήγησε στη συνηθέστατη σήμερα χρήση του απλά αντί του απλώς. Δεν πρέπει όμως να μας διαφύγει ότι σήμερα χρησιμοποιείται κατά κόρον το απλά αντί του απλώς από χιλιάδες ομιλητές ανυποψίαστους για τις όποιες κοινωνιογλωσσολογικές, ιδεολογικές ή άλλες παραμέτρους του θέματος. Η ίδια η γλωσσική εξέλιξη ευνοεί την επικράτηση των επιρρηματικών τύπων σε -α αντί σε –ως, αυτή είναι η κατεύθυνση της γλωσσικής μεταβολής. Δεύτερον, είναι κάπως ασαφές αυτό που σημειώνεται στο ΛΝΕΓ, ότι δηλ. μπορεί να χρησιμοποιείται το απλά αντί του απλώς «από μια τάση να υπαχθούν τα πάντα σε ανεξαίρετους κανόνες». Πάντως, δεν υπάγονται τα πάντα σε ανεξαίρετους κανόνες ακόμη και γι’ αυτούς που χρησιμοποιούν λ.χ. το απλά με τη σημασία «μόνο (που)», γιατί οι ίδιοι δεν θα χρησιμοποιήσουν λ.χ. το ευχάριστα αντί του ευχαρίστως ούτε το περίεργα αντί του περιέργως. Επομένως, οι ομιλητές αυτοί δεν υπάγουν όλα τα επιρρήματα σε απαρέγκλιτους κανόνες σύμφωνους με το τυπικό της δημοτικής, αν αυτό εννοείται από το ΛΝΕΓ.

Η λεξικογραφική αντιμετώπιση των επιρρημάτων απλάαπλώςέκτακταεκτάκτως κτλ. θα πρέπει να βασιστεί στη διαμορφωμένη σήμερα γλωσσική πραγματικότητα. Η πραγματική χρήση των επιρρηματικών αυτών τύπων στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα είναι ανάγκη να αποτυπωθεί και στα νεοελληνικά λεξικά. Χρειάζεται να καταγραφεί εντός λήμματος, χωρίς επικριτικά σχόλια, και ως εκ τούτου να νομιμοποιηθεί κατά κάποιον τρόπο, η χρήση του απλά αντί του απλώς. Σε άλλες περιπτώσεις επιρρηματικών ζευγών, όπου φαίνεται ότι πλέον ο τύπος σε –α χρησιμοποιείται σε κάποιον βαθμό αντί του τύπου σε –ως, είναι αναγκαίο να διεξαχθούν έρευνες σε σώματα κειμένων, προκειμένου να διαπιστωθεί πώς ακριβώς έχει διαμορφωθεί πλέον η χρήση των επιρρημάτων αυτών. Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών θα καθορίσουν τις αποφάσεις που θα λάβει ο λεξικογράφος. (3)

(1) Για τα θέματα αυτά βλέπε και Καλιόρη 1986α: 366-368, 379-380, 1986β: 64-65, 1998: 1069, Κριαρά 1988: 35, 92, 125, Μπαμπινιώτη 1994:265, Παπαζαφείρη 1996: 73-79, 1997: 34- 42, Τσολάκη 1999: 220-226, Ιορδανίδου 2005: 205, Παπαγεωργίου 2005: 87-88, 98-99, Αναγνωστοπούλου–Μπουσούνη 2006: 96-98.

Ο Κριαράς σε τρία σημεία του βιβλίου του με τα «πεντάλεπτά του στην ΕΡΤ», που κυκλοφόρησε στη δεκαετία του ’80 (Κριαράς 1988: 35, 92, 125), υποστήριζε τη διάκριση μεταξύ απλάαπλώς. Επίσης, διατηρεί τη διάκριση αυτή και στο λεξικό του (ΝΕΛ), που κυκλοφόρησε το 1995. Προφανώς, έκρινε ότι η χρήση του απλά αντί του απλώς τότε δεν είχε επεκταθεί τόσο όσο σήμερα.

(2) Ας αναφερθούν δύο περιπτώσεις ασυνέπειας. Το ΛΚΝ καταγράφει την αποκλίνουσα χρήση τουαδιάκριτα, με τη σημασία «χωρίς διάκριση, χωρίς επιλογή». Και μάλιστα με τη σημασία αυτή τοαδιάκριτα δηλώνεται ως βασικός, ενώ το (λόγιο) αδιακρίτως ως δευτερεύων τύπος. Δεν καταγράφει όμως λ.χ. και την αποκλίνουσα χρήση του έκτακτα. Επίσης, το ΣΓΑ αναφέρει ότι το αδιάκριτα μερικές φορές χρησιμοποιείται και με τη σημασία του αδιακρίτως. Δεν αναφέρει όμως ότι και το έκτακτα ορισμένες φορές χρησιμοποιείται αντί του εκτάκτως.

(3) Σχόλια για το άρθρο μας μπορεί να διαβάσει κανείς εδώ (lexilogia, «απλάαπλώς και άλλα επιρρηματικά ζεύγη»).

(4) Οι Κλαίρης–Μπαμπινιώτης αναφέρουν τα εν λόγω επιρρηματικά ζεύγη σε κεφάλαιο με τίτλο  «Χαρακτηριστικές καταλήξεις των επιρρημάτων» (Κλαίρης–Μπαμπινιώτης 2005:910-913). Στο κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνονται τέσσερις πίνακες επιρρημάτων, σε -α (λ.χ. όμορφα), σε -ως (λ.χ. αγενώς), και σε –α και, με λόγιο ύφος, σε -ως (λ.χ. αδιάλειπτα-αδιαλείπτως), ενώ ο τέταρτος πίνακας είναι αφιερωμένος στα επιρρηματικά ζεύγη ακριβά-ακριβώςαδιάκριτα-αδιακρίτως κτλ. Δεν είναι σαφές ωστόσο γιατί στον πρώτο πίνακα περιλαμβάνονται λ.χ. τα επιρρήματα δημοκρατικά και ρεαλιστικά, ενώ στον τρίτο λ.χ. τα αποσπασματικά-αποσπασματικώς και εξαντλητικά-εξαντλητικώς. Γιατί όχι και δημοκρατικώςρεαλιστικώς; Αν το αποσπασματικά και το εξαντλητικά έχουν ως εναλλακτικούς τύπους το αποσπασματικώς και το εξαντλητικώς, τότε και τα δημοκρατικάρεαλιστικά έχουν ως εναλλακτικούς τύπους τα δημοκρατικώςρεαλιστικώς, επομένως έπρεπε να καταγραφούν στον τρίτο πίνακα και όχι στον πρώτο. Το ίδιο ισχύει και για άλλα επιρρήματα που καταγράφονται στον πρώτο πίνακα, σαν να έχουν μόνο την κατάληξη -α.

Α. ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ

ΕΕΛ
Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος 2003: Εικονογραφημένο εγκυκλοπαιδικό λεξικό & πλήρες λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας – το παπυράκι (Αθήνα).

ΛΚΝ
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

ΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης Γ. 2002 (2η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Αθήνα:Κέντρο Λεξικολογίας).

ΝΕΛ
Kριαράς Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικόΛεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας(Αθήνα:Εκδοτική Αθηνών).

ΣΓΑ
Ιορδανίδου Ά. 2009: Συνηθισμένες γλωσσικές απορίες (Αθήνα:Άσπρη Λέξη).

Β. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Αναγνωστοπούλου Ί. – Μπουσούνη-Γκέσουρα Λ. 2006: Το λέμε σωστάΤο γράφουμε σωστά; (Αθήνα:Μεταίχμιο).

Ελληνικός Γλωσσικός Όμιλος 1986: Ελληνική ΓλώσσαΑναζητήσεις και συζητήσεις(Αθήνα:Καρδαμίτσας).

Holton D.–Mackridge P. & Φιλιππάκη Ειρ. 1997: Greek GrammarA Comprehensive Grammar of the Modern Language (London: Routledge) [Γραμματική της ελληνικής γλώσσας, μτφρ. Β. Σπυρόπουλου (Αθήνα:Πατάκης, 1999)].

Holton D.–Mackridge P. & Φιλιππάκη Ειρ. 2004: GreekAn Essential Grammar of the Modern Language (London & New York: Routledge) [Βασική Γραμματική τηςΣύγχρονης Ελληνικής Γλώσσας, μτφρ. Μ. Γεωργιαφέντη (Αθήνα:Πατάκης, 2007)].

Ιορδανίδου Ά. [επιστημονική επιμέλεια] 2005: Οδηγός της νεοελληνικής γλώσσας. Β’ μέρος (Αθήνα:Πατάκης).

Καλιόρης Γ. 1986α: Παρεμβάσεις ΙΙ – Γλωσσικά (Αθήνα:Εξάντας).

Καλιόρης Γ. 1986β: «Ιριδισμοί της Νεοελληνικής». Στον Ελληνικό Γλωσσικό Όμιλο 1986: 31-72.

Καλιόρης Γ. 1998: «Το λεξικό Μπαμπινιώτη». Νέα Εστία 1706, 1056-1082.

Κλαίρης Χ. – Μπαμπινιώτης Γ. 2005: Γραμματική της Νέας Ελληνικής Δομολειτουργική – Επικοινωνιακή (Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα).

Kριαράς Ε. 1988: Τα πεντάλεπτά μου στην Ε.Ρ.Τ. και άλλα γλωσσικά. Β’ έκδοση με προσθήκες (Θεσσαλονίκη:Μαλλιάρης-Παιδεία).

Μπαμπινιώτης Γ. 1994: Ελληνική γλώσσαΠαρελθόνπαρόνμέλλον (Αθήνα:Gutenberg [«Γλωσσολογική Βιβλιοθήκη», αρ. 2]).

Παπαγεωργίου Η. 2005: Τα γλωσσικά μας λάθη (γιατί έτσι κι όχι αλλιώς; ) (Θεσσαλονίκη:Βάνιας).

Παπαζαφείρη Ι. 1996: Λάθη στη χρήση της γλώσσας µας, τόµος I (Αθήνα:Σμίλη).

Παπαζαφείρη Ι. 1997: Λάθη στη χρήση της γλώσσας µας, τόµος II (Αθήνα:Σμίλη).

Τριανταφυλλίδης Μ. 1941: Νεοελληνική Γραμματική της Δημοτικής [Ανατύπωση της έκδοσης του ΟΕΣΒ (1941) με διορθώσεις (Θεσσαλονίκη:Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), 2005].

Τσολάκης Χ. 1999: Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική. Δεύτερος τόμος (Σκόπελος:Νησίδες, σε συνεργασία με τον ραδιοφωνικό σταθμό 9.58 της Ε.Ρ.Τ.-3).

1.12.10

Σχετικά με τη σημασία του προπηλακίζω

Στο μάθημα της έκφρασης-έκθεσης, σε μια άσκηση με συνώνυμα, οι μαθητές καλούνταν να βρουν το συνώνυμο του προπηλακίζω και ένα βοήθημα έδινε μεταξύ άλλων ως απάντηση το χλευάζω. Το τελευταίο αυτό ρήμα δεν με ικανοποίησε, γιατί ξέρω ότι το προπηλακίζω έχει μια ειδική σημασία: μπορεί να σημαίνει «χλευάζω, βρίζω» κτλ., αλλά υπό την προϋπόθεση ότι αυτό γίνεται εκ του σύνεγγυς και όχι εξ αποστάσεως. Από μακριά μπορεί κανείς να χλευάζει, να βρίζει κτλ., αλλά όχι να προπηλακίζει. Παραδείγματα χρήσης του προπηλακίζω και του προπηλακισμός που βρήκα μέσω google και που δείχνουν την εγγύτητα για την οποία κάνω λόγο είναι τα εξής (το δεύτερο παρατίθεται ελαφρώς διασκευασμένο): Προπηλακίστηκε ο βοηθός που ακύρωσε το γκολΠροπηλακισμό από οπαδούς της γηπεδούχου ομάδας καταγγέλλουν οι άνθρωποι της φιλοξενούμενης.

Στα αντίστοιχα λήμματα ενός λεξικού θα πρέπει να δοθεί ακριβής ορισμός του προπηλακίζω και του προπηλακισμός. Καλό θα είναι να συμπληρωθούν οι ορισμοί και με κατάλληλα παραδείγματα χρήσης, που να διαφωτίζουν για τη σημασία της λέξης–λήμματος. Ανέτρεξα στα τρία καλύτερα νεοελληνικά λεξικά και κατέγραψα τα εξής: Το ΛΚΝ στα λήμματα προπηλακίζω και προπηλακισμός δίνει τους εξής ορισμούς αντίστοιχα: «περιλούζω κπ. με βρισιές, με κοροϊδίες, τον χλευάζω, τον διασύρω» και «η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προπηλακίζω, ο χλευασμός, ο διασυρμός, ο εξευτελισμός». Μόνο με έμμεσο τρόπο, μέσω των παραδειγμάτων που ακολουθούν, μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι η ενέργεια του προπηλακίζω γίνεται από κοντά: Προπηλακίστηκε άγρια από το συγκεντρωμένο πλήθοςEπιτέθηκαν εναντίον τους με βρισιές και προπηλακισμούςΔέχθηκε τον προπηλακισμό των αντιφρονούντων. Το ΝΕΛ παραθέτει τους ακόλουθους ορισμούς για τα προπηλακίζω και προπηλακισμός, χωρίς παραδείγματα: «εκτοξεύω εναντίον κάποιου βρισιές, εξυβρίζω» και «το να προπηλακίζει (βλ.λ.) ή να προπηλακίζεται κανείς, εξύβριση». Τέλος, το ΛΝΕΓ παραθέτει (χωρίς παραδείγματα) ορισμό μόνο για το προπηλακίζω, αφού το προπηλακισμός απλώς αναφέρεται εντός του προπηλακίζω, χωρίς να αναπτύσσεται ως χωριστό λήμμα: «εκστομίζω ύβρεις εναντίον κάποιου σε δημόσια εμφάνισή του (προϋποθέτει την ταυτόχρονη παρουσία στον ίδιο χώρο αυτού που προπηλακίζει και αυτού που προπηλακίζεται)». Αυτή ακριβώς η πληροφορία που δίνεται παρενθετικά δεν πρέπει να απουσιάζει από τον ορισμό της σημασίας της αντίστοιχης λέξης-λήμματος σε ένα νεοελληνικό λεξικό.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ

ΛΚΝ
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

ΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης Γ. 2002 (2η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας).

ΝΕΛ
Kριαράς Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικόΛεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών).