15.12.11

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«Όταν συγκρούεται το επιστημονικό με το παραεπιστημονικό και το αντιεπιστημονικό, δεν χρειάζεται να πω ποιος βγαίνει ηττημένος και ταπεινωμένος… Είναι όμως όλη αυτή η ένταση μια καλή αφετηρία για συστηματική και αμερόληπτη ενημέρωση, γιατί πιστεύω ότι φίλη η φιλοπατρία μας, φιλτάτη δε η αλήθεια. Τα τελευταία χρόνια έχει ξεκινήσει από κάποιους ύποπτους –κατά τη γνώμη μου– κύκλους μια προσπάθεια απόδειξης του αναπόδεικτου. Μια προσπάθεια να τραβήξουμε και να μακρύνουμε προς τα πίσω την ιστορία του Ελληνισμού (λες κι αυτό σημαίνει τίποτα για την αξία του), να διακηρύξουμε ότι εμφανιστήκαμε από το πουθενά, λίγο πριν από τον homo habilis, ότι ανέκαθεν ήμασταν μοναχικοί και ανάδελφοι, μια μοναχική φυλή χωρίς συγγενείς και επιρροές, κι ότι παραδόξως αυτή η αυτοφυής γλώσσα υιοθετήθηκε αίφνης από όλους τους άλλους λαούς που περίμεναν στη γωνία, άγλωσσοι και απολίτιστοι, τα δικά μας φώτα. Κι αυτό γιατί αυτοί οι κύριοι στάθηκαν ανίκανοι να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν την αξία και το μεγαλείο της Αρχαίας Ελλάδας στις πραγματικές του διαστάσεις, γι’αυτό και επεχείρησαν να της προσδώσουν ψεύτικη και ασύστατη αίγλη με εικοτολογίες και ανεύθυνους κομπογιαννιτισμούς. Αξία για μια γλώσσα δεν έχει τόσο η αρχή της και η προϊστορία της, όσο η εξέλιξή της, η καλλιέργειά της και η γραμματειακή παραγωγή της (και εκεί έγκειται η θαυμαστή ιδιαιτερότητα της Ελληνικής)».
Δημήτρης Μιχελιουδάκης

«Ας σταθούμε ικανοί να τη γνωρίσουμε αυτήν την έρμη την Eλληνική, που και εδώ τραυματίζεται, και ας τη δούμε όπως πραγματικά είναι: μια απ’τις αρχαιότερες γλώσσες του κόσμου, κλάδος της μεγαλύτερης γλωσσικής οικογένειας, με μεγάλη επιρροή διαχρονικώς, αλλά και με κοινή καταγωγή, όπως είναι φυσικό, με τις γλώσσες αυτές που παρουσιάζουν συστηματικές ομοιότητες στο λεξιλόγιο και τη δομή, τέτοιου βάθους ομοιότητες που δεν μπορούν να οφείλονται σε δανεισμό. Επίσης, είναι αφελές να μιλάμε για αιτιακή / φυσική σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου στη γλώσσα και ειδικά στην Ελληνική. Η γλώσσα είναι κοινωνικό προϊόν, δεν δόθηκε απ’τους θεούς για νά’χει… μεταφυσικές ιδιότητες, η σύναψη σημασιών στις λέξεις είναι μια σύμβαση, μια συμφωνία, ένα σιωπηρό συμβόλαιο των ομιλητών μιας γλώσσας κι αυτό είναι που τους ενώνει. Ποια (μετα)φυσική σχέση υπάρχει ανάμεσα στον ήχο [΄tria] και στα τρία παιδιά βολιώτικα; Και τι το “φυσικό” έχει το ελληνικό τρία, που δεν το’χει το κινέζικο san; Αλίμονο, η γλώσσα δεν είναι πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ας εμπιστευόμαστε τους ειδικούς και όχι τις περιθωριακές και ύποπτες φωνές, γιατί είναι γελοίο και μας υποβιβάζει. Όποιος έχει επιφυλάξεις, ας ανατρέχει στα σοβαρά εγχειρίδια, στα Πανεπιστήμια και τις βιβλιοθήκες και όχι στα πανέρια όπου συνωστίζονται φυλλάδες φανατισμένες, οι οποίες παραδοξολογούν για να προσηλυτίσουν και να κολακέψουν αυτούς που ζητάνε την πρόχειρη αυτεπιβεβαίωση. Η –αληθινή– γνώση δεν έχει ιδεολογία και δεν απειλεί, μόνο παρεξηγήσεις διαλύει και μπορεί (αν όχι πρέπει) να είναι προσιτή στον καθένα που έχει μάτια ανοιχτά. Εκεί είναι η ομορφιά του Ελληνισμού, στις σχέσεις του, στις αμφίδρομες επιρροές του, στην ελεύθερη επικοινωνία του και όχι στον αμυντικό απομονωτισμό που μας προτείνουν οι υπερεθνικόφρονες, αυτοί που γίναν υπερπατριώτες γιατί δεν στάθηκαν ικανοί να δουν την αντικειμενική αξία των ελληνικών γραμμάτων, με αποτέλεσμα να ισοπεδώνουν, να απλουστεύουν και να φτωχαίνουν την αξία του Ελληνισμού, με μόνο μέλημα μια υποτιθέμενη αυτοχθονία και αυτάρκεια, που καταλήγει σε αυτισμό. Ποιος από τους εθνικιστές μπορεί να χαρεί αληθινά τον Όμηρο, τον Καβάφη, τον Ρωμανό, τον Πλάτωνα, τον Ευριπίδη, τον Καζαντζάκη, τον Παπαδιαμάντη (για να μην πω να τους καταλάβει); Από αυτούς ζητάνε το αίμα τους και όχι το φως ή τη δροσιά τους».
Δημήτρης Μιχελιουδάκης

«Γράφει ο συγγραφέας Πέτρος Τατσόπουλος: “Δίπλα σε κάθε μαγαζί της Επιστήμης, χτισμένο με τον ιδρώτα αιώνων, η “Νέα Εποχή”, αυτό το γραφικό κίνημα ηλιθίων, έχει χτίσει και το δικό της… παραμαγαζάκι: δίπλα στην αστρονομία η αστρολογία, δίπλα στη φιλοσοφία ο διαλογισμός, δίπλα στην κλασική ιατρική οι ολιστικές θεραπείες και παραδίπλα ο αποκρυφισμός, η ψυχοκίνηση και πάσης άλλης μορφής τσαρλατανισμός” (Η μεγάλη σύγχυση, εφημ. Εξουσία 11.6.1999 και στο Πιπέρι στη γλώσσα, σελ. 106, Καστανιώτης, 2000). Αν θέλαμε να κάνουμε λίγο πιο… πλήρη την παραπάνω παράγραφο, θα έπρεπε να προσθέσουμε μία ακόμη σειρά: “δίπλα στους αρχαιολόγους, τους ιστορικούς, τους φιλολόγους και τους γλωσσολόγους οι “αρχαιολάτρες”, οι ερασιτέχνες της ιστορίας και της γλώσσας”.

»Όλοι αυτοί που απορρίπτουν τα επιστημονικά πορίσματα περί γλώσσας, επειδή δεν ταιριάζουν στις μεγαλοϊδεατικές τους αντιλήψεις, ουσιαστικά εφαρμόζουν τον εθνικισμό στη γλώσσα. Όταν δεν μπορείς να αγαπάς την πατρίδα σου χωρίς να μισείς τις πατρίδες των άλλων, τότε δεν μπορείς και να αγαπάς τη γλώσσα σου χωρίς να απαξιώνεις τις γλώσσες των άλλων.

»Η Ελληνική είναι μία πανάρχαια, πλουσιότατη, αδιάκοπα ομιλούμενη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν αξεπέραστα έργα του παγκόσμιου πολιτισμού και η οποία τροφοδότησε πολλές άλλες γλώσσες. Αυτά τα αναμφισβήτητα γεγονότα δεν είναι αρκετά για τον εθνικιστή της γλώσσας. Η Ελληνική, λένε, είναι η μήτρα που γέννησε όλες τις άλλες γλώσσες (και τα Κινέζικα; και τα Αραβικά;). Ό,τι μιλάνε όλοι οι άλλοι λαοί δεν είναι παρά ελληνικές διάλεκτοι! Η Ελληνική έδωσε σε όλες τις γλώσσες αλλά δεν πήρε από τις άλλες ούτε μία λέξη!

»Όταν αυτά είναι τα συμπεράσματα στα οποία πρέπει οπωσδήποτε να καταλήξουμε, κάθε καλοπροαίρετος καταλαβαίνει πόσο επιστημονική θα είναι και η μέθοδος που θα χρησιμοποιηθεί προς απόδειξη (;): Πιάνουμε μία λέξη ομηρική που μοιάζει με κάποια ξένη (δυο-τρεις κοινοί φθόγγοι αρκούν) και αμέσως έτοιμο το συμπέρασμα: ελληνικότατη η λέξη! Αν τώρα, η λέξη αυτή λείπει τελείως από την αττική διάλεκτο, αν λείπει από την Ελληνιστική Κοινή, αν λείπει από τη Μεσαιωνική, την Καθαρεύουσα, τη Δημοτική δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Τόσους αιώνες τελούσε εν υπνώσει για να ξεπηδήσει ως εκ θαύματος στα χείλη ενός άλλου λαού χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και να δικαιώσει τις δοξασίες των ελληνοφρόνων ερασιτεχνών της γλώσσας και της ιστορίας».
Χρήστος Μουλώτσιος

«Με θλίβει ότι η διάδοση της ημιμάθειας (δυστυχώς ακόμη και μεταξύ φιλολόγων) είναι τόσο ευρεία, ώστε προσφέρει λαβές στους ελληνολάτρες, ακόμη και σε αυτούς που ξεκίνησαν με αγαθές προθέσεις. Χωρίς γλωσσολογικά εφόδια, με απλή παράθεση τύπων που μοιάζουν και σημασιών που ταιριάζουν, ο ατυχής “Εσκιμώος” ανάγεται αβίαστα στο επίθ. “άσχημος” και το αγγλ. “sin” στο ομηρικό “σίνομαι” «βλάπτω»! Η τεκμηρίωση των ενδιαμέσων σταδίων δεν θεωρείται απαραίτητη, η δε ερμηνεία τής μεσολάβησης αιώνων μεταξύ των συγκρινομένων αντιμετωπίζεται σαν περιττή πολυτέλεια. Με ανησυχεί ότι, ως φαίνεται, δεν κατορθώσαμε να διδάξουμε στους μαθητές και τους φοιτητές μας τη μέθοδο ελέγχου τέτοιων έωλων σοφισμάτων».
Θεόδωρος Μωυσιάδης

14.12.11

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΗ






Τα όσα γράφονται στο προηγούμενο υποκεφάλαιο είναι ικανά να διαφωτίσουν για την ετυμολογική προέλευση της λέξης ορθοπαιδική. Ωστόσο, με αφορμή κάποια σημεία των κειμένων του Κ.Π., ας προστεθούν τα εξής:

1. Η εργασία Θέματα ετυμολογίας και ορθογραφίας δεν είναι επίσημη διπλωματική εργασία, όπως εσφαλμένα νομίζει ο Κ.Π. –πρόκειται για μια απλή γλωσσολογική εργασία, μη κατατεθειμένη στο Πανεπιστήμιο, που δημιουργήθηκε με σκοπό να κατακριθεί η μέθοδος μερικών ιδεολόγων σε θέματα ετυμολογίας και ορθογραφίας. Κάθε εχέφρων και απροκατάληπτος αναγνώστης της εργασίας αυτής μπορεί να διαπιστώσει ότι έχει γλωσσολογικό χαρακτήρα και ότι σε αυτήν αναιρούνται με συγκεκριμένα στοιχεία οι εσφαλμένες αντιλήψεις των «αρχαιολατρών» σε διάφορα θέματα γλώσσας. Στόχος της εργασίας δεν είναι, φυσικά, οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αλλά οι γλωσσικές τους απόψεις. Από την εργασία προκύπτει, όμως, ότι οι βασικές τους θέσεις (π.χ. για την προέλευση του αλφαβήτου) έχουν σαφέστατο ιδεολογικο-πολιτικό υπόβαθρο. Ακόμη και για το θέμα της ορθοπαιδικής, μερικοί μη γλωσσολόγοι εκφέρουν σαφέστατα ιδεολογικό λόγο, όπως αποδεικνύεται π.χ. στο παραπάνω κείμενο του Κώστα Πνευματικού. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των «αρχαιολατρών» δεν μας απασχολούν. Είναι γεγονός, ωστόσο, ότι μερικοί από αυτούς είναι δωδεκαθεϊστές –αυτό γιατί να αποσιωπηθεί; Και γιατί ο Κ.Π. σπεύδει να υπερασπιστεί όσους έχουν «υπερβάλλον αντισιωνιστικό και αντιχριστιανικό πνεύμα» και είναι «δωδεκαθεϊστές»; Γλωσσολογικά στοιχεία περιλαμβάνει η εργασία, τα οποία βέβαια δεν κατόρθωσε να αναιρέσει ο Κώστας Πνευματικός.

2. Ο Κ.Π., αδυνατώντας να εκφέρει επιστημονικό λόγο, εξακολουθεί να επιλέγει την τακτική της στομφώδους κενολογίας και της επανάληψης στοιχείων για τα οποία έχουν δοθεί αναλυτικές απαντήσεις. Δεν έχουμε αφήσει τίποτε αναπάντητο σχετικά με το θέμα της ορθοπαιδικής. Το γεγονός ότι ο Κ.Π. επιμελώς αποκρύπτει τη συνολική απάντηση που του έχει δοθεί για το εν λόγω θέμα τα λέει όλα. 

3. Ο Κ.Π., με αφορμή την παρατήρηση ότι η ετυμολογική ορθογραφία της ορθοπαιδικής δεν είναι θέμα ποσοτικό, δεν καθορίζεται δηλ. από το ποσοστό των λεξικών που επιλέγουν τη γραφή με <ε>, κάνει την εξής πρόβλεψη: ότι στο μέλλον, αν ακολουθηθεί στα περισσότερα λεξικά η γραφή με <αι> θα επικαλούμαστε το ποσοτικό αυτό κριτήριο που τώρα απορρίπτουμε! Μας καταλογίζει δηλ. ασυνέπεια προκαταβολικά! Δεν αξίζει να ασχολούμαστε με τέτοια επιχειρήματα.

4. Ο Κ.Π. εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι η γραφή της επίμαχης λέξης με <ε> «έχει γερά και λογικά θεμέλια»… Σε ερώτηση ενός συνομιλητή του ποιο στοιχείο υπάρχει για το ορθοπεδικός, δηλ. για την ετυμολογική σύνδεση της λέξης με το πεδάω, ο Κ.Π. απαντά: «αφού όμως ζητούνται στοιχεία, ας μάθουν, λοιπόν, ότι στοιχείο για τη λέξη ορθοπεδικός με <ε> είναι το γεγονός ότι η λέξη με <ε> επικράτησε και στην Ελλάδα». Τον ρωτούν ποιο στοιχείο τεκμηριώνει την ετυμολογική σχέση του ορθοπαιδικού με το πεδάω και αυτός απαντά ότι τέτοιο στοιχείο είναι το γεγονός ότι επικράτησε η γραφή με <ε>! Με αυτήν τη λογική, το γεγονός ότι επέδωσε η γραφή αγόρι (αντί αγώρι, που ανάγεται στο άωρος) θα ήταν στοιχείο που καθιστά ετυμολογικά βάσιμο τον τύπο αγόρι! Φυσικά, με βάση το κριτήριο της χρήσης, μπορούμε κάλλιστα να γράφουμε αγόρι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ακολουθούμε ετυμολογική ορθογραφία στην προκειμένη περίπτωση! Η χρήση είναι κριτήριο για την απόκλιση από το συγκεκριμένο είδος ορθογραφίας.

5. Ο Κ.Π. στο γεμάτο φανατισμό κείμενό του (βλ. παραπάνω) για την ορθοπαιδική έκανε λόγο και για ανενημέρωτους «φωστήρες». Είναι δεδομένο, όμως, ότι ένα από τα μεγαλύτερα σύγχρονα λεξικά επιλέγει και τεκμηριώνει ετυμολογικά σε εκτενές σχόλιο εκτός λήμματος τη γραφή ορθοπαιδική. Οπότε, με βάση το στοιχείο αυτό, εύλογα ετέθη στον Κ.Π. το ερώτημα αν χαρακτηρίζει ανενημέρωτους «φωστήρες» τους ειδικούς γλωσσολόγους που υποστηρίζουν τη γραφή με <αι>. Ο Κ.Π. αντιστρέφει το ερώτημα ως εξής: «ποιοι είναι ανενημέρωτοι φωστήρες; Οι πάμπολλοι γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, λεξικογράφοι που υποστηρίζουν τη γραφή ορθοπεδικός με<ε>;». Και ακολούθως γράφει: «η απάντηση είναι μία: κανείς! Ούτε οι μεν, ούτε οι δε, είναι ανενημέρωτοι φωστήρες». Μα, ο ίδιος έκανε λόγο πρώτος για ανενημέρωτους «φωστήρες»! Τώρα υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν τέτοιοι! Ας αποφασίσει τελικά… Και το πιο σημαντικό: «οι πάμπολλοι γλωσσολόγοι, φιλόλογοι, λεξικογράφοι που –σύμφωνα με τον Κ.Π.– υποστηρίζουν τη γραφή ορθοπεδικός με <ε>» δεν την υποστηρίζουν ως ετυμολογικά δικαιολογημένη. Κανείς ειδικός γλωσσολόγος δεν υποστηρίζει ότι η ορθοπαιδική θα πρέπει να γράφεται με –ε– σύμφωνα με την ετυμολογία της. Μερικοί προτιμούν τη γραφή με –ε-, που βασίζεται στο κριτήριο της χρήσης. Ενώ άλλοι θεωρούν προτιμότερη την ετυμολογική γραφή, αυτήν με –αι-, αφού άλλωστε η έννοια της ρύθμισης στον χώρο της ορθογραφίας δεν έχει τόσο αρνητικό χαρακτήρα όσο σε άλλες περιοχές της γλώσσας. Είναι αδύνατον να γίνει σοβαρός επιστημονικός διάλογος με ανθρώπους που δεν μπορούν να αντιληφθούν τέτοιες λεπτές διακρίσεις και κάνουν λόγο, γενικά και αόριστα, για πάμπολλους γλωσσολόγους που υποστηρίζουν τη γραφή με <ε>.

13.12.11

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΞΗ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΗ

Την εσφαλμένη γραφή του όρου ορθοπαιδική με <ε> υποστήριξε σε ατυχές κείμενο που έστειλε στους καθηγητές τής Φιλοσοφικής Αθηνών τον Μάιο του 2003 ο Κώστας Πνευματικός, φοιτητής τότε του τμήματος ιστορίας-αρχαιολογίας. Το βασικότερο χαρακτηριστικό του εν λόγω άρθρου είναι η στομφώδης κενολογία, δείγμα ιδεολογικού φανατισμού και επιστημονικής άγνοιας. Ο αρθρογράφος σχολιάζει την πρωτοβουλία των γλωσσολόγων και των ορθοπαιδικών να ενημερώσουν για τη σωστή γραφή της λέξης και τη σχετική αρθρογραφία τους ως «θνησιγενείς σταυροφορίες», «προκατασκευασμένα εθνικά θέματα» και άλλα ηχηρά ευτράπελα. Επίσης, συνδέει αυθαίρετα τη δραστηριότητα αυτή με… το κίνημα του αττικισμού, που πρέσβευε στη μετακλασική Ελλάδα τη μίμηση της γλώσσας των κλασικών χρόνων, κάτι εντελώς άσχετο με το συζητούμενο θέμα. O K.Π. σχολιάζοντας τη γρ. ορθοπαιδική, που επιδίδει τα τελευταία χρόνια, κάνει λόγο γενικά κι αόριστα για «αλλαγή της ελληνικής γλώσσας», «άλωση του γλωσσικού μας πλούτου», ενώ παραθέτει και στίχους από τις Ευμενίδες του Αισχύλου, όπως τον στίχο 539 (βωμὸν αἴδεσαι δίκας, δηλ. «στης Δίκης τον βωμό να ’χεις σέβας»).

Η ρύθμιση της γραφής μιας λέξης με βάση την ετυμολογία της δεν συνιστά βεβαίως «αλλαγή της γλώσσας». Ο ισχυρισμός αυτός, όχι μόνο αποτελεί δείγμα υπεργενίκευσης, αλλά έχει και αντιεπιστημονικό υπόβαθρο, την ταύτιση γλώσσας και γραφής. Ως προς την υποτιθέμενη άλωση του γλωσσικού μας πλούτου, κάθε εχέφρων άνθρωπος είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι η γραφή του όρου ορθοπαιδική με <αι>, ακόμη κι αν δεν ήταν ετυμολογικά βάσιμη όπως πράγματι είναι, σε καμιά περίπτωση δεν θα είχε ως επακόλουθο την άλωση του πλούτου της Ελληνικής! Σχετικά με το απόσπασμα από τον Αισχύλο, κανείς δεν είπε ότι ένας αρθρογράφος δεν μπορεί να διανθίσει το κείμενό του με ένα εισαγωγικό απόφθεγμα ή μερικούς στίχους, όπως αναφέρει σε μεταγενέστερο σημείωμά του ο K.Π. Κριτική ασκείται, γιατί απλούστατα το συγκεκριμένο χωρίο του Αισχύλου για την απονομή της δικαιοσύνης, πέρα από δείγμα αλαζονείας του Κ.Π., είναι τελείως άσχετο με το συζητούμενο θέμα. Σε διευκρινιστικό του σχόλιο για το κομμάτι από τον Αισχύλο, ο K.Π. συνιστά να διαβαστεί η Δίκη ως Λογική! Φυσικά, είναι ο τελευταίος που μπορεί να επικαλείται μια τέτοια έννοια… Άτοπο είναι και ένα χωρίο από τον Γάλλο φιλόσοφο Auguste Comte (1798-1857) που παραθέτει ο K.Π.: «Δεν μπορεί κανείς να κατέχει μιαν επιστήμη, παρά μόνον όταν γνωρίζει την ιστορία της». Εδώ το θέμα δεν είναι η ιατρική γνώση, αλλά η εξακρίβωση μιας ετυμολογίας.

Ακόμη, ο K.Π. σχολιάζει υποτιμητικά τα του Andry γράφοντας ότι αποτελούν το ένα και μοναδικό επιχείρημα για τη γραφή του όρου με <αι>. Στην πραγματικότητα, αυτό το ένα και μοναδικό στοιχείο που τόσο υποτιμά ο Κ.Π. είναι αδιάσειστο, αφού αποτελεί ρητή μαρτυρία του ίδιου του καθηγητή ότι έπλασε τη λέξη ορθοπαιδική με βάση το παιδίον. Η ομολογία αυτή, που έχει καταγραφεί στο βιβλίο του Andry, στηρίζει τη γραφή του όρου με –αι-. Ο K.Π. αρνούμενος πεισματικά να δεχθεί ένα γεγονός, τη δημιουργία του όρου από τον καθηγητή Αndry, έκανε τον περιττό κόπο να γράψει πενήντα σελίδες, προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, δηλ. τη γραφή με <ε>. Ο Αndry ομολογεί ότι έπλασε τον όρο ορθοπαιδική βασιζόμενος στο παιδίον. Δικαίωμα του καθενός είναι να εθελοτυφλεί.
Ακολούθως, ο Κ.Π. επικαλείται το άτοπο επιχείρημα ότι «το γλωσσικό ένστικτο του ελληνικού λαού, του συνόλου δηλαδή των ζώντων ομιλητών της σύγχρονης ελληνικής γλώσσας, σε τελική ανάλυση, αποφασίζει πώς γράφεται μία λέξη». Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών θεμάτων που φαίνεται να συγχέονται από τον Κ.Π.: το ένα είναι η επιστημονική ετυμολογία μιας λέξης, ενώ το άλλο η ορθογραφική της απόδοση, που μπορεί πράγματι σε μερικές περιπτώσεις να μη ρυθμίζεται από την ετυμολογική προέλευσή της. Η αλήθεια είναι ότι στη γλωσσική κοινότητα υπάρχουν κάποιες ορθογραφικές τάσεις που οδηγούν σε γραφές ετυμολογικά αβάσιμες (βλ. τη λ. τραβώ), όμως το θέμα αυτό διαφέρει από την επιστημονική ετυμολόγηση μιας λέξης, που γίνεται ασφαλώς από τους ειδικούς επιστήμονες και κατά κανόνα καθορίζει τη γραφή της (βλ. τη λ. καλύτερος). Στην προκειμένη περίπτωση, εκείνο που πρωτίστως μας ενδιαφέρει είναι η ετυμολογία της λέξης. Και για το θέμα αυτό τον πρώτο λόγο δεν μπορεί παρά να τον έχουν οι αρμόδιοι γλωσσολόγοι. Αυτό δεν δηλώνει καμία περιφρόνηση για τον καθ’ όλα σεβαστό απλό ομιλητή μιας γλώσσας, αλλά είναι σύμφωνο με την κοινή λογική. Το συζητούμενο θέμα είναι η ετυμολογική προέλευση της ορθοπαιδικής. Εφόσον είναι δεδομένο ότι συνδέεται ετυμολογικά με το παιδίον, η λέξη θα μπορούσε να γραφεί από όλους με –ε-, μόνο αν συμφωνούσαμε να ακολουθήσουμε στη γραφή της το κριτήριο της χρήσης (αυτό που υπαγορεύει να γράφουμε αγόρι και όχι αγώρι, μολονότι ανάγεται στο αρχ. ἄωρος) ή το κριτήριο της παρετυμολογικής γραφής (αυτό που οδηγεί στη γρ. πολυθρόνα αντί πολιθρόνα, από παρετυμολογική σύνδεση με τα πολύς και θρόνος, ενώ η λέξη προέρχεται από το ιταλ. poltrona).

Επίσης, για επιστημονικά θέματα είναι σωστό να μην αρθρογραφεί κανείς χάριν εντυπώσεων, αλλά να επικαλείται συγκεκριμένα επιχειρήματα. Ο Κ.Π. αποφαίνεται δημαγωγικά ότι «την αλλαγή στη γραφή έστω και μιας λέξης την αποφασίζει όλος ο ελληνικός λαός». Και μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός δείχνει για αυτόν που τον διατυπώνει πόσο ανυποψίαστος είναι σχετικά με θέματα ορθογραφίας της Νέας Ελληνικής και ιστορίας της νεοελληνικής ορθογραφίας. Αν ίσχυε αυτό το «παλλαϊκό» κριτήριο, θα έπρεπε να νεκραναστήσουμε όλες τις εσφαλμένες γραφές που υπήρχαν παλαιότερα, όπως καλλίτεροςπαληός, αλλά αναθεωρήθηκαν με βάση την επιστήμη της γλώσσας από ειδικούς γλωσσολόγους, επειδή οι τελευταίοι… αρθρογραφούσαν στα «κρυφά» και δεν εξασφάλισαν τη σύμφωνη γνώμη του συνόλου του ελληνικού λαού, όπως ορίζει το κριτήριο του Κ.Π.! Αν όμως ο Κώστας Πνευματικός ήταν γλωσσολόγος, θα είχε υπ’ όψιν του την ιστορική παράμετρο της ορθογραφικής ρύθμισης της Νέας Ελληνικής και δεν θα έλεγε τέτοιες ανακρίβειες…

Επιπροσθέτως, ο Κ.Π. αναφέρει ότι ένα και μοναδικό λεξικό, το ΛΝΕΓ2, γράφει την ορθοπαιδική με <αι>. Ωστόσο, και κανένα λεξικό να μην την έγραφε έτσι, αυτό δεν θα αποδείκνυε τη βασιμότητα της γραφής με <ε>. Η ετυμολογική ορθογράφηση μιας λέξης δεν είναι θέμα «ποσοτικό». Η ανακολουθία, όμως, του Κ.Π. φαίνεται από το εξής: ενώ αναγκάζεται να ισχυριστεί ότι δεν τον ενδιαφέρει το «ποσοτικό» αυτό κριτήριο, δηλ. πόσα λεξικά λημματογραφούν τη λέξη με <ε> και πόσα με <αι>-, παραθέτει έναν κατάλογο από λεξικά και εγκυκλοπαίδειες που περιλαμβάνουν τη γραφή με <ε>. Αφού δεν αναγνωρίζει το προαναφερθέν «ποσοτικό» κριτήριο, προς τι αυτός ο κατάλογος; Η δική μας στάση, απεναντίας, δεν είναι καθόλου ανακόλουθη, όπως νομίζει ο Κ.Π., αφού το κρίσιμο στοιχείο για την ορθογράφηση του τύπου είναι η καταγεγραμμένη ομολογία του Andry ότι έπλασε τον όρο με βάση το παιδίον και όχι η λημματογράφηση του τ. ορθοπαιδική σε κάποιο λεξικό. Επιπλέον, μπορεί να μη μας ενδιαφέρει το «ποσοτικό» κριτήριο, μπορεί η επίκληση ενός λεξικού από μόνη της να μην έχει μεγάλη σημασία, θα πρέπει όμως να γίνει μια λεπτή διάκριση: δεν είναι δυνατόν να εξισώνεται η επίκληση ενός λεξικού που για διαφόρους λόγους καταγράφει ως λήμμα τον τ. ορθοπεδική, χωρίς περαιτέρω εξήγηση, με την επίκληση ενός άλλου λεξικού, το οποίο παραθέτει αναλυτικότατο σχόλιο για την ετυμολογική προέλευση του όρου. Το αναλυτικό και κατατοπιστικό αυτό σχόλιο του ΛΝΕΓ2, που μάλιστα τίθεται εκτός λήμματος, αποτελεί πράγματι μια πηγή πληροφόρησης με μεγαλύτερη αξία από ένα απλό λ. ορθοπεδική κάποιου άλλου λεξικού. Άρα, δεν παραπέμπουμε έτσι γενικά και αόριστα στο «ένα και μοναδικό λεξικό», όπως ανακριβώς γράφει ο Κ.Π., αλλά στο αναλυτικότατο σχόλιο αυτού του λεξικού.

Και τώρα κάτι πάρα πολύ σοβαρό: Στην υποσημείωση 19 της εργασίας του ο Κ.Π. συγκαταλέγει το λεξικό Σταματάκου της Αρχαίας σε αυτά που γράφουν την ορθοπαιδική με <ε>. Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν ένα λεξικό της Αρχαίας να περιλαμβάνει έναν νεότερο όρο του 1741, όπως είναι ο όρος ορθοπαιδική. Όποιος ανατρέξει στο λεξικό Σταματάκου της Αρχαίας θα διαπιστώσει φυσικά ότι δεν υπάρχει λ. ορθοπεδική! Ο Κ.Π. παραθέτει βιβλιογραφική αναφορά που δεν στηρίζει τον ισχυρισμό του για τη γραφή της λέξης με <ε>. Ο καθένας, βέβαια, μπορεί να αναλογιστεί τι θα σήμαινε να καταγραφόταν τ. ορθοπεδική σε λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, όπως του Σταματάκου. Ο Κώστας Πνευματικός με αυτό το συνειδητό ψέμα του αφήνει να εννοηθεί ότι ο επίμαχος όρος είναι της Αρχαίας και πάντως προγενέστερος του 1741! Η αλήθεια, όμως, είναι ότι ο όρος αυτός δεν απαντά σε κείμενο της Ελληνικής πριν από το 1741!

Ο K.Π. γράφει για τη δημιουργία του όρου ορθοπαιδική από τον Andry τα εξής: «εδώ το ζητούμενο είναι το κατά πόσον η λέξη που δημιούργησε ήταν επιτυχής κι αυτό είναι σίγουρα ένα άλλο ζήτημα… Πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι επέλεξε τις κατάλληλες λέξεις για τον σχηματισμό και ότι η λέξη αυτή που παρήγαγε περιγράφει ορθά το ζητούμενο;». Αξίζει να επισημανθεί ότι δεν είναι καθόλου ζητούμενο το αν η συγκεκριμένη λέξη περιγράφει επιτυχώς το δηλούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η επίμαχη λέξη απλώς βασίζεται σε ελληνικά στοιχεία, αλλά δημιουργήθηκε στο εξωτερικό, στα πλαίσια μιας ξένης γλώσσας. Η ορθοπαιδική αποτελεί περίπτωση ελληνογενούς ξένου όρου ή διεθνισμού internationalism): ο σχετικός όρος δηλώνει γενικά μια λέξη που έχει σχηματιστεί από στοιχεία της Ελληνικής ή / και της Λατινικής (ή άλλων γλωσσών) και απαντά στο λεξιλόγιο αρκετών γλωσσών. Συνήθως, οι λέξεις της κατηγορίας αυτής, ακριβώς επειδή έχουν πλασθεί για τις ανάγκες άλλων γλωσσών, δεν συμμορφώνονται με τους μορφολογικούς και σημασιολογικούς κανόνες της Αρχαίας Ελληνικής, μολονότι μπορεί να βασίζονται σε αρχαιοελληνικά στοιχεία. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της λέξης μικρόβιον (< γαλλ. microbe), που θα έπρεπε να είναι βραχύβιον ή μικρόζωον, προκειμένου να προσαρμοστεί στο σύστημα της αρχαίας Ελληνικής (βλ. ΛΚΝ, λ. μικρόβιο). Περαιτέρω, ο Κ.Π., που θέτει τέτοια ερωτήματα, γνωρίζει άραγε ότι στην ιστορία της Ελληνικής παρατηρείται το φαινόμενο να αναβιώνουν τύποι σε νεότερους χρόνους και να χρησιμοποιούνται με σημασία διαφορετική από αυτήν που είχαν στην αρχαιότητα; Η λ. οικογένεια αποτελεί τέτοια περίπτωση: ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους χρησιμοποιήθηκε με τη σημασία «ιδιότητα του οικογενούς, δηλ. του δούλου που έχει γεννηθεί σε συγκεκριμένο σπίτι και δεν έχει αγορασθεί» (βλ. ΛΚΝ και ΛΝΕΓ2, λ. οικογένεια), τον 19ο αι. επανεισάγεται στο λεξιλόγιο της ελληνικής γλώσσας με ολότελα διαφορετική σημασία, τη γνωστή σημερινή. Ο Κ.Π., που διατυπώνει λοιπόν τέτοια ερωτήματα, αναρωτήθηκε αν περιγράφει σωστά το δηλούμενο η οικογένεια, μια λέξη δηλ. που άλλαξε εντελώς σημασία; Όπως δεν υφίσταται θέμα για το μικρόβιο και την οικογένεια, ομοίως ανύπαρκτο είναι και το ζήτημα που γέννησε ο Κ.Π. για την επιτυχή ή μη δημιουργία του όρου ορθοπαιδική.

Εν συνεχεία ο Κ.Π. αναρωτιέται αν η επινόηση του όρου από τον Αndry έγινε για τις ανάγκες του βιβλίου του ή για τη δήλωση ενός επιστημονικού κλάδου. Αυτό είναι ψευδοδίλημμα, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ανατρέχοντας στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα με τα κείμενα των καθηγητών Ιατρικής. Ο Κώστας Πνευματικός τελικά ισχυρίζεται ότι αναφορά σε παιδιά γίνεται μόνο στον τίτλο του βιβλίου του Andry. O K.Π. θα αποδείκνυε τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, αν είχε ανατρέξει στο ίδιο το βιβλίο και έβλεπε ότι δήθεν απουσιάζουν από αυτό οι αναφορές σε παιδιά. Αντ’ αυτού, περιορίστηκε στο να διαβάσει το άρθρο μιας εγκυκλοπαίδειας Ιατρικής για τον Andry και από εκεί έβγαλε παραπλανητικά το συμπέρασμα ότι μόνο για τον τίτλο του βιβλίου
δημιουργήθηκε η λ. ορθοπαιδικός (από το παιδί). Απάντηση: Και μόνο το γεγονός ότι στον τίτλο υπάρχει μια τέτοια λέξη αποδεικνύει ότι σε όλο το βιβλίο και όχι μόνο στον τίτλο υπάρχουν αναφορές στα παιδιά. Ποια είναι η αλήθεια, που σκόπιμα συσκοτίζει ο Κ.Π.; Ότι σε όλο το βιβλίο του Andry υπάρχουν συμβουλές σε τροφούς και παιδαγωγούς, αφού ο καθηγητής πίστευε ότι τα αίτια των σωματικών δυσπλασιών εντοπίζονται στην παιδική ηλικία. Άλλωστε, και η εικόνα ενός ραβδιού που χρησιμοποιείται για το ίσιωμα ενός αναπτυσσόμενου δενδρυλλίου (το διεθνές έμβλημα των ορθοπαιδικών εταιρειών) είναι προφανές ότι συμβολίζει τη διόρθωση δυσμορφιών στον άνθρωπο που αναπτύσσεται, δηλ. στο παιδί! Και έτσι, με όλα αυτά, καταρρίπτεται πανηγυρικά άλλος ένας ψευδέστατος ισχυρισμός του Κ.Π., ότι δήθεν δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά σε παιδιά, το παραμικρό υπονοούμενο για παιδιά (διατύπωση του Κ.Π.), πέρα από τον τίτλο του βιβλίου του Andry. Όλο το βιβλίο μιλάει για παιδιά, όχι μόνο ο τίτλος! Και γενικότερα ο κλάδος της ορθοπαιδικής αρχικά αφορούσε κυρίως σε παιδιά.

Ο Κ.Π. θέτει επίσης το ερώτημα αν ο Andry ήταν σε θέση να διακρίνει το ελλην. παῖς από το λατ. pes «πόδι», σε μια ατυχή προσπάθεια να συνδέσει τον όρο ορθοπαιδική με το pes και το πόδι. Δεν αξίζει να επιμείνει κανείς σε αυτό το σημείο.

Ακόμη, ο Κ.Π. εξακολουθεί να αναρωτιέται: «σήμερα οι ορθοπεδικοί θεραπεύουν αποκλειστικά και μόνο παιδιά; Εδώ και πόσα χρόνια (ή αιώνες;) θεραπεύουν ανθρώπους όλων των ηλικιών;» και διαπιστώνει «οι ορθοπεδικοί δεν γιατρεύουν μόνο παιδιά». Μα, πόσες φορές πρέπει να εξηγήσουμε ότι η σημερινή σημασία του όρου δεν είναι δεσμευτική για την ορθογράφησή του, η οποία μπορεί κάλλιστα να εξαρτηθεί από την πρωταρχική σημασία του, ακόμη κι αν αυτή ανάγεται στο μακρινό παρελθόν; Ύστερα και από αυτό, δεν μας κάνει εντύπωση η αδυναμία του Κ.Π. να δει στην πλευρά μας επιχειρήματα για την αναίρεση της γραφής με -ε-. Γράφει ο Κώστας Πνευματικός: «αν αποδεικνυόταν, με πραγματικά επιχειρήματα όμως, ότι η λέξη ορθοπεδικός ήταν λανθασμένη και έπρεπε να γράφεται με –αι-, τότε θα συμμετείχε και ο γράφων σε αυτήν την προσπάθεια, κι ας μετριόμασταν, όλοι κι όλοι, στα δάχτυλα του ενός χεριού». Σχόλιο: Αυτό που γράφτηκε για τη μη λειτουργία του «σημασιολογικού κριτηρίου» σε συγχρονικό επίπεδο δεν είναι πραγματικό επιχείρημα, γλωσσολογικό μάλιστα, που αποδεικνύει εσφαλμένη τη σύνδεση του νεότερου (του 18ου αι.) όρου ορθοπαιδική με το πεδώ, την πέδηση, το πόδι κ.ά.; Δεν είναι πραγματικό επιχείρημα το ότι η γραφή ενός όρου δεν ρυθμίζεται από τη συγχρονική του σημασία, πράγμα άγνωστο σε μερικούς μη γλωσσολόγους; Δεν είναι πραγματικό επιχείρημα ότι η παλαιότερη μαρτυρία του όρου είναι με –αι-, που απαντά στον ίδιον τον Andry; Αν όλα αυτά που έχουμε γράψει δεν συνιστούν πραγματικά και επιστημονικά επιχειρήματα που αντικρούουν τη γραφή με –ε-, τότε οι λέξεις έχουν χάσει τις σημασίες τους. Ύστερα, ποιες είναι οι «ιστορικές-φιλολογικές προσεγγίσεις» που κατά τον Κ.Π. ενισχύουν τη γρ. ορθοπεδική; Το γεγονός ότι ένας φοιτητής του ιστορικού τμήματος ή ένας φιλόλογος προβάλλουν αβάσιμους ισχυρισμούς για τη γραφή μιας λέξης δεν καθιστά αυτομάτως «ιστορική» ή «φιλολογική» την προσέγγιση ενός θέματος ετυμολογίας από την πλευρά τους. Και ποια είναι επιτέλους τα …«γλωσσικά τεκμήρια που παραθέτουν φιλόλογοι και γλωσσολόγοι» για τη γρ. ορθοπεδική; Δεν υπάρχει ούτε ένα τέτοιο τεκμήριο και, επίσης, δεν υπάρχει ούτε ένας γλωσσολόγος που να υποστηρίζει τη γραφή με <ε> ως ετυμολογικά δικαιολογημένη.

Ο Κώστας Πνευματικός θίγει και το θέμα της μεταγραφής της λέξης σε ευρωπαϊκές γλώσσες, διαστρεβλώνοντας όμως την αλήθεια. Αφού διευκρινιστεί ότι η απόδοση της ορθοπαιδικής σε ξένες γλώσσες δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο για τη γραφή της με –αι-, ας σημειωθεί ότι κανείς ποτέ δεν είπε ότι «το γαλλικό <é> αντιστοιχεί πάντοτε στο ελληνικό <αι>» και ότι «στη Γαλλική, accent aigu παίρνουν μόνο τα  που δηλώνουν ». Κανείς ποτέ δεν είπε ότι δεν υπάρχει στην Αγγλική η γρ. pedagogue. Η απόδοση της ελληνικής λέξης σε ξένες γλώσσες είναι απλώς ένα επιπρόσθετο στοιχείο. Η αγγλική γρ. orthopaedics δεν είναι φυσικά η μοναδική, αλλά κάτι δηλώνει. Και στο οικείο λ. του ΛΝΕΓ2 επισημαίνεται ότι «στην Αγγλική ο όρος orthopaedics (από το orthopédie) τείνει να επικρατήσει», άρα η γραφή με -ae- δεν είναι η μοναδική. Yπάρχουν και αντίστοιχες γραφές με –e– σε ευρωπαϊκές γλώσσες. Kαι στα αμερικανικά Αγγλικά συνηθίζεται η γραφή με –e-. Ο καθηγητής Πουρνάρας γράφει εύστοχα όμως: «και αν ακόμη στη Γαλλική ή άλλες γλώσσες η λέξη γράφεται με –e-, κανείς και ουδέποτε αμφισβήτησε την προέλευσή της από τις δύο ελληνικές ορθός και παιδίον». Ο Κώστας Πνευματικός ασκεί δημαγωγία, διαστρεβλώνει τα γραφόμενα των άλλων χάριν εντυπώσεων, αλλά παραβιάζει ανοικτές θύρες. Ακολουθούν όμως πιο συγκεκριμένα παραδείγματα της τακτικής που εφαρμόζει:
Ο Κώστας Πνευματικός υποστηρίζει για τον υποφαινόμενο ότι αφενός έγραψε πως «κανείς ποτέ δεν είπε ότι το –é– της Γαλλικής αντιστοιχεί στο –αι– της αρχαίας Ελληνικής» και αφετέρου «προσπάθησε στη συνέχεια να το αναιρέσει». Σχόλιο: Ο Κ.Π. διαστρεβλώνει την αλήθεια. Ιδού τι είχε γραφτεί από τον υποφαινόμενο: κανείς ποτέ δεν είπε ότι «το γαλλικό –é– αντιστοιχεί πάντοτε στο ελληνικό -αι-». Ο Κ.Π. δηλ. παρέθεσε το χωρίο παραλείποντας την κρίσιμη λέξη πάντοτε! Δυστυχώς, όμως, για τον Κ.Π., scripta manent. Και τα γραπτά που μένουν αποδεικνύουν ότι και σε αυτήν την περίπτωση παραποίησε το περιεχόμενο του σχολιαζόμενου κειμένου παραλείποντας μια λέξη που αλλάζει τη σημασία, τη λ. πάντοτε.
Ακόμη, γράφει ο Κ.Π. στο κείμενό του: «τη λέξη αυτή [ενν. othopaedics] χρησιμοποιεί παραπλανητικά ο κ. Β.Α., αφήνοντας να εννοηθεί από τους Έλληνες που δεν έχουν τον χρόνο, τη δυνατότητα ή τη διάθεση να ψάξουν τα διάφορα ξενόγλωσσα λεξικά, ότι όλα τα ξενόγλωσσα λεξικά έχουν τη γραφή με <ae». Σχόλιο: Ο Κώστας Πνευματικός διαστρεβλώνει για άλλη μια φορά την αλήθεια. Ιδού τι είχε γραφτεί από τον υποφαινόμενο: «ο συντάκτης της εφημ. Η γλώσσα μας σημειώνει ακόμη ότι σε δύο γαλλικά λεξικά ο όρος γράφεται με –e-. To ακριβές είναι ότι γράφεται με <é> (με accent aigu), το οποίο αντιστοιχεί στο ελληνικό –αι– (πβ. το γαλλ. pédiatrie «παιδιατρική»· πβ. επίσης και την αγγλική γραφή orthopaedics, που θα έπρεπε να λέει πολλά σε όσους ανατρέχουν σε ξενόγλωσσα λεξικά, για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα σχετικά με την ετυμολογική προέλευση του όρου ορθοπαιδική)». Από αυτό το χωρίο δεν προκύπτει σε καμιά περίπτωση το συμπέρασμα ότι κατά τον υποφαινόμενο όλα τα ξενόγλωσσα λεξικά έχουν τη γραφή με -ae-. Απλώς, κάναμε παραπομπή σε μια γραφή, αυτήν με -ae-, που αποσιωπήθηκε σε άρθρο μιας πειραϊκής εφημερίδας. Και γράψαμε «παράβαλε και την αγγλική γραφή orthopaedics». Κανείς δεν είπε ότι η γραφή με –ae– απαντά σε όλα τα ξενόγλωσσα λεξικά. Η λ. όλα αποτελεί παραπλανητική προσθήκη του Κώστα Πνευματικού, που και αυτή παραποιεί το περιεχόμενο του σχολιαζόμενου κειμένου.

Πάντως, αξιοσημείωτη είναι και η απόδοση της ορθοπαιδικής στη Γερμανική ως Οrthopädie. Ο συγκεκριμένος τύπος παριστάνεται με το –ä-, τη σύγχρονη μορφή της διφθόγγου –ae– που υπήρχε παλιότερα στη γερμανική ορθογραφία. Tην ετυμολογική αυτή ορθογραφία, όπως και την επιστημονική ετυμολογία της λέξης, καταγράφουν τα έγκυρα λεξικά της γερμανικής γλώσσας. Γράφει ο Χρυσόστομος Παπασπύρου, διδάκτωρ φιλοσοφίας της σχολής γλωσσικών επιστημών του Πανεπιστημίου Αμβούργου:
«εκείνο που κατά τη γνώμη μου έχει προκαλέσει σύγχυση με αποτέλεσμα την ενίσχυση της παραδοχής ότι αυτοί οι όροι [logopedics και orthopedics] έχουν σχέση με το πόδι και όχι με το παιδί, πράγμα που οδήγησε στην εσφαλμένη ορθογραφία, είναι η απλοποίηση του γραφηματικού συμπλέγματος –ae– (διά του οποίου απεδίδετο αρχικά το –αι– της Ελληνικής στην αγγλική γλώσσα) σε απλό –e– (πρβλ. aequilibration equilibrationhaematology hematologylaevorotatory levorotatory, κ.τ.λ.). Στη γερμανική γλώσσα, αντίθετα, η ορθογραφία έχει διατηρηθεί με το –ä-, διά του οποίου απεδόθη αρχικά –ορθότατα– το –αι-της ελληνικής (LogopädieOrthopädie), οπότε, αν γινόταν η διατύπωση του αντιδανείου απευθείας από τη Γερμανική, δεν θα είχε προκύψει σύγχυση».

Ισχυρίζεται ο Κώστας Πνευματικός ότι:

«το «ä» (a umlaut), όπως και τα υπόλοιπα φωνήεντα της γερμανικής που παίρνουν umlaut (ö,ü), συναποτελούν το φαινόμενο της Γερμανικής που ονομάζεται Μεταφωνία ή Φωνηεντική Αλλοίωση και χρησιμοποιείται, για να δηλώσει χίλια δυο πράγματα και δεν αποτελεί την αντίστοιχη της αρχαιοελληνικής “αι” (ή της λατινικής “ae”) δίφθογγο».

Και ο Παρασκευάς Σταυρόπουλος απαντά εύστοχα:

«Πράγματι, το ä χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως, ωστόσο η Γερμανική σε λέξεις που έχει δανειστεί από την Ελληνική αποδίδει πάντα τον δίφθογγο -αι- ως ä. Απόδειξη είναι οι παρακάτω λέξεις: Pädagogik (< Παιδαγωγική), Enzyklopädie (< Εγκυκλοπαίδεια), Logopädie (< λογοπαιδεία). Προσπαθώντας να θολώσει τα νερά [ενν. ο Κώστας Πνευματικός] αναφέρει διάφορες δάνειες λέξεις της Γερμανικής όπου το ä προέρχεται από το a, π.χ.: Käse (< caseus), Sekretär (< secretarius) κ.λπ. και διατείνεται πως «το “ä” δεν μπορεί να μας πει πολλά πράγματα για την ετυμολογία της λέξης στην οποία εμπεριέχεται.» Αυτή η διαπίστωση στην οποία προβαίνει είναι πολύ βολική για την ορθογραφική του θεωρία, αλλά με βάση τα παραδείγματα που φέραμε εδώ (όπου το ελλ. αι αποδίδεται ως ä), αλλά και με βάση τα παραδείγματα που προτείνει ο ίδιος στο άρθρο του (όπου το λατ. a αποδίδεται επίσης ως ä), πουθενά δεν αποδεικνύεται πως το ε [e] ελληνικών και άλλων δάνειων λέξεων της Γερμανικής αντιστοιχεί στο ä, επομένως η ορθογραφία ορθοπεδική αποδεικνύεται εσφαλμένη (γερμ. Orthopädie).

»Μολονότι ο ίδιος υπονομεύει την επιχειρηματολογία του, σπεύδει να ειρωνευτεί διερωτώμενος σχετικά με τη λέξη Känguruh (= καγκουρό) εάν “στην Αυστραλιανή ιθαγενή γλώσσα Guugu Yimidhir […] υπάρχει η αρχαιοελληνική δίφθογγος αι”; Η ρητορική ερώτηση και το φαιδρό ύφος δεν χρειάζονται απάντηση. Ο κ. Πνευματικός προφανώς δεν μπορεί να καταλάβει ότι το ελληνικό αι έχει αποδοθεί ως ä, αλλά αυτό επ’ ουδενί συνεπάγεται πως κάθε εμφάνιση του ä στη Γερμανική προέρχεται από την ελληνική δίφθογγο αι».

Επίσης, ο Κ.Π. φαντάζεται τους φιλολόγους «να αποφασίζουν ότι πρέπει να λέγονται φυλόλογοι (sic), επειδή κάποιος Αλεξανδρινός γραμματικός συνέγραψε μια πραγματεία με τον τίτλο Περί Φύλου Λόγος». Ο καθένας αντιλαμβάνεται πόσο άστοχος και παιδαριώδης είναι αυτός ο παραλληλισμός, που δεν αξίζει καν άλλης αντικρούσεως.
Ακόμη, η υπόθεση του Κ.Π. ότι την εποχή που έπλασε ο Andry τη λέξη υπήρχαν δύο «ελευθέρως εναλλασσόμενοι τύποι», ορθοπαιδική και ορθοπεδική, δύο παράλληλες γραφές που εμφανίζονταν ανάλογα με την ερμηνεία της λέξης, είναι εντελώς αυθαίρετη και δεν προκύπτει από πουθενά. Ο Παρασκευάς Σταυρόπουλος σε άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο «Λογικές ακροβασίες» σχολιάζει ακριβώς αυτή την υπόθεση του Κώστα Πνευματικού:
«Ο κ. Πνευματικός αναρωτιέται: «Πώς είμαστε τόσο σίγουροι ότι δεν υπήρχαν, την εποχή εκείνη, που ο Andry επινόησε την εν λόγω λέξη, δύο “ελευθέρως εναλλασσόμενοι τύποι” με δυνατότητα διπλής γραφής, […] είτε “ορθοπεδική”, είτε “ορθοπαιδική”;» Η αλήθεια είναι πως για τίποτα δεν μπορούμε να είμαστε απολύτως σίγουροι. Η αμφιβολία είναι βάση της επιστημονικής έρευνας, ωστόσο κινούμαστε με βάση τις αποδείξεις που υπάρχουν. Η γραφή ορθοπαιδική μαρτυρείται από το 1741. Η γραφή ορθοπεδική παραμένει αμάρτυρη σε αυτό το βάθος χρόνου. Το να μετατρέπουμε την άγνοια για την ύπαρξη μιας λέξης σε βεβαιότητα θα μπορούσε να μας οδηγήσει σε παραλογισμό, αφού με την ίδια λογική δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι δεν υπήρχε και γραφή *ωρθωπαιδική! Εξάλλου δεν είμαστε εμείς αυτοί που υποστηρίζουμε τη γραφή ορθοπεδική, επομένως δεν είμαστε αναγκασμένοι να αποδείξουμε ότι δεν υπήρχε! Το βάρος της απόδειξης το φέρει ο ίδιος ο κ. Πνευματικός, όσο κι αν προσπαθεί να απαλλαγεί από αυτό με τεχνάσματα».

Στο τέλος του άρθρου του, ο Κ.Π. ισχυρίζεται δογματικά ότι η ορθοπαιδική θα πρέπει να γράφεται με <ε>, γιατί ετυμολογείται από το αρχ. πεδῶ «περιδένω». Φυσικά, μόνο αυτό δεν απέδειξε στο εκτενές κείμενό του. Για να αποδείξει ένας αρθρογράφος ότι η επίμαχη λέξη είναι σωστό να γράφεται με <ε>, θα πρέπει να αναιρέσει με συγκεκριμένα, σοβαρά, επιστημονικά επιχειρήματα ένα προς ένα τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την ετυμολογική σύνδεση του ορθοπαιδική με το παιδίον και τη διάκρισή του από το πεδῶ «περιδένω» ή άλλους τύπους με <ε>. Μερικά από τα προαναφερθέντα στο κεφάλαιο αυτό αποτελούν ήδη απάντηση στον Κ.Π., ο οποίος δεν τα λαμβάνει υπ’ όψιν. Για παράδειγμα, ανατρέχει σε λεξικά και επικαλείται τη σημερινή σημασία της ορθοπαιδικής, ενώ έχουμε εξηγήσει επανειλημμένως ότι τη γραφή του όρου ρυθμίζει η αρχική του σημασία. Eπίσης, ασχολείται με την ετυμολογία του αρχ. πεδῶ, χωρίς όμως να τεκμηριώνει την παραμικρή σχέση του με τον νεότερο όρο ορθοπαιδική. Και η εμφάνιση του ὀρθοποδῶ ή παρεμφερών τύπων στον Σοφοκλή ή την Καινή Διαθήκη επίσης δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτε για την ετυμολογική σύνδεση της ορθοπαιδικής με το πεδῶ, εφόσον δεν μαρτυρείται τ. ορθοπεδική πριν από το 1741. Το κείμενο του Κ.Π., στο οποίο υποστηρίζεται η γραφή με <ε>, δεν έχει επιστημονικό χαρακτήρα. Δεν διαθέτει αποδεικτική δύναμη. Το μόνο που αποδεικνύει περίτρανα είναι το φαινόμενο του γλωσσικού ερασιτεχνισμού, η καταγγελία του οποίου ήταν ο σκοπός αυτού του βιβλίου. Ο Κ.Π. για δικούς του λόγους ενοχλήθηκε από την πρωτοβουλία ορισμένων γλωσσολόγων να δώσουν επιτέλους απαντήσεις για θέματα γλώσσας σε υποστηρικτές συγκεκριμένης ιδεολογίας και νόμισε ότι τα γραφόμενα για την ορθοπαιδική ήταν η «αχίλλειος πτέρνα».

Στα πλαίσια της αφελούς προσπάθειάς του να αναιρέσει τη γρ. ορθοπαιδική, ο Κώστας Πνευματικός φτάνει στο σημείο να παραθέσει κριτικά σχόλια για τον Γάλλο Νicolas Andry (1658-1742) και να τον συγκρίνει με έναν άλλον επιστήμονα, τον Ελβετό Jean-André Venel (1740-1791). Ο Κ.Π. παρατηρεί ότι σε μια εγκυκλοπαίδεια Ιατρικής, από όπου απουσιάζει τοόνομα του Andry, αναφέρεται ο Venel ως ο επιστήμονας χάρη στον οποίον άρχισε να εμφανίζεται στο προσκήνιο ο σχετικός κλάδος της Ιατρικής! Διαπιστώνει επίσης ότι και άλλες εγκυκλοπαίδειες του χώρου δεν αναφέρουν τον Andry. Ομολογεί, όμως, ότι σε μία εγκυκλοπαίδεια εντοπίζεται το όνομα Andry. Βεβαίως, η απουσία του Andry από το λημματολόγιο μιας, δύο ή δέκα εγκυκλοπαιδειών δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα! Πάλι επιστρατεύονται από τον Κώστα Πνευματικό περίεργα «ποσοτικά» κριτήρια για λόγους εντυπώσεων. Τελικά, ο Κ.Π. παραδέχεται ότι σε μια Ιστορία της Ιατρικής πράγματι λημματογραφείται ο Andry. Άρα, λοιπόν, υπάρχει Andry! Αλλά, τότε, γιατί γράφτηκαν όλα τα προηγούμενα; Επίσης, η συμβολή του Andry στην επιστήμη σε σύγκριση με του Venel τι σχέση έχει με το συζητούμενο θέμα και με ποιον τρόπο αναιρεί ότι ο Andry έπλασε τον επίμαχο όρο; Η εμμονή μερικών στην εσφαλμένη γρ. ορθοπεδική αντί της ορθής ορθοπαιδική, και μάλιστα ενώ έχει προηγηθεί εκτενής συζήτηση και έχουν ξεκαθαριστεί τα πράγματα, αποδεικνύει τη δύναμη της ορθογραφικής συνήθειας, αλλά και τον ισχυρό ρόλο του ιδεολογικού παράγοντα στην πραγμάτευση γλωσσικών θεμάτων. Ο φανατικός ιδεολόγος θα επιστρατεύσει τα πιο απίθανα επιχειρήματα, για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Ο ίδιος ο Andry ομολογεί ρητά ότι έπλασε τη λ. ορθοπαιδική με βάση τα ορθός και παιδίον και ο συνομιλητής μας φτάνει στο σημείο να επικαλεσθεί το εξής επιχείρημα: ότι από μερικές εγκυκλοπαίδειες Ιατρικής απουσιάζει το όνoμα Andry! Και αυτό τι αποδεικνύει άραγε; Ότι δεν υπήρξε ο Andry; Ο K.Π. κλείνει τα μάτια σε μια ρητή μαρτυρία. Και αντιτάσσει φλύαρα κείμενα με σαθρά επιχειρήματα.

Μια απλή περιδιάβαση σε ξενόγλωσσες ιστοσελίδες οδηγεί στα εξής συμπεράσματα:

α) ο όρος ορθοπαιδική δημιουργήθηκε από τον καθηγητή Αndry με βάση τη λέξη παιδίον. Δεν υπάρχει ούτε μία ξενόγλωσση πηγή στο διαδίκτυο που να περιλαμβάνει την ετυμολογική σύνδεση του όρου ορθοπαιδική με τα πεδώ-πέδησηπους-ποδός κ.λπ.

β) η ορθοπαιδική στην αρχική της φάση αφορούσε πράγματι μόνο σε παιδιά, ενώ σήμερα αφορά σε ανθρώπους κάθε ηλικίας. Ο σχετικός όρος δηλ. έχει πλέον επεκταθεί σημασιολογικά.

γ) ακόμη και αν στην Αγγλική η γρ. orthopaedics δεν είναι η μοναδική, είναι η ετυμολογικά σωστή. Η αντίστοιχη γρ. orthopedics θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς παρετυμολογική με βάση το λατινικό pespedis «πους-ποδός».

δ) Όποια κι αν ήταν η συμβολή του Andry στην ορθοπαιδική επιστήμη, όποια κι αν ήταν η επιστημονική του οντότητα και αξία, ένα είναι γεγονός: ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής δημιούργησε τον σχετικό όρο. Ακόμη κι αν θεωρηθεί πατέρας της ορθοπαιδικής επιστήμης ο Venel, δημιουργός του όρου είναι ούτως ή άλλως ο Andry! Ακόμη κι αν έχει αμφισβητηθεί ο επιστημονικός χαρακτήρας του έργου τού Andry, κανείς δεν έχει αρνηθεί ότι ο συγκεκριμένος καθηγητής χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο ορθοπαιδική.

8.12.11

ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΚΑΙ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ

Χαρακτηριστικά παραδείγματα ερασιτεχνισμού στον χώρο της θεωρίας της γλώσσας και, ειδικότερα, της ετυμολογίας που θα μας απασχολήσουν εδώ είναι: η ιδεολογική στάση έναντι του Κρατύλου· επίσης, η προβολή διαφόρων επιχειρημάτων με τα οποία υποστηρίζονται οι ετυμολογίες του συγκεκριμένου έργου και αμφισβητείται η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου, δηλ. η μία από τις δύο αρχές που διακρίνουν την επιστημονική από τη μη επιστημονική φάση στην ετυμολόγηση των λέξεων.
Ο αβάσιμος ισχυρισμός ότι η ελληνική είναι «η μόνη μη συμβατική γλώσσα του κόσμου, η μόνη γλώσσα δηλαδή που παρουσιάζει αιτιώδη σχέση μεταξύ του σημαίνοντός της (λέξεως) και του σημαινομένου της (του πράγματος που ονομάζει η λέξη)» έχει προβληθεί για την αναίρεση της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, ενώ για την ελληνική έχει υποστηριχθεί από τον ίδιο ατυχώς και ότι «είναι η πρώτη και η μόνη δημιουργηθείσα γλώσσα του ανθρωπίνου είδους, από την παραφθορά της οποίας απέρρευσαν οι συμβατικές γλώσσες (δηλαδή αυτές όπου υπάρχει αναιτιώδης σχέση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου), όπως είναι όλες ανεξαιρέτως οι λοιπές γλώσσες του πλανήτη». Στο πρώτο μέρος της εργασίας μας, φαίνεται ότι αυτοί οι ισχυρισμοί δεν έχουν κανένα επιστημονικό-γλωσσολογικό υπόβαθρο. 

Αναλυτικά:

Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΩΝ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΥΛΟΥ

Με αφορμή την αναθεώρηση από τη σύγχρονη γλωσσολογία των ετυμολογιών του πλατωνικού Κρατύλου, ο φιλόλογος Απόστολος Τζαφερόπουλος (εφημ. Ελληνική Αγωγή, φύλλο Νοεμβρίου 1999) έχει διατυπώσει δύο ιδεολογικές απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Κρατύλος του Πλάτωνα, εφόσον είναι ένα τόσο αξιόλογο αρχαιοελληνικό κείμενο, δεν μπορεί να δίνει αντιεπιστημονικές ετυμολογικές πληροφορίες, όπως διδάσκει η σύγχρονη γλωσσολογία. Πράγματι, ο Κρατύλος αποτελεί πολύτιμο κείμενο της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, γιατί αποκαλύπτει έντονο προβληματισμό και περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές θέσεις για τη γλώσσα. Το συγκεκριμένο έργο είναι αξιόλογο φιλοσοφικό κείμενο, που πραγματεύεται ένα σημαντικό θέμα, το είδος της σχέσης που συνδέει τα ονόματα και τα πράγματα, δηλ. τον φυσικό ή συμβατικό χαρακτήρα της σχέσης αυτής. Ο πλατωνικός αυτός διάλογος, όμως, δεν έχει την αξία ειδικού γλωσσολογικού εγχειριδίου, που μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη πηγή ετυμολογικών πληροφοριών· η αξία του είναι γενικότερη, αφού ένα αρχαίο κείμενο δεν αξιολογείται μόνο με βάση την επιστημονική του εγκυρότητα ή την απόκλισή του από γλωσσολογικά διδάγματα, που εμφανίστηκαν τον 19ο και τον 20ό μόλις αιώνα. Για τις εσφαλμένες ετυμολογίες που απαντούν σε μερικά αρχαία κείμενα, ο Χατζιδάκις (1977: 127) επισημαίνει μάλιστα:
«ἄν τις θελήσῃ να λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ταῦτα συνέβαινον ὅτε οὔτε τὰ μέρη τοῦ
λόγου εἶχον διακριθῆ οὔτε αἱ καταλήξεις, πτωτικαί, προσωπικαί, παραγωγικαὶ κ.λπ. οὔτε ῥίζαι ἢ θέματα, οὔτε χρόνοι ἢ συζυγίαι ἢ ἐγκλίσεις κ.λπ. κ.λπ. εἶχον
διευκρινηθῆ, τ.ἔ. ὅτε ἡ γραμματική ἦτο ἔτι ἐν τοῖς σπαργάνοις, τότε μᾶλλον θὰ
θαυμάσῃ διὰ τὸ γλωσσικὸν διαφέρον ἐκείνων […]. Μομφῆς ἄξιοι θὰ φανῶσιν εἴς τινα μᾶλλον οἱ μετέπειτα Γραμματικοί, οἵτινες εἰ καὶ ἡ γραμματικὴ ἐπ’αυτῶν εἶχε καλλιεργηθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ, οὐχ ἧττον ἐπὶ αἰῶνας ἐξηκολούθουν διαστρέφοντες καθ’ ὅμοιον πάντοτε τρόπον τὰ τῆς γλώσσης».
Συν τοις άλλοις, όπως επισημαίνει ο Robins (1989: 42), θα ήταν άδικο να μην ειπωθεί ότι ο Πλάτων πολλές φορές αστειεύεται, όταν δίνει μερικές από τις ετυμολογίες του Κρατύλου. Το να λεχθεί πάντως η επιστημονική αλήθεια, ότι δηλ. αυτό το αξιόλογο, κατά τα άλλα, φιλοσοφικό κείμενο δεν δίνει σωστές ετυμολογίες, δεν υποτιμά σε καμιά περίπτωση τη σημασία του ούτε το μέγεθος του δημιουργού του. Εδώ ταιριάζει να παρατεθούν όσα έγραψε ο Χατζιδάκις (1924: 132) με άλλη αφορμή, τις επιθέσεις που είχε δεχθεί «διὰ κακῶς νοουμένην φιλοπατρίαν», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, όταν δίδαξε την επιστημονική αλήθεια ότι η προφορά της Αρχαίας ήταν πολύ διαφορετική από τη σημερινή προφορά της ελληνικής:
«[…] καιρὸς εἶναι πλέον νὰ λήξῃ ἡ τῶν ἀτόπων ὑπεράσπισις, νὰ πεισθῶμεν δὲ πάντες ὅτι καὶ περὶ τούτων ὡς καὶ περὶ παντὸς ἄλλου ἡ αλήθεια πρέπει νὰ λέγηται καὶ ὅτι αὕτη οὐ μόνον δὲν βλάπτει ἀλλὰ κατ’ ἀλήθειαν καὶ τιμᾷ καὶ
σῴζει».
Για τον πλατωνικό Κρατύλο διαφωτιστικά είναι και τα έργα (εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια) του Γιώργου Κεντρωτή, καθηγητή Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, και του αείμνηστου ποιητή Ηλία Λάγιου (από τις εκδόσεις Πόλις και Ζαχαρόπουλου αντίστοιχα).

Σύμφωνα με μια δεύτερη ιδεολογική άποψη του Aπόστολου Tζαφερόπουλου, ο Πλάτων, οι Στωικοί κ.ά. ερμήνευσαν σωστά την προέλευση διαφόρων λέξεων της ελληνικής, γιατί «βίωναν τή γλῶσσα πιό ἄμεσα καί κοντύτερα στίς ρίζες της». Κάτι παρόμοιο έχει γράψει και ο Άδωνις Γεωργιάδης (εφημ. Ελληνική Αγωγή, φύλλο Νοεμβρίου 1999), ότι δηλ. οι αρχαίοι μας πρόγονοι έχουν εκφράσει αξιόπιστες απόψεις για τη γλώσσα, γιατί «καί πιό κοντά στήν Γένεσι τῆς γλώσσης μας βρίσκονταν καί πολύ καλύτερη αἴσθησι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λόγου εἶχαν». Ωστόσο, για κάθε γλωσσολόγο και ενημερωμένο γλωσσολογικά φιλόλογο, η άποψη ότι οι Αρχαίοι ετυμολογούσαν σωστά τις λέξεις της ελληνικής, γιατί βρίσκονταν πιο κοντά από εμάς στις ρίζες της, δεν έχει, βεβαίως, καμία επιστημονική βάση. Ο Χατζιδάκις και πάλι (1905: 96- 98), αντικρούοντας αυτό που δίδασκαν άλλοτε μερικοί ετυμολόγοι, ότι δηλ. ο λαός κάποτε είχε «συνείδησιν τῶν ἀρχαίων ῥιζῶν», γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:
«[…] τούτοις θὰ ἐπίστευον προθύμως, ἄν τις ἠδύνατο νά με πείσῃ, τίς ἦτο ἡ
Ἑλληνική γενεά, ἥτις ὑπὸ τῶν μητέρων αὐτῆς ἀντὶ λέξεων ὅλων ἑτοίμων καὶ κλιτῶν ἐδιδάχθη ῥίζας· πότε ἔζη ἡ γενεὰ ἐκείνη ἥτις εἶχεν ἀκόμη συνείδησιν τῶν ἀρχαίων ῥιζῶν; […] Πᾶς ἐπί μικρόν ἐπιστήσας τούτοις τὸν νοῦν νοεῖ ὅτι ἡμεῖς οὐδέν γινώσκομεν περὶ ῥιζῶν καὶ τελῶν καὶ καταλήξεων, ἂν μὴ διδαχθῶμεν τὴν Γραμματικήν. […] Οὐδέποτε ὁ ἄνθρωπος ἐλάλησε διὰ ῥιζῶν. […] Ἡ περίοδος τῶν ῥιζῶν εἶναι καθαρὰ φαντασιοπληξία. […] Ὅσα ἡμεῖς σήμερον κατ’ ἀφαίρεσιν σχηματίζομεν καὶ ὀνομάζομεν ῥίζας, εἶναι οὐδέν ἄλλο ἢ ἁπλᾶ Γραμματικῶν παρασκευάσματα νοούμενα κατὰ συνθήκην».
Επομένως, είναι αντιεπιστημονική η άποψη ότι οι αρχαίοι Έλληνες, και ειδικότερα ο Πλάτων, ετυμολογούσαν σωστά τις λέξεις της ελληνικής, επειδή δήθεν ήταν κοντύτερα στις ρίζες της. Η γνώση των ριζών προκύπτει από την επιστημονική διδασκαλία της Ιστορικής Γραμματικής μιας γλώσσας. Τα γραφόμενα από τον Χατζιδάκι στο προαναφερθέν χωρίο και αλλού (1905: 3, 1915α: 499) πείθουν ότι το επιχείρημα αυτό περί ριζών, που προέβαλε o Απόστολος Τζαφερόπουλος, για να υποστηρίξει τις ετυμολογίες του Κρατύλου, είναι αβάσιμο, όπως αβάσιμα είναι και τα γραφόμενα από τον εκδότη της Ελληνικής Αγωγής Άδ. Γεωργιάδη περί γενέσεως της γλώσσας, που προαναφέρθηκαν.* Tι θα πει ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν πιο κοντά στη δημιουργία της γλώσσας και διέθεταν πολύ καλύτερη αίσθηση του ελληνικού λόγου; Η ερασιτεχνική προσέγγιση της γλώσσας φαίνεται και από την αοριστολογία που χαρακτηρίζει μερικούς ισχυρισμούς.

* Ένας βασικός λόγος για τον οποίον οι Αρχαίοι παρετυμολογούσαν τις λέξεις της ελληνικής και δεν ανάγονταν στις πραγματικές τους ρίζες ήταν η έλλειψη επαφής με διάφορες ξένες γλώσσες. Ο αρχαίος ελληνικός κόσμος είχε μιαν αυτάρκεια, που δεν καθιστούσε αναγκαία τη γνώση ξένων γλωσσών, όπως συμβαίνει σήμερα. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρει ο Φαναριώτης λόγιος Σκαρλάτος Βυζάντιος (1852(2): ε), του οποίου, βεβαίως, τη φιλοπατρία δύσκολα θα αμφισβητούσε κανείς: «ἀναγινώσκοντες τὸν Κρατύλον, ἐνεθυμήθημεν πολλάκις τίνες ἄν ἤθελον καταστῇ οἱ πρωτότυποι ἐκείνοι ἄνδρες, οἱ Πλάτωνες, οἱ Αριστοτέλεις, οἱ Ἱπποκράτεις, ἐὰν ἐγνώριζον καὶ ἐσπούδαζον τὰς διαλέκτους [ενν. τις γλώσσες] τῶν συγχρόνων αὐτοῖς βαρβάρων, καθώς ’τοὺς ἔλεγον, καὶ μέχρι τίνος ἤθελον προαγάγῃ τὴν περί θεωρίας τῶν γλωσσῶν ἐπιστήμην, ἐὰν ἐξῆγον τὰ συμπεράσματά των ἐκ τῆς ἀντιπαραθέσεως αὐτῶν πρὸς ἀλλήλας, κατὰ τὸ σημερινὸν σύστημα τῆς Linguistique [γλωσσολογίας]. Ἀλλ’ εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους ὁ δίγλωσσος ἄνθρωπος ἦτον εὕρημα σπανιώτατον».

ΟΙ ΗΧΟΜΙΜΗΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Προκειμένου να αποδείξει ότι η σχέση σημασίας και μορφής των λέξεων είναι φυσική, ο Απόστολος Τζαφερόπουλος στο ίδιο άρθρο του επικαλείται τις ηχομιμητικές λέξεις.
Προηγουμένως, όμως, προέβαλε το δημαγωγικό επιχείρημα ότι «ἡ γλῶσσα δέν πλάσθηκε μέσα σέ ἐργαστήρια γλωσσολόγων, ἀλλά μέσα στή φύσι»! Η γλώσσα, βεβαίως, δεν δημιουργήθηκε από γλωσσολόγους σε εργαστήρια, αλλά συνήθως οι γλωσσολόγοι κατέχουν τα γνωστικά εφόδια, ώστε να ετυμολογούν με έγκυρο τρόπο. Και αυτό μας ενδιαφέρει εδώ, ποια είναι η σωστή ετυμολογική μέθοδος. Το ότι πλάστηκε στη φύση η γλώσσα δεν αποδεικνύει ότι σημασίες και μορφές συνδέονται μεταξύ τους με φυσικό τρόπο. Αλλά για τον αβάσιμο ισχυρισμό ότι η σχέση σημασίας και μορφής των λέξεων σε μια γλώσσα –και μάλιστα ειδικά στην ελληνική– είναι φυσική θα γίνει λόγος και στη συνέχεια της εργασίας.
Τα παραδείγματα ηχομιμητικών λέξεων που παραθέτει ο Απόστολος Τζαφερόπουλος είναι αυτά των λέξεων βροντήμυκῶμαι και μηκῶμαικρατήρδοῦπος. Κατ’ αρχάς, η λ. κρατήρ δεν συγκαταλέγεται καν στις ηχομιμητικές, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια. Γενικά, όμως, η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου δεν αναιρείται από την ύπαρξη ηχομιμητικών και επιφωνηματικών στοιχείων, όπως είναι, π.χ., τα γαβγίζωβρεκεκεκέξ κοάξ κοάξε ;, εε…, μπα κ.λπ. Μερικά από αυτά, μολονότι λειτουργούν ως σύμβολα, ως στοιχεία δηλ. που εμφανίζουν φυσική και όχι αιτιακή σχέση σημαινομένου- σημαίνοντος, δεν αντικρούουν τον εν γένει συμβατικό χαρακτήρα του σημείου για τους ακόλουθους λόγους (Saussure 1979: 103- 104):

α) τα εν λόγω στοιχεία αντιπροσωπεύουν πολύ μικρό αριθμό λέξεων σε σχέση με τον λεξιλογικό πλούτο που μπορεί να διαθέτει μια γλώσσα. Ο αριθμός τους μάλιστα γίνεται ακόμη μικρότερος, εφόσον η επιστημονική ετυμολογία αποκαλύπτει ότι ορισμένες λέξεις δεν είναι στην πραγματικότητα ηχομιμητικές, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς: το αρχ. κρατήρ, π.χ., συνδέεται με το ρ. κεράννυμι «αναμειγνύω», ενώ το γαλλ. glas προέρχεται από το λατ. classicum «σάλπιγγα»·

β) οι λέξεις αυτές δεν έχουν χάσει πλήρως τον συμβατικό τους χαρακτήρα, πράγμα που αποδεικνύεται από την ποικιλία που εμφανίζουν σε διάφορες γλώσσες: π.χ. το ελλην. γαβγίζω αντιστοιχεί στο γαλλ. aboyer. Η απόδοση της φωνής των ζώων, άλλωστε, είναι κατ’ανάγκην εν μέρει συμβατική: το αριστοφανικό βρεκεκεκέξ κοάξ κοάξ, για παράδειγμα, αποδίδει μόνο αδρομερώς τη φωνή του βατράχου (Χατζιδάκις 1924(2): 92- 93), αφού άλλωστε δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Επίσης, το επιφώνημα ε ; της ελληνικής, με το οποίο κάποιος ρωτάει τον συνομιλητή του, όταν δεν άκουσε κάτι, είναι αντίστοιχο με το αγγλ. huh?, ενώ το ελλην. εε…, που δηλώνει δισταγμό, στην Αγγλική είναι hm…Τέλος, το μπα, που εκφράζει εμφατική άρνηση στην ελληνική, αντιστοιχεί στο αγγλ. nah·

γ) οι ηχομιμητικές λέξεις και τα επιφωνήματα αποτελούν δευτερεύοντα στοιχεία, που δεν παίζουν σπουδαίο ρόλο στα πλαίσια του συστήματος μιας γλώσσας.*

Η φιλόλογος Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου (Ελληνική Αγωγή, φύλλο Σεπτεμβρίου 1997) προσπαθεί μάλιστα να ετυμολογήσει τα ονόματα των γραμμάτων του αλφαβήτου από την ελληνική ανατρέχοντας και πάλι στον Κρατύλο · στον πλατωνικό αυτόν διάλογο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα γράμματα του αλφαβήτου δηλώνουν μερικές γενικές σημασίες: το ἄλφα το «μέγεθος», το ἰῶτα τη «λεπτότητα», το ταῦ τη «στάση», το λάμδα το «λείον», το «λιπαρόν» και το «κολλώδες» κ.λπ. Ωστόσο, η γλωσσική επιστήμη διδάσκει ότι ανάμεσα στις σημασίες αυτές και τους αντίστοιχους φθόγγους δεν υφίσταται αιτιακή σχέση. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι στην Αγγλική τη σημασία του «μεγάλου μεγέθους» δεν δηλώνει μόνο η λέξη large, που περιλαμβάνει το -a-, αλλά και η big, που περιέχει το -i-· επίσης, τη σημασία του «μικρού μεγέθους» εκφράζουν στην ίδια γλώσσα όχι μόνο το little (με -i-), αλλά και το small (με -a-, που αρχικά υπήρχε και στην προφορά της συγκεκριμένης λέξης). Και, φυσικά, δεν έχει την παραμικρή σημασία αυτό που αναρωτιέται ο Τζαφερόπουλος, δηλ. το …«τί μορφή εἶχε ἡ Ἀγγλική κατά τήν ἐποχή τοῦ Πλάτωνος» ή…«τί συνονθύλευμα ἀποτελεῖ ἡ σύγχρονη Ἀγγλική»: το θέμα της σύνδεσης ενός φθόγγου με μια ορισμένη σημασία δεν έχει καμία σχέση με την καλλιέργεια μιας γλώσσας ή τις πηγές του λεξιλογίου της. Η αρχαία ελληνική ήταν πολύ καλλιεργημένη γλώσσα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι, π.χ., το ι δήλωνε αποκλειστικά αυτήν ή εκείνη τη σημασία. Η μέθοδος με την οποία προσεγγίζει αυτά τα θέματα ο Τζαφερόπουλος δεν είναι επιστημονική, εφόσον συγχέει πράγματα άσχετα μεταξύ τους. Αντιεπιστημονική είναι και η μέθοδος του Γεωργιάδη, ο οποίος εντελώς δογματικά ισχυρίζεται ότι μόνο στην ελληνική συγκεκριμένοι φθόγγοι συνδέονται με συγκεκριμένες σημασίες. Λες και όλες ανεξαιρέτως οι λέξεις της ελληνικής που περιλαμβάνουν, π.χ., το γράμμα τ δηλώνουν… στάση.

*Ο ισχυρισμός που έχει προβληθεί, ότι δηλ. οι πρωταρχικές ρίζες της γλώσσας είναι ηχομιμητικές, είναι αβάσιμος. Κατά τον Robins (1989: 37), «κάθε υπόθεση που θα δεχόταν πως η γλώσσα στα πρώτα της στάδια στηριζόταν στην ονοματοποιία πολύ περισσότερο απ’ όσο σε όποια άλλη γνωστή περίοδο είναι και θα παραμείνει μία υπόθεση ουσιαστικά αναπόδεικτη και δίκαια έγινε αντικείμενο σαρκαστικής κριτικής από τον Max Müller [1823-1900] τον περασμένο αιώνα».

Η «ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ»

Ο Απόστολος Τζαφερόπουλος (Ελληνική Αγωγή Νοεμβρίου 1999) γράφει επίσης:
«δέν γνωρίζω τί συμβαίνει μέ τούς Ἑλβετούς. Ἀλλά γιά τούς Ἕλληνες ἡ λέξι ἀδελφή δέν εἶναι καθόλου συμβατική, ἀλλά ἔχει αἰτιώδη σχέση μέ τό σημαινόμενο. Ἤδη χωρίς ἀμφιβολία γνωρίζουμε ὅτι εἶναι σύνθετη ἀπό τό – ἀθροιστικό (πβ. κόλουθοςλοχος κ.λπ.) καί δελφύς =μήτρα καί, ἐπομένως, ἀδελφή εἶναι αὐτή πού προέρχεται ἀπό τήν ἴδια μήτρα μέ κάποιον ἄλλο. Δέν εἶναι λοιπόν δυνατόν νά συγκρίνεται ἡ «συμβατική» ἑλβετική [sic, όχι γαλλική!] λέξι soeur μέ τή «σημαντική» λέξι ἀδελφή. Καί γενικώτερα τά ὅσα ἰσχύουν γιά την Ἑλβετική [sic, όχι τη Γαλλική!], δέν εἶναι δυνατόν νά τά ἐπεκτείνουμε σέ μία γλῶσσα ἱστορική καί ἐντελῶς πρωτότυπη, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλληνική […]. Ὑπάρχει αἰτιώδης σχέσι μέ τά δελφίς, –ῖνος (), δέλφαξ, –ακος () = μικρός χοῖρος, Δελφοί κ.λπ.».
Μια πρώτη παρατήρηση για τα παραπάνω είναι ότι ο συγκεκριμένος φιλόλογος, ως μη ειδικός, δεν χρησιμοποιεί ακριβή ορολογία: κάνει λόγο για τη (συμβατική ή αιτιώδη) σχέση μιας λέξης με ένα σημαινόμενο (και, βέβαια, το θέμα δεν είναι τυπικό, αλλά oυσιαστικό. Όπως είχε ειπωθεί χαρακτηριστικά κάποτε, η ορολογία δεν υπάρχει για την ορολογία, αλλά γιατί αποτελεί έναν τρόπο να μιλάμε την ίδια γλώσσα, όταν αναφερόμαστε σε διάφορα επιστημονικά θέματα). Στην πραγματικότητα, λοιπόν, υπάρχουν δύο ειδών σχέσεις: πρώτον, η εξωτερική σχέση δηλώσεως, που ενώνει συνολικά το γλωσσικό σημείο με το αντίστοιχο αντικείμενο αναφοράς, και, δεύτερον, η εσωτερική σχέση σημάνσεως, που συνδέει τη σημασία με τη μορφή. Η πρώτη σχέση είναι πράγματι εν μέρει αιτιακή: για παράδειγμα, μια ονομασία μπορεί να συνδέεται αιτιωδώς με το δηλούμενο, εφόσον αποδίδει, π.χ., μία ιδιότητά του. Και στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η συμβατικότητα είναι μεγαλύτερη από την αιτιότητα, αφού το δηλούμενο έχει και άλλες ιδιότητες που δεν εκφράζονται στη συγκεκριμένη ονομασία. Επίσης, στη γλώσσα κατά κανόνα είναι αδύνατη η αναγωγή στη δημιουργία των «πρώτων ονομάτων» και η εξακρίβωση της τυχόν αιτιακής τους σχέσης με τα αντικείμενα αναφοράς× αυτή η αναγωγή συνεπάγεται πέρασμα στον χώρο της «γλωσσογονίας», στον οποίον δεν μπορεί να έχει πρόσβαση ένας επιστήμονας. Ποια η αιτιακή σχέση ονόματος- δηλουμένου σε χιλιάδες περιπτώσεις λέξεων; Τέλος, ακόμη κι αν η εξωτερική σχέση δηλώσεως γινόταν αποδεκτή ως αιτιώδης, η εσωτερική σχέση σημάνσεως, αυτή που απασχολεί τον Saussure, είναι καθαρά συμβατική. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αιτία για την οποία η σημασία «μήτρα» στο αρχ. (δελφύς δηλώθηκε με τα συγκεκριμένα φωνήματα και όχι με κάποια άλλα. Ας έλθουμε, όμως, ξανά στη σύνθετη λέξη αδελφή.

Στην πραγματικότητα και χωρίς, βεβαίως, να το υποψιάζεται, ο Απ. Τζ. δεν ανακαλύπτει κάτι καινούργιο με τα γραφόμενά του, αλλά θίγει ένα θέμα πολύ γνωστό στους ειδικούς γλωσσολόγους, τη λεγόμενη «σχετική αιτιότητα», που αφορά στην παραγωγή (λ.χ. αδελφ-ικόςαδελφ-άκι) και τη σύνθεση (λ.χ. συν-άδελφοςαν-άδελφος). Πιο συγκεκριμένα, υπήρχε παλαιότερα η εντύπωση ότι σε περιπτώσεις λέξεων που είναι οφθαλμοφανώς παράγωγες ή σύνθετες, η σχέση σημασίας και μορφής δεν είναι συμβατική, αλλά αιτιακή. Ωστόσο, η συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου δεν καταρρίπτεται ούτε από τις περιπτώσεις παράγωγων και σύνθετων λέξεων ούτε από την ένταξη του σημείου σε ένα γλωσσικό σύστημα. Κατά τον Saussure (1979: 171- 173), ένα γλωσσικό σημείο μπορεί να θεωρηθεί σχετικά αιτιολογημένο, χωρίς όμως να χάσει πλήρως τον συμβατικό του χαρακτήρα. Για παράδειγμα, η αρχ. λ. ἀδελφός «ομομήτριος», σύνθετη από το αθροιστικό  «τὸ ὁμοῦ» και τον τ. *δέλφος που συνδέεται με το αρχ. (δελφύς «μήτρα», εμφανίζει «σχετική αιτιότητα», εφόσον είναι γνωστά τα επιμέρους στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται ως προς τη σημασία και τη μορφή της. Αν εξεταστούν, όμως, τα δύο μέρη του σημείου αδελφός καθ’ εαυτά, θα διαπιστωθεί ότι παραμένουν συμβατικά ως προς τη σχέση σημαινομένου- σημαίνοντος: δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμία αιτιακή σχέση ανάμεσα στη σημασία «τὸ ὁμοῦ» του αθροιστικού α– και το συγκεκριμένο φώνημα /α/ με το οποίο δηλώνεται αυτή. Η εν λόγω σημασία θα μπορούσε να αντιπροσωπεύεται στην αρχαία ελληνική από κάποιο άλλο φωνολογικό στοιχείο (λ.χ. το /ε/ ή το /ι/), ώστε να μιλάμε για το αθροιστικό ε– ή ι-. Ο τύπος θα μπορούσε δηλ. να μην έχει τη μορφή αδελφός, αλλά *εδελφός ή *ιδελφός. Ακόμη, ο δεσμός που ενώνει τη σημασία «μήτρα» και τα φωνήματα που την αντιπροσωπεύουν στο αρχ. δελφύς δεν είναι σε καμιά περίπτωση φυσικός. Η συγκεκριμένη σημασία θα μπορούσε να είχε δηλωθεί στην Αρχαία με άλλα φωνήματα, λ.χ. με το /μ/ αντί του αρχικού /δ/, με το /α/ αντί του /ε/ κ.λπ. Επίσης, η σύναψη παραδειγματικών, όπως λέγονται, σχέσεων του αρχ. αδελφός με ομόρριζα όπως (δελφίς «το δελφίνι», (δέλφαξ «μικρός χοίρος», Δελφοί κ.λπ., με σύνθετα όπως αδελφοποιτόςαδελφοκτόνος κ.λπ. και με παράγωγα όπως αδελφάκιαδελφικός κ.λπ. επίσης δεν αναιρεί τη συμβατική σχέση των συστατικών του γλωσσικού σημείου για τον λόγο που προαναφέρθηκε. Για παράδειγμα, η υποκοριστική κατάληξη –άκι στο αδελφάκι δεν συνδέεται αιτιακά με τη «σμίκρυνση», αφού η σημασία αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να αντιπροσωπεύεται από κάποια άλλη φωνολογική δήλωση.

Και κάτι ακόμη, που αποτελεί απάντηση σε μια συγκριτική θεώρηση εκ μέρους του Τζαφερόπουλου των γλωσσών με βάση το «είδος» των λέξεων, «σημαντικών» ή «συμβατικών», που χαρακτηρίζουν το λεξιλόγιό τους: η ελληνική δεν είναι η μοναδική γλώσσα που διαθέτει «σημαντικές» λέξεις έναντι των ξένων γλωσσών που τάχα έχουν μόνο «συμβατικές», κατά την ορολογία του φιλολόγου αυτού. Για παράδειγμα, στην Αγγλική, γλώσσα γερμανικής προελεύσεως, η λ. world «κόσμος» είναι σύνθετη από τα wer «άνθρωπος» και old «ηλικία, ζωή», δηλ., σε ένα πρώιμο στάδιο, world σήμαινε «age of man» [«η ζωή του ανθρώπου»] (βλ. DSS). Άρα, και το αρχαιοελληνικό κόσμος «order», «orderly arrangement» [«τάξη», «εύτακτη διευθέτηση»] (βλ. DSS) και το πρωτογερμανικό world «η ζωή του ανθρώπου» είναι «σημαντικές» λέξεις, για να χρησιμοποιήσουμε και εμείς την ίδια ορολογία.

Και τι σημαίνει άραγε ο ισχυρισμός ότι η ελληνική είναι «γλῶσσα ἱστορική καί ἐντελῶς πρωτότυπη»;

Όπως φάνηκε ξεκάθαρα από τα προηγούμενα, τα επιχειρήματα που προέβαλε ο φιλόλογος Απόστολος Τζαφερόπουλος, ήδη πολύ γνωστά σε όσους ασχολούνται επιστημονικά με τη γλώσσα, δεν αναιρούν τον συμβατικό χαρακτήρα του σημείου ούτε αποδεικνύουν ότι τάχα η εν λόγω αρχή του Saussure ισχύει για άλλες γλώσσες, αλλά όχι για την ελληνική. Τα προαναφερθέντα γλωσσολογικά διδάγματα δεν συντελούν σε καμία «απομυθοποίηση της γλώσσας μας». Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής έγκειται σε άλλους παράγοντες (βλ. το Α’, 2.11.) και όχι στην πέρα για πέρα αντιεπιστημονική αρχή ότι είναι η μοναδική γλώσσα στον κόσμο που δεν εμφανίζει συμβατική, αλλά φυσική σχέση σημασίας- μορφής των λέξεων. Η δημαγωγία, που εδώ οφείλεται και σε ελλιπή γνώση του αντικειμένου, δεν αποτελεί δείγμα φιλοπατρίας ούτε τρόπο προβολής της ελληνικής γλώσσας. Επίσης, τα επιστημονικά διδάγματα που προαναφέρθηκαν είναι καθολικώς αποδεκτά στους κύκλους των επιστημόνων και δεν αποτελούν προσωπική υπόθεση αυτού ή εκείνου του γλωσσολόγου, ο οποίος με την αρθρογραφία του «πήρε το μέρος» δήθεν κάποιου ή έθιξε τάχα τον Πλάτωνα.

Ακόμη, κανείς ποτέ δεν είπε ότι «οι σοφοί μας είναι άχρηστοι» και «για πέταμα», όπως και πάλι δημαγωγικά συμπεραίνει ο Απ. Τζ. στα πλαίσια επίδειξης δήθεν φιλοπατρίας. Αλήθεια, ο φιλόλογος αυτός γνωρίζει άραγε ότι τη συμβατική προέλευση της γλώσσας δεχόταν όχι μόνο ο Σέξτος Εμπειρικός, αλλά και ο ίδιος ο Αριστοτέλης; Κατά τον μεγάλο φιλόσοφο (Περί ερμηνείας, 2), η γλώσσα δημιουργήθηκε «κατά συνθήκην, ὅτι φύσει τῶν ὀνομάτων οὐδέν ἐστιν» [«κατά σύμβαση, αφού κανένα όνομα δεν έχει δημιουργηθεί με φυσικό τρόπο»] (βλ. και Robins 1989: 37, 65).

Τα προαναφερθέντα αποτελούν απάντηση και στον εκδότη της Ελληνικής Αγωγής Άδ. Γεωργιάδη, ο οποίος σε άρθρο του στην ομώνυμη εφημερίδα (φύλλο Νοεμβρίου 1999) εξίσου δημαγωγικά και «πατριωτικά» συμπεραίνει ότι οι προερχόμενες από την αρχαία και μεταγενέστερη Ελλάδα ετυμολογίες είναι «για πέταμα» και ανακριβώς αποδίδει σε συγκεκριμένο γλωσσολόγο θέσεις που δεν εξέφρασε αυτός πρώτος, αλλά αποτελούν κοινό τόπο για κάθε σοβαρό επιστήμονα της γλώσσας, γι’ αυτό και δεν έχουν καμία μα καμία «προσωπική διάσταση». Κανείς δεν είπε ότι όλες οι ετυμολογικές προσπάθειες των Ελλήνων μέχρι τον 19ο αι. είναι «για πέταμα». Ο αληθινός επιστήμονας, όμως, που δεν επηρεάζεται από δοξασίες όπως οι «αρχαιολάτρες» και άλλοι πιστοί διαφόρων θρησκειών, μπορεί να πει αντικειμενικά, θαρραλέα και έντιμα ότι οι περισσότερες από αυτές τις ετυμολογήσεις δεν είναι επιτυχημένες με αυστηρούς, σύγχρονους γλωσσολογικούς όρους, αλλά έχουν μόνο γενικότερη, φιλοσοφική αξία. Επίσης, κανείς δεν είπε ότι ένας συγκεκριμένος γλωσσολόγος είναι ο μόνος που έχει την αξιοπιστία, άρα και το δικαίωμα να μιλάει για ετυμολογικά θέματα στην Ελλάδα σήμερα. Τέτοια ανυπόστατα και στρεβλωτικά συμπεράσματα βγάζουν όμως οι ερασιτέχνες της γλωσσικής επιστήμης, αφού αδυνατούν να επικαλεσθούν βάσιμα επιχειρήματα, προκειμένου να αντικρούσουν τις κοινώς αποδεκτές θέσεις της γλωσσολογίας για το θέμα της ετυμολογίας.

Τα όσα σημειώσαμε για τη «σχετική αιτιότητα» δίνουν απάντηση και σε κάποιον υπάλληλο του Υπουργείου Πολιτισμού, τον Αδαμάντιο (Μάκη) Κρασανάκη, ο οποίος σε κείμενό του στο διαδίκτυο προσπαθεί να αναιρέσει τη συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου επικαλούμενος μεταξύ άλλων το παράδειγμα της σύνθετης λέξης άλογο «άνευ λογικής».

2.12.11

Οι Συντακτικές Πληροφορίες στη Νεοελληνική Λεξικογραφία

Βασίλειος Αργυρόπουλος, Δημήτριος Μιχελιουδάκης


1. Εισαγωγή
Η παρούσα εργασία έχει στόχο να μελετήσει τη συμπληρωματική σχέση λεξικού και γραμματικής από λεξικογραφική σκοπιά και την ανάγκη για συστηματοποίηση της παροχής γραμματικών-συντακτικών πληροφοριών σε επιμέρους λέξεις-λήμματα που είναι κυρίως ρήματα. Αναγνωρίζεται γενικά ότι, ενώ αντικείμενο της γραμματικής αποτελεί το γλωσσικό σύστημα συνολικά, οι γραμματικές πληροφορίες του λήμματος ενός λεξικού αφορούν τη «γραμματική διάσταση μεμονωμένων λέξεων» (Μπάτζιος 1999:43). Αξιοποιώντας περαιτέρω την άποψη της σύγχρονης θεωρητικής γλωσσολογίας, η οποία ανάγεται στον Bloomfield (1933), ότι το (νοητικό) Λεξικό περιέχει / αποθηκεύει όλες και μόνο τις εξαιρέσεις και τις ιδιοσυγκρασιακές πληροφορίες, δηλαδή όσες πληροφορίες δεν είναι αυτομάτως προβλέψιμες από το σύστημα της γλώσσας, τη γραμματική της δομή, όπως για παράδειγμα πληροφορίες για τη συμπληρωματικότητα / συνδυαστικότητα ορισμένων λέξεων-κατηγορημάτων, θα υποστηρίξουμε αναλογικά ότι και ο λεξικογράφος οφείλει να δίνει συστηματικά πληροφορίες για τα ιδιοσυγκρασιακά γραμματικοσυντακτικά χαρακτηριστικά των αντίστοιχων λημμάτων, ώστε ο χρήστης να μπορεί να συναρτά ή να συμπληρώνει τους γενικούς κανόνες της γραμματικής με αυτά τα χαρακτηριστικά. Το κίνητρο για μια τέτοια προσέγγιση είναι αφενός η υπόθεση ότι ένα λεξικό και μια γραμματική πρέπει να περιγράφουν πλήρως μια φυσική γλώσσα, αλλά χωρίς επικαλύψεις, και αφετέρου οι ανάγκες του χρήστη που επιδιώκει επιβεβαίωση ή τελειοποίηση της γνώσης του για τη φυσική ή τη συνήθη χρήση των λέξεων στον συνταγματικό άξονα. Κατά τον Jackson (1985: 53), η γραμματική και το λεξικό αλληλοσυμπληρώνονται, είτε αποσκοπείται να περιγραφεί πλήρως μια γλώσσα («γλωσσολογικός» σκοπός) είτε σκοπός είναι να καλυφθούν οι ανάγκες μιας ορισμένης ομάδας χρηστών («εφαρμοσμένος» σκοπός).

Συγκεκριμένα, εστιάζοντας στις συντακτικές πληροφορίες σε λέξεις-λήμματα που είναι ρήματα, συζητούμε ζητήματα όπως τα ακόλουθα, σχολιάζοντας και την αντιμετώπισή τους στην πρόσφατη λεξικογραφική παραγωγή για τη Νέα Ελληνική:

(α) η συστηματικότητα και η διαφάνεια της παρουσίασης ρητών (μέσω σχετικού χαρακτηρισμού, π.χ. [μτβ.]~[αμτβ.]) ή έμμεσων (μέσω παραδειγμάτων χρήσης) πληροφοριών για τη διάθεση και τη μεταβατικότητα των ρημάτων, δηλαδή για τον αριθμό και το είδος των ορισμάτων τους: η παρουσία / απουσία άμεσου αντικειμένου και η δυνατότητα εναλλαγής συντάξεων, καθώς και η παρουσία / απουσία εξωτερικού δράστη (θέμα που δεν αντιμετωπίζεται με ενιαίο τρόπο στην λεξικογραφία, αλλά δεν θα μας απασχολήσει εδώ), δηλαδή η αντιμετώπιση της διάκρισης σε «μεταβατικά, αναιτιατικά, ανεργαστικά» (σύμφωνα με την πρωτότυπη διάκριση του Perlmutter 1978, βλ. επίσης Burzio (1986) και Hale & Keyser (2002) και Θεοφανοπούλου κ.ά. (1998) για τα ελληνικά) και των μεταβιβαστικών εναλλαγών (Θεοφανοπούλου (2003), Alexiadou, Anagnostopoulou (2004)) από λεξικογραφική άποψη.

(β) η σκοπιμότητα παρουσίασης των αμετάβατων χρήσεων πρωτοτυπικά μεταβατικών ρημάτων (των λεγόμενων ψευδοαμετάβατων, βλ. Θεοφανοπούλου κ.ά. ό.π.): σε ποιο βαθμό είναι ιδιότητα κοινή όλων των μεταβατικών ρημάτων (καθορισμένη από τη γραμματική δομή) ή ιδιοσυγκρασιακό χαρακτηριστικό με σημασιολογικές συνέπειες («Ο Παλαμάς άρχισε να γράφει σε ηλικία 10 ετών»).

(γ) η χρήση σύγχρονων λεξικογραφικών εργαλείων (corpora, μηχανών αναζήτησης) αφενός και διαγνωστικών από τη συντακτική βιβλιογραφία αφετέρου, για τον καθορισμό της συχνότητας και της συστηματικής ή μη παρουσίας ιδιοσυγκρασιακών συντακτικών χαρακτηριστικών και η διατύπωση σχετικών κριτηρίων.

Στο άρθρο αυτό, λόγω περιορισμών χώρου, θα εστιάσουμε σε προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με το (β) και το (γ), με αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις σχετικών ρημάτων και θα συγκρίνουμε λεξικογραφικές στρατηγικές, ώστε να φανεί αν και σε ποιο βαθμό οι ρητές συντακτικές πληροφορίες και τα παρατιθέμενα παραδείγματα χρήσης αντικατοπτρίζουν τη γλωσσική πραγματικότητα. Επίσης, δεν θα ασχοληθούμε με όλα τα νεότερα ερμηνευτικά λεξικά της Νέας Ελληνικής, αλλά μόνο με τρία, που μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν πιο επιστημονικό χαρακτήρα σε σύγκριση με τα άλλα: πρόκειται για το ΛΚΝ (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Θεσσαλονίκη:Αριστοτέλειo Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), το ΛΝΕΓ (Μπαμπινιώτης Γ. 2002(2): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων (Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας)) και το ΝΕΛ (Kριαράς Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικό. Λεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών)). Τα τρία αυτά λεξικά μπορούν να χαρακτηριστούν ως πιο επιστημονικά με βάση τρία κυρίως κριτήρια: α) τη συστηματική παροχή πληροφοριών που ανήκουν σε διάφορα είδη, λ.χ. σημασιολογικών, γραμματικών, υφολογικών, ετυμολογικών κ.ά. πληροφοριών· β) την αρκετά καλή επεξεργασία του ερμηνεύματος ενός λήμματος, την παροχή πολλών αναλυτικών ορισμών σημασίας και την αποφυγή της παράθεσης ορισμών που διατυπώνονται συνήθως ή μόνο μέσω συνωνύμων· γ) την καταγραφή αρκετών και δηλωτικών παραδειγμάτων χρήσης των λημματογραφούμενων λέξεων και φράσεων. Απεναντίας, σε λεξικά που ανήκουν στο προεπιστημονικό στάδιο της νεοελληνικής λεξικογραφίας παρατηρούνται τα εξής: α) παραλείπονται βασικές γλωσσικές πληροφορίες για τη χρήση μιας λέξης ή φράσης, λ.χ. ο υφολογικός χαρακτηρισμός της· β) γίνεται ευρύτατη χρήση ενός συγκεκριμένου είδους ορισμού, αυτού που διατυπώνεται με παράθεση ενός ή περισσότερων συνωνύμων ή μιας συνώνυμης φράσης –συχνά μάλιστα χωρίς παραδείγματα χρήσης· γ) τα λεξικογραφικά παραδείγματα προέρχονται κατά κόρον από λογοτεχνικά κείμενα, αλλά δεν είναι δηλωτικά, μολονότι έχουν αυθεντικό χαρακτήρα.

2. Οι γραμματικές πληροφορίες

Οι γραμματικές πληροφορίες αντιπροσωπεύουν ένα από τα βασικά είδη γλωσσικών πληροφοριών που μπορούν να δοθούν σε ένα λεξικό για τη λέξη-λήμμα. Θα πρέπει να διευκρινιστεί εξαρχής ότι οι γραμματικές πληροφορίες του λήμματος ενός λεξικού αποτελούν γενικό όρο που μπορεί να αφορά τόσο τη μορφολογική δομή ή τον τονισμό της λημματογραφούμενης λέξης, καθώς και τη συντακτική συμπεριφορά της. Οι γραμματικές δηλαδή πληροφορίες περικλείουν και τις συντακτικές. Το λεξικό ούτως ή άλλως δανείζεται την ορολογία της γραμματικής (π.χ. κάνει λόγο για «ουσιαστικά» ή «επίθετα», για «μεταβατικά / αμετάβατα ρήματα» κ.λπ.). Οι γραμματικές πληροφορίες που καταγράφονται σε λεξικά ανήκουν στα ακόλουθα είδη (βλ. και Jackson 1985:54-59):

(α) πληροφορίες για τη γραμματική (λεξική ή λειτουργική) κατηγορία όπου ανήκει το λήμμα: πρόκειται για τα γνωστά από την παραδοσιακή γραμματική «μέρη του λόγου», δηλ. τις γραμματικές κατηγορίες άρθρο, ουσιαστικό, επίθετο, αντωνυμία, ρήμα, μετοχή, επίρρημα, σύνδεσμος, πρόθεση, επιφώνημα (βλ. και Sinclair 1987: 104). Η γραμματική κατηγορία της λέξης-λήμματος στα νεοελληνικά λεξικά συνήθως δηλώνεται με τη σχετική συντομογραφία. Συμπληρωματικά, στα ουσιαστικά-λήμματα καταγράφεται και το οριστικό άρθρο, ενώ στα επίθετα-λήμματα σημειώνονται οι καταλήξεις στα γένη.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πληροφορία για τη γραμματική κατηγορία όπου ανήκει μια λέξη-λήμμα μπορεί να υποδηλώνει αυτομάτως, ως άμεσα προβλέψιμες από τους γραμματικούς κανόνες της γλώσσας, επιπλέον πληροφορίες για τη γραμματική και συντακτική συμπεριφορά της λημματογραφούμενης λέξης (βλ. και Jackson 1985:55). Φερειπείν, η ένδειξη ότι η λημματογραφούμενη λέξη είναι «ουσιαστικό» δηλώνει έμμεσα ότι μπορεί να σχηματίζει τύπους πληθυντικού (λ.χ. δήλωση-δηλώσεις)· επίσης, η ένδειξη «επίθετο» υποδηλώνει ότι η λέξη μπορεί να λειτουργεί ως προσδιορισμός ή κατηγορούμενο (λ.χ. δημόσια εταιρεία και Η εταιρεία έγινε δημόσια). Οι επιπρόσθετες αυτές γραμματικές ή / και συντακτικές πληροφορίες μπορούν να δηλωθούν έμμεσα μέσω παραδειγμάτων χρήσης ή παραπομπής σε πίνακα κλίσης. Ρητά, στο πεδίο των γραμματικών πληροφοριών, μπορούν να δηλωθούν μόνο γραμματικές ή / και συντακτικές πληροφορίες που αποτελούν εξαιρέσεις. Η κανονική γραμματική ή / και συντακτική συμπεριφορά μιας λέξης θα πρέπει να δηλώνεται μόνο στη γραμματική. Αλλιώς, θα γίνει περιττή επικάλυψη μεταξύ γραμματικής και λεξικού.

(β) πληροφορίες για θέματα μορφολογικής δομής ή τονισμού: λ.χ., πρόκειται για τύπους που εμφανίζουν «μη κανονική» κλίση από άποψη μορφολογίας ή τονισμού.

(γ) συντακτικές πληροφορίες: λ.χ., πληροφορίες για τη μεταβατική ή την αμετάβατη χρήση ενός ρήματος (όπως του ανοίγω στα Ανοίγω την πόρτα και Ανοίγει η πόρτα αντίστοιχα), για τη λειτουργία ενός επιρρήματος ως ποσοδεικτικού προσδιορισμού σε επίθετο ή ως κεφαλής μιας επιρρηματικής φράσης (όπως του υπερβολικά στο ‘(*πολύ) υπερβολικά αυστηρός’ και ‘Αντιδρά (πολύ) υπερβολικά’ αντίστοιχα) κ.λπ.

3. Ρήματα αμετάβατα και αμετάβατα-μεταβατικά

Τα ρήματα της Νέας Ελληνικής ως προς τη μεταβατικότητα διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες (εξαιρώντας από αυτή την εξέταση τα, ούτως ή άλλως αμετάβατα, μεσοπαθητικής μορφολογίας (μη αποθετικά) ρήματα, αυτοπαθή κ.λπ., βλ. και Θεοφανοπούλου-Κοντού κ.ά. 1998:32):

(1) Καθαρά ή κυρίως αμετάβατα. Πρόκειται για ρήματα που περιγράφουν ενέργεια, διαδικασία ή κατάσταση όπου συμμετέχει μόνο το υποκείμενο και δεν παίρνουν αντικείμενο. Σε αυτά περιλαμβάνονται τόσο τα λεγόμενα ανεργαστικά, λ.χ. βήχω, ευτυχώ, γελάω, ρήματα δηλαδή όπου το υποκείμενο είναι το εξωτερικό όρισμα (π.χ. δράστης ή βιώνων) και άρα ταυτίζεται με το λογικό υποκείμενο, καθώς και ρήματα αναιτιατικά, όπου το υποκείμενο είναι ‘εσωτερικό’ όρισμα, π.χ. θέμα ή δέκτης, τα οποία κανονικά δεν έχουν μεταβιβαστική εκδοχή, λ.χ. πέφτω, φυτρώνω κ.λπ. Η επιμέρους διάκριση δεν μας ενδιαφέρει εδώ, καθώς δεν ασχολούμαστε με τις πιθανές ιδιοσυγκρασιακές πληροφορίες του λεξήματος σε σχέση με το σημασιολογικό ρόλο του υποκειμένου του.

(2) Κυρίως μεταβατικά. Πρόκειται για ρήματα που περιγράφουν ενέργεια, διαδικασία ή κατάσταση όπου συμμετέχει όχι μόνο το υποκείμενο, αλλά και το πρόσωπο ή το πράγμα που επηρεάζεται από αυτήν. Το αντικείμενο των ρημάτων αυτών κανονικά δηλώνεται, άλλοτε όμως όχι, χωρίς να μεταβάλλεται η βασική σημασία του ρήματος. Ρήματα αυτού του τελευταίου τύπου χαρακτηρίζονται ως ψευδοαμετάβατα, όπως λ.χ. τα ρήματα ανοίγω, απλώνω, δανείζομαι, σιδερώνω:

α. ‘Δανείστηκα, για να καλύψω τα έξοδά μου’ (ενν. χρήματα).

β. ‘Σας αφήνω, γιατί πρέπει να σιδερώσω’ (ενν. τα ρούχα).

Σε αυτή την τελευταία κατηγορία μπορούν να εμπίπτουν και οι μεταβιβαστικές εκδοχές ρημάτων της κατηγορίας (3), βλ. παρακάτω:

(3) Ρήματα μέσα αμετάβατα-μεταβατικά (μεταβιβαστικά). Πρόκειται για ρήματα που συνήθως σημαίνουν αλλαγή κατάστασης, με χρήση άλλοτε μεταβατική, ή ορθότερα μεταβιβαστική, όπου κάποιος δράστης, σε θέση υποκειμένου, προκαλεί την αλλαγή κατάστασης, και άλλοτε αμετάβατη, όπου το εσωτερικό όρισμα, το οποίο και υφίσταται την αλλαγή κατάστασης, εμφανίζεται ως υποκείμενο, ενώ είναι δυνατή η δήλωση αιτίας αλλά όχι συνειδητού δράστη. Στην κατηγορία αυτή ανήκει λ.χ. το ρήμα σβήνω:
α. ‘Η νεροποντή/ο πυροσβέστης έσβησε τη φωτιά που είχαμε ανάψει’.

β. ‘Έσβησε η φωτιά που είχε ξεσπάσει στην περιοχή (από τη βροχή/*από την πυροσβεστική)’.

Στα παραδείγματα αυτά, το αντικείμενο του μεταβατικού σβήνω, δηλ. η λέξη φωτιά, λειτουργεί ως υποκείμενο του αντίστοιχου αμετάβατου.

(4) Ρήματα με διπλή λειτουργία. Πρόκειται για ρήματα που χρησιμοποιούνται άλλες φορές ως μεταβατικά και άλλες ως αμετάβατα, αλλά η σημασία τους είναι διαφορετική στη μία σύνταξη και την άλλη, λ.χ. το φτάνω:

α. ‘Δεν φτάνω τα πάνω πάνω ράφια’.

β. ‘Το γκολ που βάλαμε δεν έφτασε, για να πάρουμε εμείς τη νίκη’ (= δεν ήταν αρκετό).

Στη σύγχρονη νεοελληνική λεξικογραφία, δεν γίνεται συστηματική χρήση των ανωτέρω διακρίσεων, ενώ και στη χρήση των συχνά παροδηγητικών παραδοσιακών δυαδικών χαρακτηρισμών για τη μεταβατικότητα, δεν φαίνεται να ακολουθείται μια ενιαία μεταξύ των λεξικών στρατηγική ή ακόμα μια συνεπής αντιμετώπιση στο πλαισίο του καθενός λεξικού. Το ΛΚΝ (: ιζ΄) ξεκαθαρίζει ότι «στα ρήματα δεν θα βρει ο χρήστης ένδειξη που να δηλώνει αν το ρήμα είναι μεταβατικό ή αμετάβατο, επειδή αυτό εξάγεται από τον ορισμό», στρατηγική που μπορεί να προσπεράσει την δυνατή παρουσία προαιρετικών συμπληρωμάτων, καθώς και να συσκοτίσει την λεξικά καθορισμένη δυνατότητα εναλλαγών στη δομή ορισμάτων, όπως μεταξύ άλλων για τα ρήματα της κατηγορίας (3) παραπάνω. Το ΛΝΕΓ παραθέτει τις συντομογραφίες μετβ. και αμετβ., που σημαίνουν «μεταβατικό» και «αμετάβατο» ρήμα αντίστοιχα. Το ΝΕΛ κάνει χρήση τέτοιων ενδείξεων σε μερικά μόνο ρήματα.

Εστιάζοντας στη δεύτερη κατηγορία, η οποία αποτελεί το κύριο ενδιαφέρον του άρθρου, η χρήση ψευδοαμετάβατων ρημάτων, δηλ. ρημάτων πρωτοτυπικά μεταβατικών χωρίς όμως εκπεφρασμένο αντικείμενο, παρατηρείται χονδρικά στις ακόλουθες περιπτώσεις (στην κατηγοριοποίηση αυτή θα διαφοροποιηθούμε κάπως από την αντίστοιχη των Θεοφανοπούλου-Κοντού κ.ά. 1998:36-37):

(Ι) Όταν το αντικείμενο του ρήματος (i) έχει προαναφερθεί (α) ή (ii) είναι σαφές από το περικείμενο, φραστικό και καταστασιακό (β) και δεν επαναλαμβάνεται, γιατί εννοείται:

α. –‘Πήρατε αύξηση; –Ναι, πήραμε’ (ενν. αύξηση).

β. –‘Χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγεις, σε παρακαλώ;’ (ενν. την πόρτα/*το παράθυρο)

Στην περίπτωση αυτή, το ελλείπον αντικείμενο δεν μπορεί να έχει τυχαία αναφορά, αλλά είναι μονοσήμαντα ανακτήσιμο (recoverable), με κάποιο συντακτικό ή πραγματολογικό μηχανισμό.

Ειδικά για την περίπτωση (i), το ελλείπον αντικείμενο μπορεί να αντιστοιχεί μόνο σε μη οριστική ονοματική φράση (δηλαδή με αόριστο ή μηδενικό προσδιοριστικό δείκτη) και η παράλειψη του μπορεί να αναλυθεί είτε ως παρουσία κενού/μηδενικού αντικειμένου pro (βλ. Giannakidou & Merchant 1997), είτε ενδεχομένως ως διαγραφή της ρηματικής φράσης (ΡΦ), με τον ρηματικό τύπο να εκφωνείται στη θέση της Κλίσης, προς την οποία υφίσταται υποχρεωτική συντακτική μετακίνηση στα ελληνικά (Θεοφανοπούλου-Κοντού 2002). Αν το αντικείμενο αντιστοιχεί σε οριστική ονοματική φράση, τότε μπορεί να παραλειφθεί μόνο αν στον ρηματικό τύπο προσαρτηθεί αντίστοιχη εγκλιτική αντωνυμία (κλιτικό), η οποία ακριβώς σηματοδοτεί την οριστικότητα του ελλείποντος αντικειμένου (γ). Το ότι οι αμετάβατες χρήσεις της περίπτωσης (i) εμπίπτουν και (πρέπει να) προβλέπονται από τη γραμματική είναι εμφανές από το γεγονός ότι όλα τα μεταβατικά ρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν έτσι, με δεδομένους τους συντακτικούς περιορισμούς που αναφέρθηκαν. Επιπλέον, είναι γραμματική παρά λεξική ιδιότητα συνδεόμενη με σημασιολογικά χαρακτηριστικά του κατηγορήματος επειδή, εάν έχει εφαρμογή σε ένα ρήμα χ της Ελληνικής, δεν θα έχει εφαρμογή στο συνώνυμο ρήμα γλώσσας που στερείται τον σχετικό γραμματικό κανόνα, π.χ. της Αγγλικής.

γ. –Πήρατε την αύξηση; –Ναι, την πήραμε (ενν. την αύξηση) και όχι: *Ναι, πήραμε.

Η υποπερίπτωση (ii), η οποία φαίνεται να έχει εν πολλοίς αγνοηθεί στη συντακτική βιβλιογραφία, τουλάχιστον για τα ελληνικά, επίσης συνεπάγεται ένα μοναδικό πιθανό εννοούμενο αντικείμενο και εξαρτάται από το δεδομένο γραμματικό σύστημα (π.χ. το κενό αντικείμενο του παρ. (β) δεν θα ήταν δυνατό στα αγγλικά). Ωστόσο, δεν περιορίζεται σε αόριστες ονοματικές φράσεις, ενώ είναι πιθανό να υπάγεται σε γενικούς λεξικούς περιορισμούς παρόμοιους με αυτούς που εμποδίζουν αμετάβατες χρήσεις της περίπτωσης (ΙΙ), περιορισμούς ωστόσο που μπορούν να τυποποιηθούν γραμματικά με αναφορά σε κάποια ή κάποιες τάξεις συγγενών σημασιολογικά ρημάτων που επιτρέπουν με αυξημένη δυσκολία αυτού του τύπου κενά αντικείμενα, π.χ. ρήματα που δηλώνουν συγκεκριμένο τρόπο επιτέλεσης μιας ενέργειας, λ.χ. καταβροχθίζω, ρουφάω κ.λπ.

(ΙΙ) Όταν το ρήμα χρησιμοποιείται χωρίς δηλωμένο αντικείμενο, γιατί αυτό δεν ενδιαφέρει, δεν είναι συγκεκριμένο ή/και επειδή ως συμπλήρωμα εννοείται εύκολα το σύνηθες συμπλήρωμα της σχετικής ενέργειας, κάποιος γενικευτικός όρος ή ακόμα ένα συμπλήρωμα ομόρριζο του κατηγορήματος. Παραδείγματα: δανείζομαι / πληρώνω (ενν. χρήματα)· σιδερώνω / απλώνω (ενν. ρούχα)· βλάπτω στο Το κάπνισμα βλάπτει (ενν. τον άνθρωπο/όποιον καπνίζει) και ωφελώ στο Η γυμναστική ωφελεί (ενν. τον άνθρωπο/όποιον γυμνάζεται)· τραγουδώ (ενν. τραγούδια) και χορεύω (ενν. χορούς).

(ΙΙΙ) Όταν το αντικείμενο του ρήματος δεν δηλώνεται ως ευκόλως εννοούμενο, όπως στην αμέσως προηγούμενη περίπτωση, αλλά το ρήμα εκφράζει ξεχωριστή σημασία. Παραδείγματα: καπνίζω («είμαι καπνιστής»), πίνω («είμαι πότης»)· τρώω («γευματίζω ή δειπνώ»), ψωνίζω («κάνω τα ψώνια μου»)· τραγουδώ («ασχολούμαι επαγγελματικά με το τραγούδι») και χορεύω («ασχολούμαι επαγγελματικά με τον χορό»). Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα, το ρήμα μπορεί να αλλάζει σημασία και η νέα σημασία να μην έχει ούτε εννοούμενο αντικείμενο, π.χ. κλέβω στα χαρτιά, όπου κλέβω σημαίνει «παίζω χαρτιά με ανέντιμο τρόπο / καταστρατηγώντας τους κανόνες».

Ρήματα των κατηγοριών (ΙΙ) και (ΙΙΙ) μπορούν σαφώς να κατηγοριοποιηθούν σε τάξεις ρημάτων με λεξικοσημασιολογικά κριτήρια, ενώ η αμετάβατη χρήση τους υπόκειται σε σημασιοσυντακτικούς περιορισμούς όπως η ρηματική (Απ)Οψη (βλ. Tsimpli & Papadopoulou 2006), όπως φαίνεται στο ακόλουθο παράδειγμα από τη Μόζερ (1994:105). Τέτοιες πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται από τον λεξικογράφο όχι μόνο μέσω παραδειγμάτων, αλλά και άμεσα, ρητά, με την προσθήκη συγκεκριμένης πληροφορίας. Π.χ. στο λήμμα τραγουδάω χρειάζεται να δοθεί η πληροφορία ότι το ρήμα δηλώνει τη σημασία «ασχολούμαι επαγγελματικά με το τραγούδι» μόνο σε εξακολουθητικούς χρόνους. Ο λόγος είναι ότι από μόνο του ένα παράδειγμα όπου τραγουδούσα σημαίνει «ασχολιόμουν επαγγελματικά με το τραγούδι» δεν μπορεί να δώσει αρνητική ένδειξη, να πληροφορήσει ότι δεν είναι δυνατή η χρήση του τραγούδησα με τη σημασία «ασχολήθηκα επαγγελματικά με το τραγούδι». Για λόγους συνέπειας βέβαια, οι ομοειδείς περιπτώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με τρόπο ενιαίο σε όλο το λεξικό, όπως άλλωστε για κάθε θέμα.

δ. – Μαθαίνω ότι είστε συνταξιούχος. Υπήρξατε όμως τραγουδιστής.

– Ναι, τραγουδούσα / *τραγούδησα.

Από λεξικογραφική άποψη η πρώτη κατηγορία ψευδοαμετάβατων ρημάτων δεν έχει ενδιαφέρον. Όπως αναφέρθηκε, σε θεωρητικό επίπεδο, οποιοδήποτε ρήμα της Νέας Ελληνικής μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς δηλωμένο αντικείμενο, εφόσον το αντικείμενο αυτό έχει αναφερθεί προηγουμένως ή είναι γνωστό από το καταστασιακό περιβάλλον. Επομένως, η περιγραφή της χρήσης αυτής αποτελεί έργο της γραμματικής και όχι του λεξικού.

Επομένως, η δεύτερη και η τρίτη κατηγορία ψευδοαμετάβατων ρημάτων μάς ενδιαφέρουν από λεξικογραφική σκοπιά. Εφόσον δηλαδή μερικά μόνο ρήματα της Νέας Ελληνικής μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ψευδοαμετάβατα με ευκόλως εννοούμενο αντικείμενο αυτών των τύπων, ο συντάκτης των αντίστοιχων λημμάτων θα πρέπει να καταγράψει την πληροφορία αυτή. Συνοψίζοντας τις παρατηρήσεις μας παραπάνω, στις περιπτώσεις όπου η δυνατότητα αμετάβατης χρήσης ενδέχεται να είναι ιδιοσυγκρασιακή λεξική ιδιότητα, το εννοούμενο αντικείμενο είναι ή αόριστο (θα μπορούσαμε δηλαδή να βάλουμε μια αόριστη αντωνυμία σαν συμπλήρωμα, π.χ. ‘άμα σκοτώσεις, σε πάνε φυλακή’) ή γενικευτικό (π.χ. ‘φαγητό’ για το ‘τρώω’ και το ‘μαγειρεύω’ κ.λπ.) ή μια χαρακτηριστική (τόσο ώστε να αποτελεί ασχολία) περίπτωση αντικειμένου (‘αλκοόλ’ για το ‘πίνω’, λογοτεχνία για το ‘γράφω’ κ.λπ.). Αυτές οι τρεις παρατηρήσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν διαγνωστικά κριτήρια από τον λεξικογράφο για να αποφασίσει αν είναι απαραίτητο να καταγράψει τη δυνατότητα ψευδοαμετάβατης χρήσης. Συγκεκριμένα, για την κατηγορία (ΙΙ), μπορεί να διακρίνει ξεχωριστή υποσημασία που να περιλαμβάνει χαρακτηριστικά παραδείγματα χρήσης ή απλώς ξεχωριστό επιμέρους πεδίο στο ευρύτερο πεδίο των παραδειγμάτων. Αν αναγνωριστεί επιμέρους υποσημασία για τη χρήση ενός ρήματος ως ψευδοαμετάβατου, καλό είναι να καταγραφούν και αντίστοιχα παραδείγματα χρήσης για λόγους πληρότητας. Για την κατηγορία (ΙΙΙ), είναι σωστό να καταγραφεί ξεχωριστή σημασία στο λήμμα, αφού εδώ η σημασία του ψευδοαμετάβατου έχει απομακρυνθεί κάπως.

4. Λεξικογραφικές πρακτικές: παρατηρήσεις και προτάσεις

Ως προς τους όρους/χαρακτηρισμούς μεταβατικό και αμετάβατο (και ψευδοαμετάβατο), μπορούμε να διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: είτε να μην καταγράφονται ρητές συντακτικές πληροφορίες για τη μεταβατική ή αμετάβατη χρήση ενός ρήματος (όπως στο ΛΚΝ) είτε να παρέχονται (όπως στο ΛΝΕΓ και το ΝΕΛ). Στην πρώτη περίπτωση, η συντακτική συμπεριφορά του ρήματος συνήθως δηλώνεται έμμεσα, μέσω κατάλληλων παραδειγμάτων χρήσης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση μπορούν να δηλώνονται και ρητά, μέσω της σχετικής συντακτικής πληροφορίας, και έμμεσα, μέσω παραδειγμάτων. Θεωρούμε προτιμότερη τη δεύτερη πρακτική, γιατί η περιγραφή γίνεται με αυτή όσο το δυνατόν πληρέστερη. Για τα ψευδοαμετάβατα της δεύτερης και της τρίτης κατηγορίας, προτείνουμε η συζητούμενη χρήση τους με μη εκπεφρασμένο αντικείμενο να δηλώνεται σε ξεχωριστό, ευδιάκριτο υποπεδίο του πεδίου των παραδειγμάτων μεταβατικής χρήσης, πράγμα που δεν παρατηρούμε στα λεξικά. Έτσι, η πληροφορία για τη συγκεκριμένη χρήση θα είναι σαφέστερη. Επίσης, πριν από το υποπεδίο παραδειγμάτων ψευδοαμετάβατης χρήσης ενός ρήματος, μπορεί να γίνει προσθήκη μιας πληροφορίας εύληπτης από μη ειδικούς, όπως χωρίς δήλωση αντικειμένου, και όχι παράθεση του χαρακτηρισμού ψευδοαμετάβατο, που θα δυσκόλευε τους περισσότερους αναγνώστες του λεξικού. Γενικά, τα ψευδοαμετάβατα ρήματα στα αντίστοιχα λήμματα ενός λεξικού θα ήταν προτιμότερο να μη χαρακτηρίζονται αμετάβατα, όπως διαπιστώνεται ότι συμβαίνει, γιατί υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης με τα καθαρώς αμετάβατα.

Ας δούμε τι γράφουν τα τρία λεξικά στα λήμματα δανείζω και σιδερώνω ως προς το θέμα που μας απασχολεί:

δανείζω […] 1. παραχωρώ σε κπ. κτ. δικό μου για να το χρησιμοποιήσει, με την προϋπόθεση να μου το επιστρέψει μέσα σε κάποιο χρονικό διάστημα: […] || δίνω χρήματα σε κπ., ο οποίος έχει την υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με ή χωρίς τόκο: Δε θέλω να δανείζομαι. Δανείστηκε με υψηλό / χαμηλό τόκο. Oι τράπεζες δε δανείζουν σε πρόσωπα αφερέγγυα. […] (ΛΚΝ).

δανείζω 1. δίνω χρηματικό ποσό σε (κάποιον) με τη συμφωνία να μου το επιστρέψει, το ίδιο ή επαυξημένο με τόκο: […] δανείζω με τόκο 15%. […] (ΛΝΕΓ).

δανείζω […] 1. […] δίνω κάτι σε κάποιον με τη συμφωνία να μου το επιστρέψει σε ορισμένο χρονικό διάστημα: […] δανείζει με τόκο (ΝΕΛ).

Στο λήμμα δανείζω, όπου καταγράφεται ο μεσοπαθητικός τύπος δανείζομαι (παρότι στην ουσία το δανείζομαι δεν συνιστά συντακτικά παθητική εκδοχή του δανείζω), το ΛΚΝ καταγράφει παραδείγματα χρήσης του δανείζω, -ομαι ως ψευδοαμετάβατου. Τα συγκεκριμένα παραδείγματα ανήκουν σε υποσημασία της πρώτης σημασίας. Στην επιμέρους αυτή σημασία, δεν δίνονται παραδείγματα χρήσης του δανείζω με δηλωμένο αντικείμενο, αφήνοντας ασαφές αν αυτή η (επιτρεπτή) χρήση είναι δυνατή. Το ΛΝΕΓ στο ίδιο λήμμα παραθέτει μόνο ένα παράδειγμα αμετάβατης χρήσης του. Το παράδειγμα αυτό ανήκει στην πρώτη από τις τέσσερις σημασίες του λήμματος. Σημειωτέον ότι η υποσημασία 3α «παίρνω χρηματικό δάνειο» του ΛΝΕΓ, που αφορά τον μεσοπαθητικό τύπο δανείζομαι, περιλαμβάνει το παράδειγμα δανείζομαι από την Τράπεζα 10 000 000, αφήνοντας ακάλυπτη την ψευδοαμετάβατη χρήση. Στο ΝΕΛ, που δεν χαρακτηρίζει μεταβατικό ή αμετάβατο το εν λόγω ρήμα, το ένα από τα δύο καταγραφόμενα παραδείγματα του δανείζω, -ομαι αναφορικά με χρηματικό ποσό δεν έχει δηλωμένο αντικείμενο του ρήματος, διακινδυνεύοντας να δώσει, λανθασμένα, την εντύπωση ότι με αυτή τη σημασία δεν παίρνει αντικείμενο, ή έστω αφήνοντας στον αναγνώστη το ερώτημα ανοιχτό.

Στο λήμμα σιδερώνω το ΛΚΝ, το ΛΝΕΓ και το ΝΕΛ δεν καταγράφουν παραδείγματα χρήσης του ρήματος χωρίς εκπεφρασμένο αντικείμενο. Μόνο το ΛΝΕΓ χαρακτηρίζει συντακτικά το ρήμα, και μάλιστα ως μεταβατικό.

Τα ρήματα καπνίζω και πίνω χρησιμοποιούνται στα Νέα Ελληνικά όχι μόνο με τις βασικές, αλλά και με εξειδικευμένες σημασίες, που θα πρέπει να καταγραφούν στα λήμματα αυτά μαζί με αντίστοιχα παραδείγματα χρήσης. Το καπνίζω, εκτός από τη σημασία «εισπνέω καπνό από τσιγάρο κτλ.», έχει και τη σημασία «συνηθίζω να καπνίζω τσιγάρα, πούρα κτλ., καπνίζω συστηματικά, είμαι καπνιστής». Το πίνω μπορεί να δηλώνει τρεις διαφορετικές σημασίες σχετικές με το συζητούμενο θέμα: «καταναλώνω οποιοδήποτε υγρό (όπως νερό, γάλα κτλ.)», «καταναλώνω οινοπνευματώδες ποτό (όπως κρασί, ούζο κτλ.)» και «συνηθίζω να πίνω αλκοολούχα ποτά (όπως κρασί, ούζο κτλ.), πίνω συστηματικά, είμαι πότης». Παραδείγματα χρήσης του καπνίζω και του πίνω:
1α. Ο Γιάννης έχει βγει στο μπαλκόνι και καπνίζει (ένα τσιγάρο). β. Καπνίζω από 20 χρονών.
2α. Πίνω γάλα. β. Χθες βγήκα και ήπια. γ. Λένε ότι ο πατέρας του πίνει.

Τα τρία λεξικά γράφουν σχετικά:

καπνίζω […] βάζω στο στόμα μου την άκρη ενός αναμμένου τσιγάρου, πούρου ή πίπας και κατά διαστήματα εισπνέω τον καπνό που παράγεται από την καύση και τον εκπνέω από το στόμα ή από τη μύτη: ~ ένα τσιγάρο. ~ πίπα. […] Kάπνιζε αρειμανίως. Kαπνίζει σαν φουγάρο / σαν αράπης, πάρα πολύ. […] || καπνίζω συστηματικά, έχω τη συνήθεια να καπνίζω: Kαπνίζει από μικρός. Eγώ δεν ~. […] (ΛΚΝ).

καπνίζω (μετβ.) 1. εισπνέω και εκπνέω από το στόμα τον καπνό (από τσιγάρο, πίπα, πούρο ή άλλη επεξεργασμένη μορφή των φύλλων καπνού: ~ 10 τσιγάρα την ημέρα / πούρα Αβάνας / αρωματικό καπνό σε ναργιλέ […] (αμετβ.) 5. εισπνέω και εκπνέω από το στόμα τον καπνό από τσιγάρο, πίπα, πούρο κ.λπ.: οι επιβάτες παρακαλούνται να μην καπνίζουν κατά την προσγείωση 6. είμαι καπνιστής: –Καπνίζετε; –Όχι || καπνίζω σαν φουγάρο (ΛΝΕΓ)
καπνίζω […] Α. μτβ. 1. εισπνέω τον καπνό που παράγεται από αναμμένα φύλλα του φυτού καπνός που βρίσκονται κατάλληλα επεξεργασμένα μέσα σε τσιγάρο ή πούρο ή τοποθετούνται μέσα σε πίπα: δεν ~σα κανένα τσιγάρο από χτες […] Β. αμτβ. 2 είμαι καπνιστής (ΝΕΛ)

πίνω […] 1. εισάγω στο στόμα και, στη συνέχεια, στο στομάχι μου ένα υγρό, ένα ποτό, καταναλίσκω ένα υγρό καταπίνοντάς το: ~ νερό / γάλα / τσάι / καφέ / κρασί / μπίρα. ~ έναν καφέ / ένα φλιτζάνι τσάι / μια γουλιά νερό / ένα ποτήρι κρασί. ~ αργά / απολαυστικά / αχόρταγα / με βουλιμία. ~ με μικρές / μεγάλες γουλιές. Δεν ~ αλκοόλ. Θέλω να πιω κάτι δροσιστικό. Ήπιε την μπίρα του μονορούφι. […] O δράκουλας πίνει το αίμα των θυμάτων του. […] 3. πίνω αλκοόλ, ένα οινοπνευματώδες ποτό: ~ κρασί / ούζο / ρετσίνα / λικέρ / ουίσκι. Kάθισαν στην ταβέρνα και ήπιαν. Δεν ήπια ούτε σταγόνα σήμερα. Πίνανε ως το πρωί. Πάμε να πιούμε κάτι. Θα πιεις ακόμα ένα ποτήρι; ~ στην υγειά σου! Ήπιαν όλοι προς τιμή των νεονύμφων. Ήρθε πιωμένος, έχοντας πιει, μεθύσει. 4. πίνω συχνά και σε μεγάλες ποσότητες οινοπνευματώδη ποτά, είμαι πότης, μέθυσος: Άρχισε πάλι να πίνει. Πίνει για να ξεχάσει. ~ και μεθώ. Σταμάτα να πίνεις, θα καταστραφείς! Πίνει σαν σφουγγάρι. Tον έδιωξαν από τη δουλειά του, γιατί έπινε. […] (ΛΚΝ).

πίνω […] (μετβ.) 1. ρουφώ (υγρό) με το στόμα, ώστε να καταλήξει στο στομάχι: ~ γάλα / πορτοκαλάδα […] (αμετβ.) 4. καταναλώνω (οινοπνευματώδες ποτό): βάλε να πιω || ούτε καπνίζει ούτε πίνει· κάνει υγιεινή ζωή || πίνει πολύ, αλλά αντέχει 5. (ειδικότ.) έχω εθιστεί στο αλκοόλ, είμαι πότης: ήταν γνωστό το πάθος του: έπινε 6. κάνω πρόποση: ~ στην υγειά / εις υγείαν κάποιου (ΛΝΕΓ).

πίνω Α. μτβ. 1. παίρνω υγρό με το στόμα και το καταπίνω ώστε να καταλήξει στο στομάχι μου: ~ γάλα / καφέ […] Β. αμτβ. 1 έχω μεγάλη εξάρτηση από το αλκοόλ· είμαι μέθυσος: καπνίζει και πίνει πολύ. (ΝΕΛ).

Σε ό,τι αφορά το λήμμα καπνίζω, μεταξύ των τριών λεξικών παρατηρούνται και κοινά στοιχεία αλλά και αρκετές ενδείξεις ανομοιογενούς αντιμετώπισης ως προς το θέμα μας. Και τα τρία λεξικά αναγνωρίζουν τις δύο σημασίες που προαναφέραμε, για την ακρίβεια το ΛΚΝ ως υποσημασίες. Για τη σημασία «εισπνέω τον καπνό κτλ.» το ΛΚΝ δίνει παραδείγματα και μεταβατικής και ψευδοαμετάβατης χρήσης του ρήματος. Το ΛΝΕΓ καταγράφει τη σημασία αυτή μαζί με κατάλληλα παραδείγματα και στο τμήμα του λήμματος για τη μεταβατική και στο τμήμα για την αμετάβατη χρήση του ρήματος. Το ΝΕΛ εντάσσει τη σημασία αυτή στο τμήμα του λήμματος για τη μεταβατική χρήση του καπνίζω, επομένως παραλείπει να καταγράψει τη χρήση του χωρίς δηλωμένο αντικείμενο στην ίδια σημασία. Η περιγραφή της συντακτικής συμπεριφοράς του καπνίζω ως προς το θέμα μας είναι πλήρης και στο ΛΚΝ και στο ΛΝΕΓ. Απλώς η πρακτική του ΛΚΝ είναι πιο οικονομική, γιατί εκεί διατυπώνεται ένας μόνο ορισμός για τη σημασία «εισπνέω τον καπνό κτλ.». Το ΛΝΕΓ για την ίδια σημασία αναγκάζεται να καταγράψει δύο παρεμφερείς ορισμούς, γιατί έχει δομήσει το ερμήνευμα με βάση τη διάκριση μεταβατικό-αμετάβατο. Το ΝΕΛ, που επίσης κάνει τη διάκριση αυτή, δεν πληροφορεί ότι το ρήμα στη σημασία Α1 μπορεί να μην ακολουθείται από αντικείμενο, πράγμα όμως που ίσως μπορεί να δικαιολογηθεί από τον μικρότερο όγκο του συγκεκριμένου λεξικού σε σύγκριση με τα άλλα δύο. Στο ΛΚΝ θα μπορούσαν τα παραδείγματα χρήσης του καπνίζω χωρίς δήλωση του αντικειμένου να καταγραφούν σε επιμέρους πεδίο του πεδίου των παραδειγμάτων, με καταγραφή της σχετικής πληροφορίας (λ.χ.: χωρίς δήλωση του αντικειμένου), ώστε να γίνει σαφέστερη διάκριση μεταξύ των δύο περιπτώσεων, δηλ. της παρουσίας ή της απουσίας εκπεφρασμένου αντικειμένου. Για τη σημασία «καπνίζω συστηματικά» ή «είμαι καπνιστής», το ΛΚΝ δίνει μόνο μέσω παραδείγματος την ψευδοαμετάβατη χρήση του ρήματος, εφόσον δεν δίνει ποτέ ρητή συντακτική πληροφορία σχετικά με τη μεταβατική ή την αμετάβατη χρήση ενός ρήματος. Τα άλλα δύο λεξικά χαρακτηρίζουν αμετάβατο το ρήμα ως προς αυτή τη σημασία, το ΛΝΕΓ μάλιστα προσθέτει παραδείγματα όπου δεν δηλώνεται το αντικείμενο. Επειδή πρόκειται για εξειδικευμένη σημασία, όπου το ρήμα δεν ακολουθείται από αντικείμενο, στην προκειμένη περίπτωση είναι σωστό να καταγραφεί ως ξεχωριστή η σημασία αυτή σε ένα λεξικό.

Κοινά στοιχεία αλλά και αναντιστοιχίες διαπιστώνονται στα τρία λεξικά και ως προς το πίνω. Το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ αναγνωρίζουν τις τρεις σημασίες που προαναφέραμε, ενώ το ΝΕΛ μόνο την πρώτη και την τρίτη, αφού παραλείπει τη σημασία «καταναλώνω αλκοόλ». Και εδώ η περιγραφή από το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ είναι πληρέστερη, αλλά το μικρότερο μέγεθος του ΝΕΛ μπορεί να δικαιολογήσει την παράλειψη αυτή. Το ΛΚΝ στη σημασία 1, μέσω παραδειγμάτων, εύστοχα καταγράφει και τη μεταβατική και την ψευδοαμετάβατη χρήση του ρήματος. Το ίδιο κάνει και στη σημασία 3, όπου όμως θα μπορούσε να δώσει μόνο παραδείγματα χωρίς αντικείμενο. Η σημασία 3 του πίνω του ΛΚΝ (ή η 4 του ΛΝΕΓ) είναι εξειδικευμένη και εκεί συνήθως το ρήμα χρησιμοποιείται χωρίς αντικείμενο. Εδώ ένα επιστημονικό corpus –και δευτερευόντως η χρήση του διαδικτύου– θα μας έδινε μια εικόνα της γλωσσικής πραγματικότητας και μάλλον θα μας έδειχνε ότι στη σημασία αυτή το αντικείμενο του ρήματος δεν δηλώνεται. Το πίνω κρασί / ούζο κτλ. μπορούν να ενταχθούν στη σημασία 1 μαζί με το ήδη υπάρχον εκεί Ήπιε την μπίρα του μονορούφι. Όλα τα παραδείγματα που καταγράφει το ΛΚΝ στη σημασία 4 δεν έχουν αντικείμενο –και σωστά. Το ΛΝΕΓ καταγράφει μόνο παραδείγματα χρήσης του ρήματος με εκπεφρασμένο αντικείμενο, γιατί δεσμεύεται από την ένδειξη μετβ. (= μεταβατικό), αλλά έτσι δεν φαίνεται πουθενά στο λήμμα μέσω παραδειγμάτων ότι το πίνω μπορεί να χρησιμοποιηθεί και χωρίς αντικείμενο. Απεναντίας, στο λήμμα τρώω το ίδιο λεξικό καταχωρίζει δύο φορές τη σημασία «μασώ και καταπίνω τροφή», με παρεμφερείς ορισμούς, μία φορά για τη μεταβατική και μία για την αμετάβατη χρήση του ρήματος. Το ΛΝΕΓ επίσης αναγνωρίζει τις σημασίες 4 και 5, που συνοδεύονται σωστά από παραδείγματα χωρίς αντικείμενο. Το ίδιο λεξικό αναγνωρίζει τη σημασία «κάνω πρόποση» και καταγράφει παραδείγματα με απουσία αντικειμένου –το ΛΚΝ παραθέτει συναφώς κυρίως το πίνω στην υγειά σου! αλλά και το Ήπιαν όλοι προς τιμή των νεονύμφων, που υπάγονται όμως στη σημασία 3 «πίνω αλκοόλ». Το ΝΕΛ με βάση τη διάκριση μεταβατικό-αμετάβατο και με κατάλληλα παραδείγματα καταγράφει τις σημασίες «πίνω υγρό κτλ.» και «είμαι μέθυσος», όχι όμως και τη σημασία «πίνω αλκοόλ», ίσως λόγω του μικρότερου όγκου του.

Περιπτώσεις ρημάτων της κατηγορίας (ΙΙΙ) που γενικά δεν αντιμετωπίζονται απολύτως ικανοποιητικά είναι αυτές των τραγουδώ («ασχολούμαι επαγγελματικά με το τραγούδι») και χορεύω («ασχολούμαι επαγγελματικά με τον χορό»). Μόνο το ΛΝΕΓ διακρίνει την εν λόγω σημασία του τραγουδώ, αλλά χαρακτηρίζει αμετάβατη την ψευδοαμετάβατη αυτή χρήση του. Επίσης, κανένα από τα τρία λεξικά δεν καταγράφει την αντίστοιχη σημασία του χορεύω.

5. Συμπεράσματα

Διαπιστώσαμε ότι τα ψευδοαμετάβατα ρήματα της Νέας Ελληνικής δεν αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο στα λήμματα των τριών λεξικών. Η αναντιστοιχία αυτή μπορεί να οφείλεται σε διαφορετικό τρόπο καταγραφής των γραμματικών πληροφοριών (το ΛΚΝ λ.χ., σε αντίθεση με το ΛΝΕΓ και το ΝΕΛ, δεν ακολουθεί ποτέ τη διάκριση μεταβατικό/αμετάβατο), σε μη αναγνώριση κάποιας από τις ξεχωριστές σημασίες των ψευδοαμετάβατων ή σε μη καταγραφή σχετικών παραδειγμάτων χρήσης.

Για τα ψευδοαμετάβατα ρήματα της κατηγορίας (ΙΙ), που δεν έχουν αποκτήσει εξειδικευμένες σημασίες σε σχέση με τα αντίστοιχα μεταβατικά, προτείναμε να δηλωθεί η ψευδοαμετάβατη χρήση τους σε επιμέρους πεδίο των παραδειγμάτων, μαζί με τη σχετική ένδειξη-συντακτική πληροφορία ότι στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιούνται χωρίς δήλωση του αντικειμένου. Για τα ψευδοαμετάβατα ρήματα της κατηγορίας (ΙΙΙ), που έχουν αποκτήσει εξειδικευμένες σημασίες σε σχέση με τα αντίστοιχα μεταβατικά, προτείναμε να καταγραφούν ξεχωριστά αυτές οι εξειδικευμένες σημασίες, να χαρακτηριστούν μεταβατικά τα ψευδοαμετάβατα αυτά ρήματα, αλλά και πάλι να καταγραφεί η ένδειξη ότι στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιούνται χωρίς δήλωση του αντικειμένου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Θεοφανοπούλου-Κοντού, Δ. – Κατσιμαλή Γ. – Μόζερ Α. – Νικηφορίδου Β. – Χειλά-Μαρκοπούλου Δ. [επιμέλεια έκδοσης] (1998). Θέματα νεοελληνικής σύνταξης. Θεωρία-ασκήσεις (Αθήνα: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών).

Θεοφανοπούλου-Κοντού, Δ. (2003). «Τα ρήματα κίνησης της Νέας Ελληνικής και η μεταβιβαστική τους χρήση». Στο Σύγχρονες Τάσεις στην Ελληνική Γλωσσολογία: Μελέτες αφιερωμένες στην Ειρήνη Φιλιππάκη-Warburton (επιμ. Δ. Θεοφανοπούλου-Κοντού, Χ. Λασκαράτου, Μ. Σηφιανού, Μ. Γεωργιαφέντης, Β. Σπυρόπουλος). Αθήνα: Πατάκη, 237-255.

Mόζερ, A. (1994). Ποιόν και Απόψεις του Ρήματος. Παρουσία, Αθήνα.

Μπάτζιος Γ. (1999). Λεξικογραφία, λεξικολογία και γλωσσολογία. Αδημοσίευτη εργασία εξαμήνου στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού προγράμματος γλωσσολογίας (Αθήνα).

———-

Alexiadou, A. & E. Anagnostopoulou (2004). ‘Voice morphology in the causative/inchoative alternation: Evidence for a non-unified structural analysis of unaccusatives’. In The Unaccusativity Puzzle: Explorations of the Syntax-Lexicon Interface, Α. Αlexiadou, E. Anagnostopoulou and M. Everaert (eds), 114-136. Oxford: Oxford University Press.

Bloomfield, L. (1933). Language. New York: Henry Holt and Co.

Burzio, L. (1986). Italian Syntax: A Government-Binding Approach. Dordrecht:Reidel.

Giannakidou, A., Merchant, J., (1997.) ‘On the interpretation of null indefinite objects in Greek. Studies in Greek Linguistics’. Proceedings of the 10th Annual Meeting of the Department of Linguistics, Faculty of Philosophy, Aristotle University of Thessaloniki, Kyriakidis, Thessaloniki, pp. 290–303.

Hale, K. & Keyser, S. J. (2002). Prolegomenon to a Theory of Argument Structure.
Cambridge (Mass.): MIT Press

Ilson R. [έκδ.] (1985). Dictionaries, lexicography and language learning. (Oxford:Pergamon Press).

Jackson H. (1985). “Grammar in the dictionary”. Στον Ilson R. [έκδ.] 1985:53-59.
Perlmutter, D.M. (1978). Impersonal Passives and the Unaccusativity Hypothesis.
In Proceedings of the Fourth Annual Meeting of the Berkeley Linguistic Society, Berkeley Linguistic Society, University of California, Berkeley, 157-189.

Sinclair J. [έκδ.] 1987: Looking Up: An Account of the COBUILD Project in lexical computing and the development of the Collins COBUILD English Language Dictionary (London: Collins ELT).

Tsimpli, I.M. – D. Papadopoulou (2006). ‘Aspect and argument realization: A study on antecedentless null objects in Greek’. Lingua, 116 (2006) 1595–1615