23.3.12

«Η σύνταξη των συνδικαλιστών»

«Η σύνταξη των συνδικαλιστών», επιστολή στην εφημερίδα Η Καθημερινή, 22-03-12.

Εντύπωση προκαλεί η ευκολία με την οποία ο συγκεκριμένος επιστολογράφος (ο Μ.Μ.) αποφαίνεται ότι μια λέξη δεν υπάρχει στην ελληνική γλώσσα. Παραδείγματα δήθεν ανύπαρκτων λέξεων είναι το ετσιθελικά και το αθέλητη. Για το πρώτο παράδειγμα, ο Μ.Μ. προβάλλει το επιχείρημα ότι «η χρησιμοποίησις δύο λέξεων διαδοχικώς, του έτσι και του θέλω, δεν οδηγεί στο παράγωγο “ετσιθέλω”». Και τι μ’ αυτό; Γιατί να ισχύει ένα τέτοιο κριτήριο; Ποιος αποφασίζει ότι το ετσιθελικά δεν υπάρχει, γιατί δεν προϋπάρχει το «ετσιθέλω»; Απλούστατα, το ετσιθελικά προέρχεται από τη φράση έτσι θέλω. Σύμφωνα με τον Μ.Μ., η καλύτερη διατύπωση είναι το όλως αυθαιρέτως, αλλά ούτε έτσι αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει το –διαφορετικό, έστω, υφολογικά– ετσιθελικά. Οι λέξεις ετσιθελικάετσιθελικός και ετσιθελισμός υπάρχουν, είτε αρέσουν είτε όχι, και δικαιολογημένα καταγράφονται στα πιο καλά νεοελληνικά λεξικά, όπως του Γ. Μπαμπινιώτη, του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη και του Εμμ. Κριαρά. Επίσης, με αφορμή τη φράση αθέλητη συμμετοχή, που χρησιμοποιείται από τους συνδικαλιστές στο κείμενό τους, ο συντάκτης της επιστολής ισχυρίζεται ότι στην ελληνική δεν υπάρχει το επίθετο αθέλητη, αλλά το ακούσια. Και όμως, λήμμα αθέλητος με τη σημασία του ακούσιου καταγράφεται και στα τρία πιο έγκυρα νεοελληνικά λεξικά που προαναφέρθηκαν, του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, του Γ. Μπαμπινιώτη και του Εμμ. Κριαρά. Και το λεξικό Δημητράκου, που είναι όλης της ελληνικής, περιλαμβάνει το λήμμα αυτό και σημειώνει ως τρίτη τη σημασία του ακούσιου. Βέβαια, ακόμη και αν δεν καταγραφόταν μια λέξη στα λεξικά, αυτό δεν θα σήμαινε ότι πρόκειται για ανύπαρκτη λέξη. Πάντως, μια λέξη που έχει περιληφθεί σε τόσα λεξικά, που εντοπίζεται σε κάμποσα παραδείγματα χρήσης στο διαδίκτυο και, προπάντων, που είναι γνωστή από την κοινή πείρα, μια λέξη που βεβαιωμένα χρησιμοποιείται, λέγεται και γράφεται, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ανύπαρκτη. Τα ίδια ισχύουν και για το ετσιθελικά. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του επιστολογράφου δείχνουν τον τρόπο σκέψης πολλών σχετικά με θέματα γλώσσας. Ο δημόσιος λόγος για τη γλώσσα χαρακτηρίζεται συνήθως από έλλειψη σωστής μεθόδου για την προσέγγιση των γλωσσικών θεμάτων. Οι παρετυμολογίες αποτελούν μια περίπτωση, οι υποτιθέμενες ανύπαρκτες λέξεις της ελληνικής μια άλλη, ενώ βέβαια υπάρχουν πολλές ακόμη περιπτώσεις. Κοινός παρονομαστής είναι η έλλειψη της ενδεδειγμένης (γλωσσολογικής ή ορθολογικής, ας πούμε) μεθόδου σκέψης.

Από την άλλη, ο επιστολογράφος επικρίνει μάλλον δικαιολογημένα τη χρήση του κατά το ίσο και ίδιο αντί του εξίσου και ομοίως. Ομολογώ ότι δεν είχα προσέξει το πρώτο και ότι δεν μου φαίνεται φυσικό. Και αν ακόμα δεν αποδοθεί το κατά το ίσο και ίδιο ως εξίσου και ομοίως, καλό θα ήταν να βρεθεί μια πιο φυσική διατύπωση. Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντως, χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στο αρχικό κείμενο και να λάβει υπόψη τα συμφραζόμενα, προκειμένου να αξιολογήσει την έκφραση σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Σημειωτέον ότι βρήκα το επίμαχο κείμενο εδώ.

12.3.12

«Τα παξιμάδια της οργής»

1)
«Εντυπωσιάζομαι. Δεν είχατε τον Μπαμπινιώτη πρόχειρο;»
Στο ιστολόγιο «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» είχα παραπέμψει για κάποιο θέμα στο λεξικό της Θεσσαλονίκης και έγινε το παραπάνω σχόλιο. Και αυτό γιατί από τις προηγούμενες παρεμβάσεις μου θεωρήθηκα οπαδός του Μπαμπινιώτη! Δουλεύω σε διάφορα λεξικά από το 2004, όχι στο λεξικό Μπ. πάντως, έχω ασχοληθεί πολύ με τη λεξικογραφία και έχω ασκήσει κατά καιρούς και κατ’ επανάληψη και αρνητική κριτική στο συγκεκριμένο λεξικό. Τα άρθρα μου είναι εδώ, στο Περιγλώσσιο, και μπορεί κανείς να τα δει. Απλώς συμβαίνει να θεωρώ ότι η κριτική που είναι μόνο αρνητική σε βάρος των λεξικών του Κέντρου Λεξικολογίας έχει ιδεολογικά αίτια και δεν είναι δίκαιη. Αυτή είναι η άποψή μου. Δεν είμαι «οπαδός» του συγκεκριμένου λεξικού, αλλά και κανενός άλλου.
Μερικοί δεν μπορούν να σκεφτούν έξω από τη λογική των γλωσσικών στρατοπέδων. Ή θα είσαι οπαδός του Μπ. ή θα επισημαίνεις μόνο τα αρνητικά του. Ο φίλος Δημήτρης Φύσσας δημοσίευσε στην Athens Voice τo ψύχραιμο και ισορροπημένο άρθρο «Ο κ. Γιώργος Μπαμπινιώτης στην κυβέρνηση» και ένας σχολιαστής αποκάτω γράφει απευθυνόμενος στον αρθρογράφο: «[…] Υπέρ ή κατά του Μπαμπινιώτη είσαι; Άσε τις περικοκλάδες και μίλα σταράτα». Κατά τη γνώμη μου, αυτό το σχόλιο αντανακλά τον τρόπο σκέψης ορισμένων. Ή θα είσαι υπέρ ή θα είσαι κατά του Μπ.! Δεν είναι τυχαίο ότι σε μερικά γλωσσικά ιστολόγια δεν αναφέρεται ποτέ ούτε ένα θετικό του στοιχείο. Σε αυτόν τον τρόπο σκέψης συνηθίζουν και μερικοί αναγνώστες.

2)
«Θα ήθελα μόνο να σας θυμίσω πως η γλώσσα δεν ανήκει στους μελετητές της, ούτε διαμορφώνεται από αυτούς. Ανήκει σε αυτούς που τη μιλάνε και καλύτερα θα ήταν ο μελετητής με τη “γλωσσολογική λογική” να σεβόταν λίγο περισσότερο τους φυσικούς ομιλητές και ένα παραπάνω όταν, μολονότι δεν έχουν τις γνώσεις του και τα εφόδιά του, ασχολούνται με αυτή και προβληματίζονται».
Πουθενά δεν είπα ή υπονόησα ότι η γλώσσα ανήκει στους μελετητές της και διαμορφώνεται από αυτούς. Φυσικά και διαμορφώνεται από τους ομιλητές της, στους οποίους και ανήκει. Εδώ όμως δεν μιλάμε γι’ αυτό το θέμα. Ο υποστηρικτής λ.χ. μιας παρετυμολογίας (λ.χ. παξιμάδι < καψιμάδι) θα κριθεί για τα όσα υποστηρίζει. Αυτό κάνουμε και στην περίπτωση άλλων παρετυμολόγων, των λεγόμενων ελληνοκεντρικών. Μήπως το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι τα έβαλα με κάποιον επικριτή του Μπαμπινιώτη; Σέβομαι τους φυσικούς ομιλητές και με προβληματίζει από ερευνητική άποψη το τι λέγεται. Αυτό κάνουν οι γλωσσολόγοι, π.χ. δεν στιγματίζουν μια χρήση, δεν ενοχοποιούν τον χρήστη αυτού ή εκείνου του γλωσσικού στοιχείου. Αυτή τη μέθοδο ακολουθώ και εγώ. Όταν ήμουν π.χ. στον στρατό, με απασχόλησε πολύ το ιδίωμα των στρατιωτών και το βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Επαναλαμβάνω όμως, εδώ δεν μιλάμε γι’ αυτό το θέμα.

Ναι, ασχολούνται με τη γλώσσα και προβληματίζονται, αλλά και εγώ έχω δικαίωμα να κρίνω. Δεν κατακρίνω το γεγονός ότι ασχολούνται με τη γλώσσα και προβληματίζονται, καλά κάνουν και είναι αξιέπαινοι γι’ αυτό. Αλλά θα κρίνω τις απόψεις τους. Κρίνω όχι το πώς μιλάνε, αλλά τις απόψεις τους. Και δεν είμαι ο πρώτος ούτε ο μόνος που το έχει κάνει αυτό. Γλωσσολόγοι λ.χ. έχουν ερευνήσει τις απόψεις μη γλωσσολόγων για τη γλώσσα με βάση επιστολές δημοσιευμένες σε εφημερίδες.

3)
«Γλωσσολογικά σκέφτονται οι γλωσσολόγοι, μαθηματικά οι μαθηματικοί, νομικά οι νομικοί και ούτω καθεξής. Στο Πανεπιστήμιο αυτό μας μαθαίνουν. Πώς να σκεφτόμαστε. Το να κρίνετε με κριτήρια επιστημονικά μια μη επιστημονική θέση δείχνει μια άλφα αρτηριοσκλήρυνση».
Η διαφορά είναι πολύ μεγάλη: Η γλώσσα είναι κατεξοχήν πεδίο αντεγκλήσεων, με ιδεολογικές κ.ά. αιτίες, άρα αποτελεί διαφορετική περίπτωση. Σπάνια λ.χ. ένας φιλόλογος θα σου πει πώς λύνεται μια εξίσωση. Ενώ ένας μαθηματικός έχει πιο συχνά άποψη για τα γλωσσικά. Ξαναλέω, οι γλωσσικές απόψεις του αναγνωστικού κοινού μιας εφημερίδας λ.χ. είναι ενδιαφέρον θέμα από ερευνητική άποψη. Καμία αρτηριοσκλήρυνση, και επίσης το θέμα δεν απασχολεί μόνο εμένα.

Επίσης, σύμφωνα με το λεξικό της Θεσσαλονίκης, αρτηριοσκλήρυνση μεταφορικά σημαίνει: «η προσκόλληση σε παλιές, οπισθοδρομικές αντιλήψεις, η αντίδραση σε καθετί το νεωτεριστικό». Και ρωτάω: Σε ποια παλιά, οπισθοδρομική αντίληψη είμαι προσκολλημένος, σε τι το νεωτεριστικό αντέδρασα; Η αναφορά της αρτηριοσκλήρυνσης είναι άτοπη εδώ.
Ακόμη, δεν «κρίνω με κριτήρια επιστημονικά μια μη επιστημονική θέση», πράγμα που δήθεν δηλώνει αρτηριοσκλήρυνση. Για την ακρίβεια, κρίνω με κριτήρια επιστημονικά μια θέση και τη βρίσκω επιστημονική ή μη. Πού είναι το παράλογο;

Τέλος, υπάρχουν και μη γλωσσολόγοι που σκέφτονται γλωσσολογικά. Ως παράδειγμα, αναφέρω τον γνωστό συγγραφέα Νίκο Δήμου. Παραπέμπω στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του «Γραμματική και γλώσσα. Ποιος έχει δίκιο – ο κανόνας ή η πλειονότητα;»
Όπως αξιολογούμε θετικά το γεγονός ότι ένας μη γλωσσολόγος έχει γλωσσολογικό τρόπο σκέψης, έτσι αξιολογούμε αρνητικά το γεγονός ότι κάποιος άλλος μη γλωσσολόγος δεν διαθέτει τέτοιον τρόπο σκέψης. Εφόσον δεν είναι γλωσσολόγος, ο μη γλωσσολογικός τρόπος σκέψης του δεν είναι βέβαια κάτι που ξενίζει. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις μπορούμε να κρίνουμε.

4)

Έγραψα παραπάνω:

«Αδιάσειστη απόδειξη για τον ιδεολογικό χαρακτήρα που έχει η ενασχόληση με τη γλώσσα σε μερικά γλωσσικά ιστολόγια είναι ότι ορισμένοι δεν θα αναφέρουν ποτέ έστω και ένα θετικό του Μπαμπινιώτη ή κάποιου λεξικού του. Ο ιδεολογικός αυτός προσανατολισμός αποδεικνύεται περίτρανα και από κάτι άλλο: Στους ίδιους διαδικτυακούς χώρους μερικοί δεν έχουν ασκήσει ποτέ κριτική στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, σαν να μην έχει αδυναμίες, λάθη και παραλείψεις».

Και βέβαια, συνεχίζεται η δημοσίευση άρθρων που απλώς επιβεβαιώνουν τα γραφόμενά μου για τον ιδεολογικό χαρακτήρα του αντιμπαμπινιωτισμού. Μερικές φορές στα δημοσιεύματα αυτά αναφέρονται ορισμένα θετικά κάποιου λεξικού Μπαμπινιώτη, αλλά και πάλι η κριτική είναι μονομερής, γιατί έχει ιδεολογικές αφετηρίες. Για παράδειγμα, στο ιστολόγιο «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» διαβάζουμε μια κριτική για το λεξικό Συνωνύμων – Αντωνύμων του Γ. Μπαμπινιώτη (28 Μαρτίου 2012). Ο συντάκτης προσπερνάει βιαστικά και με σύντομους θετικούς χαρακτηρισμούς τα όποια θετικά στοιχεία και φυσικά στέκεται στα αρνητικά. Τα καλογραμμένα, αναλυτικά σχόλια εντός πλαισίου στο συγκεκριμένο λεξικό, όμως, δεν είναι απλώς κάτι «πολύ θετικό». Επίσης, διαβάζουμε στην κριτική ότι ο Μπαμπινιώτης δεν αναφέρει καμιά οδηγία ύφους στην τάδε περίπτωση. Εργάζομαι σε διάφορα λεξικά από το 2004 και γνωρίζω τα πράγματα σε βάθος και από μέσα. Ξέρετε σε πόσες περιπτώσεις στο λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη απουσιάζει η απαιτούμενη ένδειξη ύφους; Έχετε δει να γίνεται κριτική γι’ αυτό πολλές φορές στο διαδίκτυο; Σας διαβεβαιώνω ότι ως συντάκτες λημμάτων έχουμε κάνει επί σειρά ετών και σε καθημερινή βάση το ίδιο ξεψείρισμα σε όλα τα λεξικά με αυτό που γίνεται τελευταία στο διαδίκτυο μόνο στα λεξικά Μπαμπινιώτη. Ξέρετε πόσες αδυναμίες άλλων λεξικών θα αναδεικνύαμε, αν γράφαμε μια σειρά από εντυπωσιοθηρικά αρθράκια με μονομερή κριτική σε βάρος του λεξικού της Θεσσαλονίκης ή του Κριαρά; Γι’ αυτό έγραψα τις προάλλες ότι ο αντιμπαμπινιωτισμός είναι και αυτός ένα είδος γλωσσικού λαϊκισμού. Υπάρχει ένα αντιμπαμπινιωτικό κοινό, που αντιδρά στα πολλά αρνητικά του Μπαμπινιώτη, που σχετίζονται κυρίως με την εξωπανεπιστημιακή του δραστηριότητα (γιατί εντός της σχολής ήταν πολύ διαφορετικός). Και μερικοί αρθρογραφούν με τέτοιον τρόπο, ώστε να γράψουν πράγματα αρεστά σε αυτούς τους αντιμπαμπινιωτικούς. Είναι λαϊκισμός αυτό! Στην παραπάνω κριτική σημειώνεται: «Για όλους αυτούς τους λόγους, ενώ είχα αγοράσει το ΛΣΑ [= Λεξικό Συνωνύμων – Αντωνύμων του Γ. Μπαμπινιώτη] για τα παιδιά μου, τους το πήρα και έβαλα τον Βοσταντζόγλου στη θέση του». Και μια αναγνώστρια σχολιάζει πολύ εύστοχα: «Υπερβολικά πράγματα, εμφανής εμπάθεια». Το συμπέρασμα ότι το λεξικό Βοσταντζόγλου είναι καταλληλότερο για έναν μαθητή από το Λεξικό Συνωνύμων-Αντωνύμων του Γ. Μπαμπινιώτη δεν είναι απλώς υπερβολικό, αλλά εκτός πραγματικότητας.

5)

Κατανοώ, βέβαια, ότι μερικοί σχολιαστές σαν την ανώνυμη που με ρώτησε ειρωνικά αν έχω πρόχειρο το λεξικό Μπαμπινιώτη, θεωρώντας με οπαδό του συγκεκριμένου καθηγητή, αδυνατούν να συλλάβουν πώς κάποιος αφενός χρεώνει αρνητικά στοιχεία στον Μπ. και αφετέρου αναφέρει θετικά του στοιχεία. Γι’ αυτούς υπάρχει ή άσπρο ή μαύρο. Έτσι σκέφτονται. Αυτός είναι ο κόσμος τους. Τόσο καταλαβαίνουν.

8.3.12

Σύντομη κριτική βιβλίου «παραγλωσσολογίας»

«Τα ημαρτημένα του Λεξικού Μπαμπινιώτη. Μια πρώτη επιλογή… και έπεται η συνέχεια»
Συγγραφείς: Βασίλης Φίλιας – Γιάννης Πρινιανάκης
Εκδότης: Παπαζήσης

Οι Φίλιας και Πρινιανάκης έχουν ελλιπείς γνώσεις σχετικά με το αντικείμενο της γλωσσολογίας και ειδικότερα της ετυμολογίας. Δεν γνωρίζουν ούτε πώς λειτουργεί η γλώσσα ούτε πώς μεταβάλλεται. Προτού ξεκινήσουν τη συγγραφή του βιβλίου τους, θα έπρεπε να παρακολουθήσουν μια σειρά από μαθήματα γλωσσολογίας, τουλάχιστον του πρώτου και του δεύτερου εξαμήνου του φιλολογικού τμήματος. Το βιβλίο τους είναι γεμάτο από παρετυμολογίες, εσφαλμένες, αυθαίρετες ή και αστείες ετυμολογικές ερμηνείες, καθώς και άλλα λάθη. Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Λ.χ. στη σελίδα 67 γράφουν:
«[…] Προκύπτουν πολλά ερωτήματα, στα οποία οφείλουν να απαντήσουν οι χρήστες των Σανσκριτικών και υπέρμαχοι της θεωρίας ότι η Σανσκρίτη [sic] είναι η μητέρα γλώσσα όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών και της Ελληνικής. […]».
Διαπιστώνεται δηλ. άγνοια για το τι διδάσκει η ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία και υιοθετεί το κρινόμενο λεξικό ως προς τη σχέση σανσκριτικής και ελληνικής. Η σανσκριτική δεν είναι η μητέρα της ελληνικής, αλλά συγγενής γλώσσα. Όταν οι «ερευνητές» Φίλιας και Πρινιανάκης αγνοούν κάτι τόσο βασικό, βγαίνουν συμπεράσματα για τη γενικότερη κατάρτισή τους.

Τα μαργαριτάρια των Φίλια-Πρινιανάκη συνεχίζονται. Αντιγράφω από τη σελίδα 679:
«[…] Πιστεύουμε ότι ο ήχος φλ-φλ-φλ, που κάνει ο αφρός της θαλάσσης, […] κυρίως κατά το σπάσιμο του κύματος στην ακτή, είναι το πρόπλασμα του ρ. φιλάω. […]».
Δεν είναι του παρόντος να γραφεί εδώ ένα εκτενέστατο κείμενο θεωρίας της ετυμολογίας, στο οποίο να αναλύεται ο ρόλος των ηχομιμητικών λέξεων. Στο παραπάνω απόσπασμα φαίνεται ότι οι δύο συγγραφείς δεν έχουν ούτε στοιχειώδεις σχετικές γνώσεις. Κάποιος θα πρέπει, τουλάχιστον, να τους απευθύνει το ερώτημα πώς αποδεικνύεται ότι το φιλάωπροήλθε από το φλ-φλ-φλ. Είναι βάσιμη μια τέτοια, αφελής και αστεία, ετυμολογική πρόταση;

Παρόμοια σχόλια μπορούν να γίνουν και για την εξίσου αφελή ετυμολογική ερμηνεία των πλέω και πλάθω (σελίδα 487):
«[…] Και τα δύο ρήματα, πλέω και πλάθω, προκύπτουν από τον ήχο πλατς-πλουτς, που δημιουργείται όταν κάτι χτυπά το νερό (πλατσουρίζει) ή επίσης όταν τα χέρια μας μπαινοβγαίνουν στη ζύμη πλάθοντάς την. [...]».
Οι Φίλιας και Πρινιανάκης ακούνε ό,τι θέλουν να ακούσουν (φλ-φλ-φλ στη μία περίπτωση και πλατς-πλουτς στην άλλη) και υποστηρίζουν αναπόδεικτες ετυμολογικές σχέσεις. Το χειρότερο μάλιστα είναι ότι όλο τους το βιβλίο διανθίζεται με προκλητικά και εξοργιστικά ειρωνικά σχόλια. Η προκλητικότητα των αδαών (ή των ημιμαθών). Όπως έγραψε μάλιστα γνωστός συγγραφέας,

«Οι Φίλιας-Πρινιανάκης είναι αξιοθρήνητα άσχετοι με τη γλωσσολογία, κι όμως βρίζουν με αέρα και ύφος καρδιναλίων όσους προβάλλουν τις επιστημονικές απόψεις».

Το λεξικό Μπαμπινιώτη στην ετυμολογία του έκφυλος γράφει ότι η αρχική του σημασία (στην αρχαιότητα) ήταν «ξένος, αλλόφυλος». Και οι Φίλιας-Πρινιανάκης γράφουν (σελίδα 270):
«[…] Οι ξένοι δηλαδή που βρίσκονται στη χώρα μας είναι έκφυλοι; Καθέναν που δεν ανήκει στη φυλή μας τον θεωρούμε έκφυλο; Εάν και εμείς πάμε σε μια ξένη χώρα, γινόμαστε αυτομάτως για τους κατοίκους της έκφυλοι; […]».
Δημαγωγικά, παραπλανητικά ερωτήματα, που βασίζονται σε σύγχυση συγχρονίας-διαχρονίας. Κανείς δεν χαρακτήρισε έκφυλους τους ξένους με τη σημερινή σημασία του έκφυλος.

Επίσης (σελίδα 270):
«[…] Πότε, πού, σε ποιον συγγραφέα, σε ποιο έργο του, σε ποια σοβαρή αναφορά καταδεικνύεται ότι ο έκφυλος είχε αρχική σημασία «ξένος, αλλόφυλος»; [...]».
Μπορεί κανείς να ανατρέξει στο αντίστοιχο λήμμα του λεξικού Δημητράκου, για να δει τις σημασίες και υποσημασίες του λήμματος, με τα σχετικά χωρία. Δεν ξέρω αν είναι σοβαρές αυτές οι αναφορές. Πάντως, τη σχετική σημασία αναγνωρίζει και το λεξικό Δημητράκου. Και πάντως, δεν στέκουν τα παραπάνω ερωτήματα, που διατυπώνονται για λόγους εντυπώσεων.

Τέλος, για το ίδιο θέμα (σελίδα 271):
«[…] Είναι δυνατόν ολόκληρος γλωσσολόγος […] να μη διαχωρίζει τη διαφορά [sic] φύλου και φυλής; […]».
Οι Φίλιας και Πρινιανάκης στην ίδια σελίδα πληροφορούν τι σημαίνει φύλο, λ.χ. το ανδρικό και το γυναικείο, και τι φυλή. Δεν καταλαβαίνω γιατί γράφτηκαν τόσα πολλά, εφόσον η λέξη φύλο δηλώνει και τη φυλή, την εθνότητα – δες λ.χ. τη δεύτερη σημασία στο λήμμα φύλο του λεξικού της Θεσσαλονίκης.

Έδωσα, λοιπόν, μια εικόνα του βιβλίου. Φοιτητές γλωσσολογίας, στο πλαίσιο λ.χ. ενός μεταπτυχιακού μαθήματος, ας αναλάβουν εργασίες όπου θα καταδεικνύεται ο αντιεπιστημονικός, ερασιτεχνικός χαρακτήρας των ετυμολογήσεων των Φίλια-Πρινιανάκη. Από την άποψη αυτή και μόνο, πρόκειται για χρήσιμο βιβλίο. Ένας φοιτητής μπορεί να δει τι σημαίνει δημόσιος λόγος για τη γλώσσα, ερήμην της γλωσσολογίας.

Σχετικοί σύνδεσμοι:

1) «Χλ χλ χλ το κύμα και να ο μοχλός!»
2)