30.6.13

Και πάλι για τα επιρρηματικά ζεύγη

Τα επιρρήματα της νέας ελληνικής μπορούν να διακριθούν σε κατηγορίες με βάση την κατάληξή τους. Υπάρχουν επιρρήματα που σχηματίζονται και με κατάληξη -α και με κατάληξη -ως χωρίς διαφορά στη σημασία (λ.χ. σπάνια-σπανίως, βέβαια-βεβαίως, μόνιμα-μονίμως, γενικά-γενικώς). Άλλα επιρρήματα δεν λήγουν ούτε σε  ούτε σε -ως (λ.χ. άρδην, καταγής, νωρίς, αύριο, σωρηδόν, τότε, χθες, πάλι, άπαξ, πίσω, ανέκαθεν, αμαχητί, εκεί, αλλού, πολύ). Άλλων η κατάληξη είναι μόνο -α και ποτέ -ως (λ.χ. ανέμελα, απρόσεκτα, σίγουρα, τρελά), ενώ άλλων μόνο –ως και ποτέ  (λ.χ. ευθέως, συνεχώς, συνεπώς, επειγόντως). Ειδική κατηγορία αποτελούν μερικά ζεύγη επιρρημάτων σε  και -ως, όπως άμεσα και αμέσως: Γι’ αυτά τα επιρρήματα, επί σειρά ετών σε διάφορα κείμενα –μερικά από τα οποία είναι οδηγοί χρήσης της νέας ελληνικής– αναφέρεται ότι η διαφορά στην κατάληξη αντιστοιχεί και σε σημασιολογική διαφορά, όπως στα άμεσα «χωρίς μεσολάβηση», αμέσως «χωρίς χρονοτριβή», λ.χ.: Η λέξη «κεφτές» προέρχεται άμεσα από την τουρκική γλώσσα, αλλά έχει απώτερη προέλευση από την περσική. Δεν θα αργήσω, επιστρέφω αμέσως. Επειδή όμως διαπιστώνεται εμπειρικά αλλά και μέσω διαδικτυακής έρευνας ότι τέτοιες διακρίσεις δεν τηρούνται πάντοτε, παρακάτω τα εν λόγω ζεύγη επιρρημάτων χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Στην πρώτη, αυτή ή εκείνη η σημασία του επιρρηματικού τύπου σε -ως δεν μπορεί να εκφραστεί με τη χρήση του αντίστοιχου τύπου σε -α, ενώ στη δεύτερη μπορεί. 

Διευκρινίζω ότι στο παρόν άρθρο δεν με απασχολεί η χρήση επιρρηματικών τύπων σε -ως για τη δήλωση σημασιών που έχουν συνήθως τύποι σε -α, λ.χ. αμέσως ως «άμεσα, χωρίς μεσολάβηση», σε λόγιο ύφος. Με ενδιαφέρει μόνο αν ένα επίρρημα που λήγει σε -α χρησιμοποιείται στη θέση του αντίστοιχου σε -ως.

Μία ακόμη διευκρίνιση: Όλα τα παραδείγματα που αναφέρω σε αυτό εδώ το άρθρο προέκυψαν από διαδικτυακές αναζητήσεις και είτε είναι αυθεντικά είτε ελαφρώς διασκευασμένα.

Αναλυτικά:

1) Αφενός, υπάρχουν επιρρηματικά ζεύγη σε 1α και –ως όπου ο τύπος σε –ως σε συγκεκριμένες σημασίες και χρήσεις δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τον αντίστοιχο σε -α:

α. ευχάριστα-ευχαρίστως

Παραδείγματα χρήσης:

Είναι ένα κρασί που πίνεται ευχάριστα όλες τις ώρες και σε κάθε περίσταση. 

Ευχαρίστως να σου απαντήσω στην ερώτησή σου.

Ευχάριστα σημαίνει «με τρόπο που προκαλεί ευχαρίστηση», ενώ ευχαρίστως «μετά χαράς», «με προθυμία» κτλ. Θα ήταν αδόκιμη εδώ η χρήση του ευχάριστα αντί για το ευχαρίστως.

β. ιδιαίτερα-ιδιαιτέρως

Παραδείγματα χρήσης:

Ασχολούμαι με επιτραπέζια παιχνίδια και ιδιαίτερα με το σκάκι.

Θα μπορούσα να σας μιλήσω ιδιαιτέρως;

Το ιδιαίτερα δηλώνει τη σημασία του «ιδίως», «κυρίως» κτλ., ενώ το ιδιαιτέρως του «κατ’ ιδίαν». Δεν χρησιμοποιείται το ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση στη θέση του ιδιαιτέρως.

γ. περίεργα-περιέργως

Παραδείγματα χρήσης:

Ο κόσμος με κοίταζε περίεργα.

Η αρμόδια επιτροπή περιέργως σιωπά.

Το περίεργα ορίζεται ως «με περίεργο τρόπο», ενώ το περιέργως ως «παραδόξως». Ούτε εδώ θα ήταν δεκτή η χρήση του επιρρηματικού τύπου σε -α στη θέση του αντίστοιχου σε -ως.

δ. έξοχα-εξόχως

Παραδείγματα χρήσης:

Ο πρωταγωνιστής απέδωσε έξοχα τον ήρωα του Σοφοκλή.

Το ζήτημα είναι εξόχως πολιτικό.

Έξοχα σημαίνει «υπέροχα», «θαυμάσια», «εξαιρετικά» κτλ., ενώ εξόχως «πάρα πολύ». Ούτε στην προκειμένη περίπτωση αντικαθίσταται το επίρρημα σε -ως από το αντίστοιχο σε -α.

ε. τέλεια-τελείως 

Παραδείγματα χρήσης:

Έμαθε τέλεια την τέχνη του.

Είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα.

Το τέλεια χρησιμοποιείται με τη σημασία του «άριστα», «άψογα» κτλ., ενώ το τελείως σημαίνει «εντελώς». Στην Κοινή Νέα Ελληνική (σε αντίθεση με την Κυπριακή, όπως τυχαίνει να γνωρίζω) το τέλεια δεν δηλώνει τη σημασία «εντελώς».

2) Αφετέρου, σε άλλες περιπτώσεις επιρρηματικών ζευγών, το επίρρημα σε -α χρησιμοποιείται –σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό– με τη σημασία του αντίστοιχου επιρρήματος σε -ως:

α. έκτακτα-εκτάκτως

Παραδείγματα χρήσης:

Περάσαμε έκτακτα στη βόλτα μας.

Συνεδρίασε εκτάκτως το Νομαρχιακό Συμβούλιο.

Κανονικά, το έκτακτα στο πρώτο παράδειγμα σημαίνει «υπέροχα», «θαυμάσια», «εξαιρετικά» κτλ., ενώ το εκτάκτως στο δεύτερο «εκτός προγράμματος». Ωστόσο, μερικές φορές χρησιμοποιείται το έκτακτα στη θέση του εκτάκτως, λ.χ.:

Η συνάντηση δεν ήταν προγραμματισμένη, έγινε έκτακτα και γι’ αυτό δεν ανακοινώθηκε νωρίτερα.

β. αδιάκριτα-αδιακρίτως

Παραδείγματα χρήσης:

Ρωτάει αδιάκριτα για τα προσωπικά της.

Ελεύθεροι σκοπευτές ακροβολισμένοι σε κτίρια και υψώματα βάλλουν αδιακρίτως.

Αδιάκριτα και αδιακρίτως σημαίνουν «χωρίς διακριτικότητα» και «χωρίς διάκριση» αντίστοιχα. Αν και στα αδιακρίτως φύλου/ ηλικίας (= ανεξαρτήτως φύλου/ ηλικίας) το αδιακρίτως δεν γίνεται αδιάκριτα (τα ανεξαρτήτως φύλου/ ηλικίας όμως μπορούν να γίνουν ανεξάρτητα από το φύλο/ την ηλικία), απαντούν ορισμένα παραδείγματα χρήσης του αδιάκριτα αντί για αδιακρίτως, όπως το ακόλουθο:

Πυροβολούσαν αδιάκριτα και προσπάθησαν να σκοτώσουν όλους τους επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο.

γ. άγρια-αγρίως

Παραδείγματα χρήσης:

Θύμωσε και του μίλησε άγρια.

Μας εξαπατούν αγρίως.

Το άγρια δηλώνει τη σημασία «με αγριότητα», ενώ το αγρίως «σε μεγάλο βαθμό», «σε υπερβολικό βαθμό» κτλ. Ωστόσο, ανάλογα και με το ύφος, μπορεί την ίδια σημασία να δηλώσει και το άγρια, όπως στο εξής παράδειγμα:

Μας δουλεύουν άγρια οι τύποι.

δ. άδικα-αδίκως

Παραδείγματα χρήσης:

Θεωρήθηκε άδικα ύποπτος.

Αδίκως περίμενα να μου τηλεφωνήσουν.

Άδικα σημαίνει «με άδικο τρόπο», ενώ αδίκως «μάταια», «εις μάτην». Ωστόσο, και το άδικα χρησιμοποιείται με την τελευταία σημασία, λ.χ.:

Άδικα έκανα τόσο κόπο.

ε. απλά-απλώς

Παραδείγματα χρήσης:

Μας μίλησε απλά και κατανοητά.

Ασχολείσαι με το θέατρο ή απλώς σου αρέσει;

Θα ερχόμουν, απλώς αρρώστησα.

Στο πρώτο παράδειγμα, απλά σημαίνει «με απλό τρόπο», «με απλότητα». Στο δεύτερο, το απλώς έχει τη σημασία «μόνο», ενώ στο τρίτο «μόνο που». Και το απλά όμως χρησιμοποιείται κατά κόρον τα τελευταία χρόνια ως «μόνο (που)», λ.χ.:
Δεν σου έκανα παρατήρηση, απλά σου είπα μια φιλική γνώμη!
Γνωρίζω, απλά δεν μπορώ να σου πω.

Σημειωτέον ότι στη δεύτερη αυτή κατηγορία ανήκει και το ζεύγος άμεσα-αμέσως, που μας απασχόλησε στο προηγούμενο άρθρο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι λεξικογράφοι θα πρέπει να καταγράψουν την πραγματική χρήση των παραπάνω επιρρηματικών ζευγών. Αυτό υπαγορεύει ο περιγραφικός χαρακτήρας της λεξικογραφίας, όπου κανονικά γίνεται περιγραφή και όχι ρύθμιση της γλώσσας. Στο λεξικό είναι ανάγκη να περιγράφεται η πραγματική χρήση της γλώσσας και όχι να υπάγεται η γλώσσα σε ρυθμιστικούς κανόνες. Θα πρέπει να επισημαίνεται ό,τι πράγματι λέγεται και γράφεται και όχι ό,τι πιστεύει κάποιος ότι πρέπει να λέγεται και να γράφεται. Γι’ αυτό καλό είναι να μη δεσμεύεται ο συντάκτης λημμάτων από το περιεχόμενο κειμένων για τη θεωρούμενη σωστή χρήση της νέας ελληνικής. Προϋπόθεση, βέβαια, για την απόδοση της γλωσσικής πραγματικότητας είναι η διεξαγωγή λεπτομερών ερευνών. Στην προκειμένη περίπτωση, ενδελεχείς γλωσσικές μελέτες θα έδειχναν λ.χ. σε ποιον βαθμό έχει προχωρήσει η γλωσσική μεταβολή και πόσο συχνά διάφοροι επιρρηματικοί τύποι σε  χρησιμοποιούνται στη θέση των αντίστοιχων σε -ως. Για το απλά ως «μόνο (που)» είναι βέβαιο ότι η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα που παρουσιάζουν διάφορα κείμενα με οδηγίες για τη χρήση των εν λόγω επιρρηματικών ζευγών. Το απλά πάρα πολύ συχνά χρησιμοποιείται όπως παλαιότερα μόνο το απλώς. Το αδιάκριτα όμως λ.χ. πόσο συχνά λέγεται και γράφεται αντί για το αδιακρίτως; 

Επιπλέον, χρειάζεται να υπάρχει συνέπεια εκ μέρους του λεξικογράφου όταν πρόκειται για ομοειδείς περιπτώσεις. Για παράδειγμα, αν τα δεδομένα δείχνουν ότι και τα έκτακτα, αδιάκριτα χρησιμοποιούνται με τις σημασίες που είχαν παλιά μόνο τα εκτάκτως, αδιακρίτως, είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί η νέα σημασία στην περίπτωση και του ενός και του άλλου τύπου, εκτός αν συγκεκριμένα στατιστικά στοιχεία δείξουν ότι λ.χ. το αδιάκριτα αντί για αδιακρίτως είναι πολύ πιο συχνό από το έκτακτα αντί για εκτάκτως. Αν υποθέσουμε ότι δεν πληρούν αυτό το κριτήριο της συχνότητας και οι δύο τύποι αλλά μόνο ο ένας, τότε η αναγνώριση της νέας σημασίας μόνο του ενός στο λεξικό δεν συνιστά ασυνέπεια.

Τέλος, επιβάλλεται να ασχοληθεί ο συντάκτης λημμάτων και με το θέμα του υφολογικού χαρακτηρισμού ενός επιρρήματος σε  ή -ως, εφόσον η χρήση της μιας ή της άλλης κατάληξης ενδέχεται να υπαγορεύεται και από υφολογικά κριτήρια (λ.χ. σε επίσημο ύφος μπορεί να εμφανίζεται η κατάληξη -ως, ενώ σε ανεπίσημο η ).

Τα πιο καλά νεοελληνικά λεξικά (ΛΝΕΓ, ΛΚΝ και ΝΕΛ) στα περισσότερα από τα επιρρηματικά ζεύγη που είδαμε δεν δηλώνουν ότι οι τύποι σε –α χρησιμοποιούνται με σημασίες των αντίστοιχων σε -ως.

Στο ΛΝΕΓ, είτε σε πλαισιωμένο σχόλιο είτε χωρίς τέτοιο, κατά κανόνα τα παραπάνω επιρρήματα σε -α δηλώνονται ως διαφορετικά στη σημασία από τα αντίστοιχά τους σε -ως. Εξαιρέσεις αποτελούν δύο ζεύγη, το άδικα-αδίκως και το έξοχα-εξόχως: Το ΛΝΕΓ πληροφορεί σωστά ότι και το άδικα χρησιμοποιείται αντί για το αδίκως, ωστόσο παραδόξως δεν καταγράφει το ζεύγος έξοχα-εξόχως, ούτε στην 4η έκδοση, του 2012 (στο  ΛΝΕΓ το εξόχως χρησιμοποιείται σε ένα σημείο στο πλαισιωμένο σχόλιο με τίτλο ουσιαστικό–υπόσταση–όνομα–επίθετο: «Είναι εξόχως χαρακτηριστικά όσα γράφει ο Στέφ. Κουμανούδης […]»). 

Το ΛΚΝ (σημειωτέον ότι εκδόθηκε το 1998), αν και όχι με εκτός λήμματος σχόλια, που άλλωστε δεν προβλέπονται στο συγκεκριμένο λεξικό, σε γενικές γραμμές αντιμετωπίζει όπως το ΛΝΕΓ τα ευχάριστα-ευχαρίστως, ιδιαίτερα-ιδιαιτέρως, περίεργα-περιέργως, τέλεια-τελείως, έκτακτα-εκτάκτως, άγρια-αγρίως, άδικα-αδίκως, απλά-απλώς, άμεσα-αμέσως. Διαφοροποιείται όμως στα εξής δύο ζεύγη: Πρώτον, καταγράφει τα έξοχα-εξόχως, και μάλιστα δίνει σωστά τη μεταξύ τους διαφοράΔεύτερον, σχετικά με το αδιάκριτα-αδιακρίτως, το λεξικό της Θεσσαλονίκης δέχεται ότι τη σημασία «χωρίς διάκριση» εκφράζει όχι μόνο το αδιακρίτως αλλά και το αδιάκριτα.

Το ΝΕΛ (που εκδόθηκε το 1995) χονδρικά δίνει τις ίδιες πληροφορίες με αυτές του ΛΝΕΓ για τα ευχάριστα-ευχαρίστως, ιδιαίτερα-ιδιαιτέρως, τέλεια-τελείως, έκτακτα-εκτάκτως, αδιάκριτα-αδιακρίτως, απλά-απλώς, άμεσα-αμέσως, αλλά δεν καταγράφει τα περίεργα-περιέργως, εξόχως, άγρια-αγρίως, άδικα.

Το ΣΓΑ δεν σημειώνει τα ευχάριστα-ευχαρίστως, περίεργα-περιέργως, δίνει όμως σωστά τη διαφορά των ιδιαίτερα-ιδιαιτέρως, έξοχα-εξόχως, τέλεια-τελείως, σε γενικές γραμμές όπως το ΛΝΕΓ (εξαιρούνται τα έξοχα-εξόχως, που –σύμφωνα με τα προαναφερθέντα– περιέργως δεν δηλώνονται στο ΛΝΕΓ). Σχετικά με τα έκτακτα-εκτάκτως και τα άγρια-αγρίως, το ΣΓΑ δεν κάνει λόγο για τη χρήση των πρώτων τύπων στη θέση των δεύτερων, ως προς τα αδιάκριτα-αδιακρίτως όμως δηλώνει ότι μερικές φορές και το αδιάκριτα χρησιμοποιείται με τη σημασία «χωρίς διάκριση, ανεξαιρέτως» του αδιακρίτως. Τη χρήση των τύπων σε -α με σημασίες που έχουν οι αντίστοιχοι σε -ως αναφέρει το ΣΓΑ και στην περίπτωση των άδικα-αδίκως, απλά-απλώς. Για τα άμεσα-αμέσως και την αντιμετώπισή τους στο συγκεκριμένο λεξικό μιλήσαμε στο προηγούμενο άρθρο. 

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Καθώς ξαναδιαβάζω το κείμενο, έχω μια επιφύλαξη για το σημείο όπου αναφέρω ότι δεν χρησιμοποιείται το ιδιαίτερα με τη σημασία του «κατ’ ιδίαν» στη θέση του ιδιαιτέρως. Πράγματι, δεν βρήκα τέτοια παραδείγματα, ωστόσο δεν θα με ξένιζαν τόσο πολύ, όπως λ.χ. το Ευχάριστα (αντί ευχαρίστωςνα σου απαντήσω στην ερώτησή σου.

Κατά τα άλλα, ήταν συνειδητή η επιλογή μου να κινηθώ στον άξονα της συγχρονίας. Το άρθρο έχει λεξικογραφικό χαρακτήρα. Άλλωστε, δεν έχω στοιχεία για τη σημασιολογική διάκριση τέτοιων επιρρημάτων σε πολύ μακρινές εποχές του παρελθόντος, λ.χ. πριν από 80, 100 ή 150 χρόνια. Επιπλέον, δεν θα μπορούσα να έχω πρόσβαση στον προφορικό λόγο των εποχών εκείνων, ώστε να κάνω σύγκριση με το σήμερα.

Πάντως, ότι η τάση σε διαχρονικό επίπεδο ευνοεί την κατάληξη  φαίνεται από τα εξής αποσπάσματα του αρχικού κειμένου:
«Το απλά πάρα πολύ συχνά χρησιμοποιείται όπως παλαιότερα μόνο το απλώς».
«Στην προκειμένη περίπτωση, ενδελεχείς γλωσσικές μελέτες θα έδειχναν λ.χ. σε ποιον βαθμό έχει προχωρήσει η γλωσσική μεταβολή και πόσο συχνά διάφοροι επιρρηματικοί τύποι σε  χρησιμοποιούνται στη θέση των αντίστοιχων σε -ως».
Δεν νομίζω ότι στο μέλλον θα πάψει να υπάρχει η πρώτη κατηγορία. Ίσως κάποιο επιρρηματικό ζεύγος της ενταχθεί στη δεύτερη – και σίγουρα κάποτε η πρώτη κατηγορία περιελάμβανε περισσότερα ζεύγη από όσα σήμερα. Ούτως ή άλλως όμως, ο χώρος των προβλέψεων στη γλώσσα είναι σκοτεινός.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΛΕΞΙΚΩΝ

ΛΚΝ
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών / Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη 1998: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Θεσσαλονίκη: Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

ΛΝΕΓ
Μπαμπινιώτης Γ. 2012 (4η έκδοση): Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. (Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας).

ΝΕΛ
Kριαράς Ε. 1995: Νέο ελληνικό λεξικόΛεξικό της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας (Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών).

ΣΓΑ
Ιορδανίδου Ά. 2009: Συνηθισμένες γλωσσικές απορίες (Αθήνα: Άσπρη Λέξη).

21.6.13

Σχετικά με το «αμέσως» και το «άμεσα»

Ο Παντελής Μπουκάλας, ένας από τους καλύτερους σύγχρονους αρθρογράφους, υπογράφει το κείμενο «Αμέσως ή άμεσα;», που δημοσίευσε η «Καθημερινή» στο προχθεσινό της φύλλο. Το θέμα του άρθρου έχει συζητηθεί αρκετά στους κύκλους των φιλολόγων, των γλωσσολόγων, αλλά και γενικά όσων ενδιαφέρονται για τη γλώσσα. Πρόκειται για ορισμένα επιρρήματα που μπορεί να αλλάζουν σημασία ανάλογα με το αν η κατάληξη είναι -α ή -ως. Εν ολίγοις, άμεσα κανονικά σημαίνει «χωρίς μεσολάβηση», ενώ αμέσως «χωρίς χρονοτριβή». Παρόμοια επιρρηματικά ζεύγη είναι τα έκτακτα-εκτάκτωςαδιάκριτα-αδιακρίτως, ευχάριστα-ευχαρίστως κ.ά. Θα σχολιάσω μερικά μόνο σημεία του ενδιαφέροντος αυτού άρθρου.

Στη δεύτερη παράγραφο του κειμένου διαβάζουμε:
«[…] Ως προς αυτό το μόνο που αξίζει να ειπωθεί είναι πως ο μύδρος των «καθαρών» («εσείς οι μαλλιαροί θα καταντήσετε να λέτε σαφά το σαφώς«) δεν θα εξαπολυόταν αν οι λόγιοί μας είχαν προσέξει τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τους τραγικούς, τον Αριστοφάνη, τον Ξενοφώντα. Θα διαπίστωναν ότι όλοι τους χρησιμοποιούσαν συχνά το σάφα με την έννοια του σαφώς. Οι ανελλήνιστοι».
Δεν ξέρω αν πρόκειται κατ’ ανάγκην για μύδρο, πάντως θυμάμαι ότι μερικοί από όσους αντιδρούσαν κάποτε στη χρήση του άμεσα αντί του αμέσως, του αδιάκριτα αντί του αδιακρίτως κτλ. έλεγαν ειρωνικά ή χιουμοριστικά ότι σε λίγο και το σαφώς θα γίνει σαφά.

Κατά τη γνώμη μου, ένα τέτοιο ειρωνικό ή χιουμοριστικό σχόλιο δεν έχει βάση, γιατί ποτέ δεν τέθηκε θέμα σχετικά με την κατάληξη του επιρρήματος σαφώς. Το επίθετο οη σαφήςτο σαφές δίνει κανονικά επίρρημα σε -ώς. Η περίπτωση του επιρρηματικού τύπου ειλικρινά, που χρησιμοποιείται κατά κόρον μολονότι το επίθετο από όπου προέρχεται κλίνεται όπως το οη σαφήςτο σαφές, αποτελεί εξαίρεση. Αυτό που έλεγαν δηλ. οι «καθαροί» για τους «μαλλιαρούς» ήταν απλώς ένα αστείο.

Από την άλλη, το επιχείρημα ότι στην αρχαιοελληνική γραμματεία απαντά το σάφα με την έννοια του σαφώς δεν μου φαίνεται ισχυρό. Είδαμε προηγουμένως ότι δεν υφίσταται θέμα σχετικά με την κατάληξη του επιρρήματος σαφώς. Ωστόσο, και αν ακόμη εντοπίζεται το σάφα σε αρχαιοελληνικά κείμενα, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα ξένιζε το επίρρημα σαφά σήμερα. Ένας τέτοιος επιρρηματικός τύπος δεν θα είχε προκύψει ομαλά. Θα ήταν φυσικό λοιπόν να προσκρούει στο γλωσσικό αίσθημα ενός σύγχρονου ομιλητή, πράγμα που δεν μετριάζεται από τη χρήση, έστω και συχνή, του σάφα σε κείμενα της Αρχαίας Ελληνικής.  

Στην τρίτη παράγραφο του άρθρου του ο Π. Μπουκάλας γράφει σχετικά με τη χρήση του άμεσα αντί για αμέσως τα ακόλουθα:
«Πρόκειται πάντως για μία επιπλέον παραγωγή των χειλιών ή της γραφίδας όσων πιστεύουν ότι μπορούν να μιλήσουν σε πιο γνήσια δημοτική και από τον ίδιο τον δήμο. Και οι οποίοι δεν έμαθαν ποτέ ότι το πρώτο όργανο της ομιλίας και της γραφής είναι το αυτί: Ακούς όσο πιο προσεχτικά γίνεται και όσο περισσότερους μπορείς».
Ο αρθρογράφος πολύ εύστοχα επισημαίνει ότι το άμεσα ως επίρρημα αντί για αμέσως δεν είναι ένας γνήσιος τύπος της δημοτικής γλώσσας. Σε άλλα σημεία του κειμένου του μάλιστα κάνει λόγο για γλωσσικό λαϊκισμό, για υπερδημοτικιστές και για «ένα ημιλόγιο πλάσμα που αυτοπαρουσιάστηκε σαν λαϊκότερο του λαϊκού» (εννοείται το άμεσα ως επίρρημα με τη νεότερη σημασία του). Η εισαγωγή του άμεσα ως επιρρήματος συνώνυμου του αμέσως ή η ευρύτερη διάδοσή του με αυτή τη σημασία έγινε στο πλαίσιο του πολιτικού λόγου τη δεκαετία του ’80. Και είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι ένας αριστερός αρθρογράφος ξεφεύγει από τα γνωστά κουτάκια, από την ιδεολογική μονομέρεια που χαρακτηρίζει τον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα, και μιλάει για το φαινόμενο του γλωσσικού λαϊκισμού των υπερδημοτικιστών. Όσοι ζήσαμε τη δεκαετία του ’80 το θυμόμαστε. Ακόμη πιο θετικό είναι το ότι δεν μπαίνει στα γνωστά καλούπια ένας αρθρογράφος που λόγω ηλικίας έζησε την εποχή του γλωσσικού εμφυλίου. Το λέω αυτό εννοώντας ότι η δική μας γενιά σε σύγκριση με τους μεγαλύτερους συνήθως κρίνει πιο αντικειμενικά –έτσι νομίζω τουλάχιστον– τα γλωσσικά θέματα που σχετίζονται με την αντιπαράθεση καθαρεύουσας και δημοτικής. Είναι πολύ ευχάριστο λοιπόν να διαπιστώνει κανείς ότι και κάποιος μεγαλύτερος δείχνει ανάλογη στάση.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από το πώς εισήχθη το άμεσα ως επίρρημα στη Νέα Ελληνική, δεν παύει να αποτελεί και αυτό πλέον μια γλωσσική πραγματικότητα. Κατά συνέπεια, οφείλουμε να μην εθελοτυφλούμε, πρέπει να αναγνωρίσουμε δηλ. την ύπαρξή του, και εν συνεχεία να το περιγράψουμε σωστά. Στο πλαίσιο της προσπάθειας να περιγραφεί η χρήση των επιρρημάτων αμέσως και άμεσα, ο Π. Μπουκάλας γράφει:
«Το «αμέσως» εξακολουθεί να σημαίνει «αμέσως» και να ακούγεται ως απολύτως δεσμευτικό, ενώ το «άμεσα» είναι πολύ πιο χαλαρό».
Συναφώς, η Ά. Ιορδανίδου στις Συνηθισμένες γλωσσικές απορίες (Αθήνα 2009: Άσπρη Λέξη, σελ. 19) υποστηρίζει ότι το άμεσα, εκτός από «με άμεσο τρόπο (όχι έμμεσα)» (π.χ. Αίτηση απογραφής άμεσα ασφαλισμένου), σημαίνει και «στο άμεσο μέλλον» (π.χ. Ο Β΄ Δημοτικός Σταθμός πρέπει άμεσα να λειτουργήσει, διαφορετικά κόβεται η επιχορήγηση.), σε αντιδιαστολή με το αμέσως, που σημαίνει «πολύ γρήγορα, ακριβώς την επόμενη στιγμή» (π.χ. Αμέσως μετά το Πάσχα θα πάρουν στα χέρια τους οι υπουργοί ΠΕΧΩΔΕ και Οικονομίας το πόρισμα της επιτροπής.). Πρόκειται για άποψη (ή μάλλον για υπόθεση) η οποία αρχικά είχε διατυπωθεί από κάποιον που πήρε μέρος στο πρώτο σεμινάριο λεξικογραφίας της Άσπρης Λέξης, του 2008.

Βλέπω με επιφύλαξη τέτοιες παρατηρήσεις, έστω και αν μπορεί να έχουν βάση. Και αυτό γιατί εντοπίζονται παραδείγματα χρήσης του άμεσα που δεν ταιριάζουν πάντα με τις παραπάνω διακρίσεις και σημασίες. Εφόσον λ.χ. σε πολλά ρεπορτάζ αναφέρεται ότι ο τάδε ασθενής ή τραυματίας «άμεσα μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο», γιατί το άμεσα είναι πολύ πιο χαλαρό σε σύγκριση με το αμέσως, που ακούγεται ως απολύτως δεσμευτικό, σύμφωνα με τη διατύπωση του Μπουκάλα;  Δεν είναι δεσμευτικό εδώ το άμεσα; Επίσης, το άμεσα στο ίδιο παράδειγμα («άμεσα μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο») σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει «στο άμεσο μέλλον». Είναι προφανές ότι εν προκειμένω το άμεσαδεν διαφέρει από το αμέσως — άλλωστε, διαβάζουμε σε ειδήσεις και ότι ο τάδε «αμέσως μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο». Επιπλέον, στο αμέσως μετά το Πάσχα η χρήση του αμέσως αποτελεί και θέμα σύνταξης. Προσθέτω και ένα ακόμη παράδειγμα χρήσης του άμεσα που βρέθηκε μέσω διαδικτύου:
«»Εγώ αποχωρώ», τόνισε ο Έλληνας τεχνικός στη συνέντευξη Τύπου και έφυγε άμεσα χωρίς να προλάβουν οι εκπρόσωποι Τύπου να του κάνουν ερωτήσεις..»
Στο παράδειγμα αυτό, δεν ξέρω πώς μπορεί το άμεσα να θεωρηθεί ασθενέστερο, λιγότερο έντονο, πιο χαλαρό κτλ. από το αμέσως. Το κυριότερο, και στο ανωτέρω παράδειγμα θα ήταν εντελώς εσφαλμένο να ερμηνευθεί το άμεσα ως «στο άμεσο μέλλον».

Όσο για περιπτώσεις όπου λ.χ. σηκώνουμε το τηλέφωνο, κάποιος ζητάει τον κύριο τάδε που βρίσκεται δίπλα μας και εμείς απαντάμε μονολεκτικά «αμέσως», εκεί φαίνεται ότι ο γνήσιος λαϊκός τύπος είναι το αμέσως, γι’ αυτό και χρησιμοποιείται. Το άμεσα εισήχθη αργότερα, μέσω του πολιτικού λόγου, και σε ορισμένες χρήσεις δεν μπορεί να επικρατήσει.
Άλλα παραδείγματα, που επίσης βρέθηκαν μέσω διαδικτύου:
«Δεν έφτασε ποτέ στην μπάλα, αφού στου «δρόμου τα μισά» υπέστη τράβηγμα και άμεσα ζήτησε αλλαγή».
«Ο Σλοβένος άνοιξε το σκορ για τους γηπεδούχους στο 42ο λεπτό και άμεσα πήγε στον πάγκο της ομάδας και πήρε τη φανέλα με το όνομα του Μανώλη Στεφανάκου αφιερώνοντάς του το γκολ».
«Εισχωρεί εύκολα στο δέρμα με αποτέλεσμα άμεσα να το ανακουφίζει από την ξηρότητα, τον κνησμό, διάφορους ερεθισμούς, έκζεμα και ψωρίαση».
«Εγώ βέβαια συμμορφώθηκα άμεσα στην παρατήρηση του υπαλλήλου ότι δεν επιτρέπεται η φωτογράφιση στους χώρους του μετρό και σταμάτησα άμεσα τη φωτογράφιση».
Προσωπικά, αν έγραφα τα παραπάνω, θα επέλεγα το αμέσως αντί για το άμεσα. Πρόκειται όμως για αυθεντικά παραδείγματα χρήσης του άμεσα. Και αν σκοπός είναι η ακριβής περιγραφή του πώς χρησιμοποιούνται το άμεσα και το αμέσως τα όσα σχετικά διαβάζουμε στις Συνηθισμένες γλωσσικές απορίες, μολονότι βάσιμα, δεν είναι αρκετά.  Άλλωστε, στη Νέα Ελληνική σήμερα, σε κάποιον βαθμό, μικρό ή μεγάλο, υπάρχει επικάλυψη μεταξύ των άμεσα και αμέσως, η οποία όμως δεν φαίνεται καθόλου στο προαναφερθέν βιβλίο. Επομένως, η διάκριση μεταξύ άμεσα και αμέσως χρειάζεται ακριβέστερη περιγραφή και περαιτέρω αποσαφήνιση.

Φυσικά, η επιφύλαξη για την οποία έκανα λόγο παραπάνω δεν σημαίνει ότι συμμερίζομαι τα όσα γράφουν είτε σε λεξικά είτε σε άρθρα ή βιβλία από παλιά οι υποστηρικτές της απόλυτης διάκρισης μεταξύ άμεσα («χωρίς μεσολάβηση») και αμέσως  («χωρίς χρονοτριβή»). Η γλωσσική πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια έχει μεταβληθεί, επομένως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συστάσεις να αποφεύγουμε λ.χ. το άμεσα με τη σημασία «χωρίς χρονοτριβή» είναι ξεπερασμένες από την ίδια τη γλώσσα, έστω και αν ρόλο στη διαμόρφωση της τωρινής γλωσσικής πραγματικότητας ως προς το συγκεκριμένο θέμα έπαιξε και ο ιδεολογικός παράγοντας. Εξυπακούεται ότι ειδικά οι λεξικογράφοι πρέπει να παρακολουθούν και να αποτυπώνουν την πραγματική χρήση της γλώσσας, τη γλωσσική πραγματικότητα, όποια και αν είναι αυτή, είτε τους αρέσει είτε όχι. Ο αποκλεισμός μιας λέξης ή οποιουδήποτε άλλου γλωσσικού στοιχείου από ένα λεξικό θα πρέπει να βασίζεται σε άλλα κριτήρια.

Τέλος,  δεν φωτίζεται όλη η αλήθεια ούτε από αυτούς που ως προς τη διτυπία άμεσα-αμέσως κάνουν λόγο για την άποψη, τη θέση ή τη διάκριση Μπαμπινιώτη (έχω διαβάσει και τις 3 αυτές λέξεις). Πράγματι η άποψη Μπαμπινιώτη είναι ότι το άμεσα και το αμέσως διακρίνονται μεταξύ τους, εφόσον το πρώτο σημαίνει «απευθείας» και το δεύτερο «χωρίς καθυστέρηση». Ωστόσο, ας μη νομίσει κανείς ότι ο Μπαμπινιώτης είναι ο μοναδικός που υποστηρίζει τη διάκριση αυτή. Αναμφισβήτητα, με το σχετικό σχόλιο στο λεξικό του (καθώς και τα συναφή σχόλια για τα απλά-απλώς κτλ.) και την αρθρογραφία του έχει συνδιαμορφώσει –αν δεν έχει παίξει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωσή του– ένα συντηρητικό ρεύμα σκέψης ως προς το συζητούμενο και άλλα γλωσσικά θέματα. Αναντίρρητα, πολλά πλαισιωμένα σχόλια για τη χρήση της γλώσσας τα οποία περιλαμβάνει το λεξικό του χρειάζονται εκσυγχρονισμό — και τα σχόλια για τα απλά-απλώς κτλ. Ωστόσο, και άλλοι –όχι μόνο ο Μπαμπινιώτης– εδώ και χρόνια υποστηρίζουν ότι το άμεσα είναι διαφορετικό από το αμέσως, όπως το απλά από το απλώς κτλ. Σε μερικά επιρρηματικά ζεύγη, όπως παλαιότερα, έτσι και σήμερα η διαφορετική κατάληξη αντιστοιχεί σε διαφορετική σημασία, λ.χ. ευχάριστα-ευχαρίστως. Σε άλλες περιπτώσεις όμως, επιρρήματα σε -α χρησιμοποιούνται πλέον με σημασίες των αντίστοιχων επιρρημάτων σε -ως, λ.χ. άμεσα-αμέσως, απλά-απλώς. Όσοι και στις περιπτώσεις αυτές επιμένουν στην απόλυτη διάκριση μεταξύ των επιρρημάτων σε -α και σε -ως ουσιαστικά υποδεικνύουν την παλαιότερη χρήση τους. Εδώ πρόκειται για παλαιότερη γλωσσική πραγματικότητα και όχι για θέμα αποκλειστικά μπαμπινιωτικό. Είναι αξιοσημείωτο άλλωστε ότι και το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη και το νεοελληνικό λεξικό Κριαρά δέχονται την παλιά, την παραδοσιακή διάκριση μεταξύ του άμεσα και του αμέσως, αλλά και μεταξύ του απλά και του απλώς.

ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ

1) Το ότι δεν πρόκειται απλώς για την «άποψη Μπαμπινιώτη» φαίνεται και από τα εξής:

Η σχολική γραμματική Χατζησαββίδη (δες εδώ), που διδάσκεται σήμερα στο γυμνάσιο, στις σελίδες 100-101 γράφει ότι μερικές φορές οι επιρρηματικοί τύποι σε -ως διαφέρουν σημασιολογικά από τους αντίστοιχους σε -α και αναφέρει, με ορισμούς σημασιών και παραδείγματα χρήσης, μεταξύ άλλων το ζεύγος αμέσως («πολύ γρήγορα, χωρίς καθυστέρηση»)-άμεσα («απευθείας, χωρίς μεσολάβηση»).

Επίσης, η μεγάλη γραμματική Τριανταφυλλίδη, του 1941, στην παράγραφο 995 αναφέρεται στη σημασιολογική διαφορά μεταξύ επιρρημάτων σε -α και σε -ως και συμπληρώνει ότι «το χρονικό επίρρημα αμέσως λέγεται μόνο έτσι, σε -ως, ενώ το τροπικό λέγεται άμεσα αλλά στην ανάγκη και αμέσως, αντίθετο του έμμεσα ή εμμέσως».

2) Βρέθηκα σε γνωστό πολυκατάστημα και άκουσα μια ανακοίνωση με την οποία παρακαλούνταν ο κάτοχος του αυτοκινήτου με τον τάδε αριθμό πινακίδων «να το μετακινήσει άμεσα», γιατί εμπόδιζε την έξοδο από το πάρκινγκ. Λίγο αργότερα έγινε παρόμοια ανακοίνωση, και πάλι με χρήση του επιρρήματος άμεσα. Φυσικά, και εδώ το άμεσα δεν μπορεί να σημαίνει «στο άμεσο μέλλον», αλλά εκφράζει τη σημασία που άλλοτε δηλωνόταν μόνο με το αμέσως.

Ένας καλός φίλος υποστήριξε ότι όταν ζητάω από κάποιον να κάνει κάτι άμεσα, συνήθως εννοώ να το εντάξει στις βασικές του προτεραιότητες (μέσα στην επόμενη ώρα, εντός της ημέρας κτλ.), ενώ όταν του ζητάω να κάνει κάτι αμέσως, συνήθως εννοώ να παρατήσει οτιδήποτε άλλο και να το κάνει τώρα. Δεν είναι άστοχη αυτή η παρατήρηση, ωστόσο δεν ισχύει πάντοτε. Σε μερικές περιπτώσεις, το άμεσα και το αμέσως δεν διαφέρουν καθόλου μεταξύ τους, πράγμα που δεν γίνεται να μην αναφέρω αν θέλω να περιγράψω τη χρήση τους. Και πάντως στο παράδειγμα που προανέφερα, ο κάτοχος του τάδε αυτοκινήτου έπρεπε να παρατήσει οτιδήποτε άλλο και να μετακινήσει τότε το αυτοκίνητό του.

9.6.13

Πανελλαδικές εξετάσεις και αποστήθιση

Τις τελευταίες μέρες υπέπεσαν στην αντίληψή μου διάφορα δημοσιεύματα με θέμα τις πανελλαδικές εξετάσεις στα οποία γινόταν αναφορά μεταξύ άλλων στον ρόλο που παίζει η απομνημόνευση κειμένων εκ μέρους των υποψηφίων. Για παράδειγμα, ο Χρ. Χωμενίδης σε εξαιρετικό του άρθρο, από τα καλύτερα που διάβασα τελευταία, αναφέρει μεταξύ άλλων:
«Στο μάθημα της Ιστορίας, φερ’ ειπείν, οφείλεις να αποστηθίσεις καμιά τριακοσαριά σελίδες, με τα «και» και με τα κόμματά τους, ώστε το γραπτό που θα παραδώσεις να μοιάζει με φωτοτυπία του διδακτικού βιβλίου».
Επίσης, ο Μ. Γλέζος σε πρόσφατη δήλωσή του ζητάει να καταργηθούν οι εξετάσεις της αποστήθισης, όπως τις χαρακτηρίζει. Επιπροσθέτως, ο Δ. Φύσσας σε κριτική του για τα φετινά θέματα της έκθεσης κάνει λόγο μεταξύ άλλων για την αποστήθιση που απαιτείται. Ακόμη, ο Ά. Λαμπράκης σε περυσινό του άρθρο στηλιτεύει τη στείρα αποστήθιση στην οποία υποχρεώνονται οι υποψήφιοι στις πανελλαδικές, ενώ η Χρ. Κουλούρη σε φετινό άρθρο της αναφέρει μεταξύ άλλων: «Οι πανελλαδικές άλλωστε δεν απαιτούν παρά μόνο αποστήθιση». Και ο Γ. Γραμματικάκης, συγγραφέας του κειμένου που δόθηκε φέτος στους υποψηφίους στο μάθημα της έκθεσης, αναρωτιέται:
«Πώς έφτασαν τα παιδιά, στα πιο ξέγνοιαστα ίσως χρόνια τους, να τρέχουν από φροντιστήριο σε φροντιστήριο, να απομνημονεύουν αντί να σκέφτονται, πώς φτάσαμε στην εθνική υστερία που συνοδεύει τις εισαγωγικές εξετάσεις;»
Ας προσθέσω και κάτι αξιοσημείωτο, που ομολογώ ότι έμαθα λίγο πριν δημοσιεύσω αυτό εδώ το κείμενο και με έβαλε σε σκέψεις: Όπως γράφει η Χρ. Καλογεροπούλου,
«Στο μάθημα λοιπόν της Νεοελληνικής Γλώσσας, οι μαθητές φαίνεται να έχουν γράψει στην έκθεση με θέμα το περιβάλλον, αποστηθισμένες σελίδες από τη Βιολογία Γενικής Παιδείας, και γι’ αυτό το λόγο στάλθηκε ανάλογη εντολή από το Υπουργείο Παιδείας στους διορθωτές να θεωρούν τέτοιες απαντήσεις λαθεμένες. Ίσως κάπως έτσι να δικαιολογούνται οι χαμηλές βαθμολογίες. Η έλλειψη κριτικής ικανότητας όμως, πώς άραγε δικαιολογείται;»
Εύλογα ασκείται κριτική για τη μηχανική απομνημόνευση ή τη στείρα αποστήθιση πληροφοριών ή και ολόκληρων κειμένων ενός σχολικού βιβλίου στις πανελλαδικές εξετάσεις. Είναι άλλωστε βέβαιο ότι η αποστήθιση παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στην προετοιμασία ενός μαθητή για τις εξετάσεις αυτές. Ειδικά μάλιστα στο μάθημα της ιστορίας η επιτυχία είναι αδύνατη χωρίς απομνημόνευση εκτενών κειμένων. Κανονικά, θα έπρεπε να μηδενίζεται το γραπτό που απλώς αναπαράγει ό,τι γράφει το σχολικό βιβλίο. Όπως τυχαίνει να γνωρίζω, στα εκπαιδευτικά συστήματα μερικών χωρών πράγματι θα μηδενιζόταν ένα τέτοιο γραπτό. Και γενικότερα, χρειάζεται να ληφθούν από την πολιτεία μέτρα για την καταπολέμηση του εν λόγω φαινομένου και την ενθάρρυνση της κριτικής σκέψης των μαθητών. Επιβάλλεται οι μαθητές να ανατρέχουν σε πηγές, να συντάσσουν εργασίες, να απαντούν σε ερωτήσεις κρίσεως, να σκέφτονται κριτικά, αλλά και να καλλιεργούν την κριτική τους ικανότητα, και μάλιστα είναι αναγκαίο να συνεχίζεται αυτό και αργότερα, στα φοιτητικά χρόνια. Η εξάλειψη της στείρας εκμάθησης θα έπρεπε να αποτελεί προτεραιότητα στο πλαίσιο κάποιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης και πρώτο μέλημα ενός υπουργού παιδείας. Η αντιμετώπιση της λεγόμενης παπαγαλίας είναι ανάγκη να αποτελεί κοινό αίτημα των άλλων φορέων της εκπαιδευτικής κοινότητας, εκπαιδευτικών και γονέων.

Δεν ισχύει όμως αυτό που υποστηρίζεται από μερικούς, ότι δηλ. οι πανελλαδικές εξετάσεις απαιτούν μόνο αποστήθιση, και μάλιστα στείρα. Για παράδειγμα, με την αποστήθιση δεν μπορεί ένας μαθητής να μεταφράσει το αδίδακτο αρχαιοελληνικό κείμενο ούτε να γράψει έκθεση ή περίληψη. Ας δούμε πρώτα τα φετινά θέματα των αρχαίων ελληνικών. Ακόμη και αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι με την αποστήθιση ένας υποψήφιος θα αρίστευε στα θέματα που αφορούσαν το διδαγμένο κείμενο, πράγμα που δεν ισχύει σε καμία περίπτωση, το ερώτημα είναι το εξής: Με όπλο την απομνημόνευση πώς θα μπορούσε ένας μαθητής να αποδώσει στα θέματα που σχετίζονταν με το αδίδακτο κείμενο; Δεν είναι δυνατόν ένας μαθητής, βασισμένος μόνο στην αποστήθιση, να μεταφράσει το αδίδακτο κείμενο των Αρχαίων ούτε να απαντήσει σε ερωτήσεις γραμματικής και συντακτικού. Ακόμη και αν έχει αποστηθίσει λ.χ. μερικούς τύπους από τη σχολική γραμματική, είναι βέβαιο ότι η μετάφραση του αδίδακτου κειμένου απαιτεί κριτική ικανότητα. Αλλά και για να δοθούν απαντήσεις σε θέματα γραμματικής και συντακτικού χρειάζεται κριτική σκέψη. Ομοίως στην έκθεση, τη φετινή και των προηγούμενων ετών: Αποστηθίζοντας κάποιος δεν θα έγραφε ούτε καλή περίληψη ούτε καλή έκθεση, έστω και αν μερικοί μαθητές μπαίνουν στη διαδικασία να απομνημονεύουν στοιχεία, πληροφορίες ή και ολόκληρα κείμενα. Είναι βέβαιο ότι μόνη η αποστήθιση δεν εξασφαλίζει την επιτυχία ούτε στο συγκεκριμένο μάθημα. Η δικαιολογημένη αρνητική κριτική της στείρας αποστήθισης δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει σε απλουστευτικά συμπεράσματα, όπως ότι στις πανελλαδικές εξετάσεις επιτυχόντες είναι οι λεγόμενοι παπαγάλοι, ενώ αποτυχόντες όσοι σκέφτονται κριτικά. Η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη.