8.12.15

Ο απόλυτος και ασυμβίβαστος Νότης Σφακιανάκης

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Παρακολούθησα το βίντεο με την παρατήρηση του Σφακιανάκη στην Κουτσελίνη και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι αυτό που γράφει το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη ως παράδειγμα στο λήμμα ημιμάθεια.

Ποιος θέλει «να έχει βάση η αιτιολόγηση» της απουσίας του ν; Κάποιος που πιστεύει ότι με την προφορά του ν γίνεται… οξυγόνωση του εγκεφάλου!

25.11.15

Παραπληροφόρηση για τη γραμματική του δημοτικού


(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Καλό είναι να μην παραπληροφορούμε ούτε να συμβάλλουμε στην παραπληροφόρηση του κοινού κοινοποιώντας άκριτα κάτι που έτυχε να δούμε. Οι συγγραφείς της γραμματικής παραπέμπουν στη σελίδα 104, όπου αναφέρονται και οι λόγιοι τύποι:

Ενδιαφέρουσα είναι η σχετική συζήτηση που γίνεται στο γκρουπ «ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ». Εκεί ο φίλος Panagiotis Poutos γράφει εύστοχα τα εξής:
«Αυτή η φωτογραφία είναι παραπλανητική. Είναι ύποπτο το γεγονός ότι είναι “κομμένη” ώστε να μη φανεί ότι γίνεται αναφορά στους λόγιους τύπους».

ΠΡΟΣΘΗΚΗ (26/11)

Με προβληματίζει το γεγονός ότι η παραπλανητική φωτογραφία που ανήρτησε η κυρία Andrianna Zarakeli έχει κοινοποιηθεί πάνω από 145 φορές ως τώρα.

Διάβασα και αρκετά από τα σχόλια που έχουν γίνει. Επικρατεί απίστευτη σύγχυση. Για παράδειγμα, η ίδια η κυρία Α. Ζ. γράφει στις 24/11 ότι «θα ξεκινήσουμε με την κατάργηση της 25ης Μαρτίου – στη γενική “του Μαρτιού”». Τι στρεβλώσεις είναι αυτές! Το μόνο βέβαιο είναι ότι έχουμε υλικό για να γράφουμε…

Δεν ισχυρίζομαι φυσικά ότι δεν υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις σε σχολικά βιβλία. Όμως, αυτοί που γράφουν επικριτικά και ειρωνικά σχόλια δεν έκαναν το στοιχειώδες: Να ανατρέξουν στην ίδια την πηγή, στη σχολική γραμματική (σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή), ώστε να διαπιστώσουν αν η κυρία Α. Ζ. έχει δίκιο. Αυτό θα έπρεπε να μας μαθαίνει το σχολείο. Πρόκειται για κάτι ασυγκρίτως πιο σημαντικό από τον όποιο τύπο γενικής του επιθέτου «βαθύς».

Μήπως το ίδιο δεν έκαναν κάποιοι και το 2012, τότε που πίστεψαν ότι στην ίδια γραμματική έχουν… καταργηθεί μερικά γράμματα; Κοινοποιούσαν αβασάνιστα ό,τι διάβαζαν εδώ κι εκεί.

Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι η κυρία Α. Ζ. έκανε “like” σε ένα σχόλιο σύμφωνα με το οποίο αυτά τα βιβλία μπορεί να είναι γραμμένα από Βούλγαρους, Τούρκους και άλλους, αλλά πάντως όχι από Έλληνες. Μιλάμε για τόσο σοβαρή κριτική!

Να τι γράφει το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη (http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/onomatiko/adjectives.html) – η εικόνα είναι του κυρίου Κώστα Βαλεοντή και έχει δημοσιευθεί στο «ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ»:


Ο δήθεν ευτελισμός της γλώσσας μας


(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Σήμερα η «Καθημερινή» δημοσιεύει άλλη μία από τις γνωστές, απίθανες επιστολές αναγνωστών της για θέματα γλώσσας:



»Σε σύντομο όμως χρονικό διάστημα, είτε πρόκειται για “έναν” είτε για “πολλούς”, σχεδόν οι πάντες χρησιμοποιούν το “ήταν” π.χ. «περί τους 38 οι πνιγέντες από την ανατροπή της βάρκας”. Δεν αξίζει, άραγε, να αναλάβετε την αποτροπή και αυτού του ευτελισμού της γλώσσας μας;».

Δεν θα ασχοληθώ με ειδικά θέματα όπως το πότε πρωτοεμφανίζεται το «ήταν» ως τύπος του πληθυντικού και το αν πράγματι «σε σύντομο χρονικό διάστημα» έφτασε να χρησιμοποιείται έτσι σχεδόν από όλους.

Ο συντάκτης της επιστολής δεν μας εξηγεί γιατί είναι δείγμα ευτελισμού να χρησιμοποιείται ο ίδιος ρηματικός τύπος στον ενικό και τον πληθυντικό. Να υποθέσω ότι με την ίδια λογική θεωρεί ευτελισμό της αρχαίας ελληνικής το γεγονός ότι το «ἔλυον» μπορούσε να είναι τύπος είτε του πρώτου ενικού είτε του τρίτου πληθυντικού; Άλλη περίπτωση: Στον παρατατικό του αρχαίου «εἰμί» το «ἦν» είναι είτε δευτερεύων τύπος στο πρώτο ενικό είτε ο τύπος του τρίτου ενικού. Ευτελισμός κι αυτό;

Η διαπίστωση του επιστολογράφου ότι το νεοελληνικό «ήταν» στον πληθυντικό χρησιμοποιείται σχεδόν από όλους αποτελεί περιγραφή της γλωσσικής πραγματικότητας, με την οποία δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να συγκρουστούμε.

Επίσης, δεν καταλαβαίνω πώς μια εφημερίδα θα μπορούσε να «αναλάβει» την αποτροπή της χρήσης του «ήταν» στον πληθυντικό. Τι να κάνει δηλαδή ο διευθυντής της εφημερίδας, να δώσει την οδηγία σε όλους τους δημοσιογράφους να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το «ήσαν» στον πληθυντικό; Και για ποια άλλα δείγματα δήθεν ευτελισμού της γλώσσας θα δίνονταν παρόμοιες οδηγίες; Πάντως, ακόμη κι αν η «Καθημερινή» αναλάμβανε μια τέτοια πρωτοβουλία, η γλωσσική πραγματικότητα δεν θα άλλαζε τόσο εύκολα.

Ας δεχτούμε ότι η γλωσσική μεταβολή δεν αξιολογείται αρνητικά με γλωσσολογικούς όρους, ότι δεν είναι ευτελισμός, όπως νομίζει ο αναγνώστης της εφημερίδας, και ας ασχολούμαστε με πιο ουσιαστικά γλωσσικά θέματα.

18.11.15

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (6)

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Τις τελευταίες μέρες είχα μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για γλωσσικά θέματα με έναν από τους γλωσσολόγους που μου κάνουν την τιμή να σχολιάζουν διάφορα σημειώματά μου και να απαντούν σε απορίες μου, τον Αθ. Μιχάλη. Παρακάτω δημοσιεύω τη συζήτησή μας. Οι απαντήσεις του ήταν αναλυτικότατες, όπως πάντα. Είναι απόλαυση να διαβάζω τέτοια κείμενα. Όταν φτιάχτηκε αυτό το γκρουπ, τέτοια κείμενα ήθελα να φιλοξενούνται εδώ! Οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Θανάση για τον χρόνο που διέθεσε.

― Διαβάζω σε εφημερίδες αρκετές επιστολές αναγνωστών που αφορούν γλωσσικά θέματα. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για επιστολές διαμαρτυρίας για τη χρήση της νεοελληνικής γλώσσας. Με δεδομένο ότι έχεις ασχοληθεί με το γλωσσικό λάθος, φαντάζομαι ότι τέτοια κείμενα έχουν μεγάλο γλωσσολογικό ενδιαφέρον για σένα. Πρόσφατο παράδειγμα οι «Γλωσσικοί βαρβαρισμοί». (Πηγή: εδώ)

― Είναι αλήθεια, Βασίλη, ότι η χρήση της γλώσσας και οι γλωσσικές επιλογές ενός ομιλητή αποτελούν κριτήριο αξιολόγησης της μόρφωσής του και γενικότερα της προσωπικότητάς του για πολλούς συνομιλητές του. Η γλώσσα του κάθε ατόμου (ως ιδιόλεκτος) αποτελεί τελικά ενδείκτη πολλών διαστάσεων της ταυτότητάς του ή –να το πω διαφορετικά– ένδειξη διαφορετικών ταυτοτήτων του, εθνικής, εθνοτικής,  γεωγραφικής, ηλικιακής αλλά και κοινωνικής, καθώς αντανακλά το μορφωτικό του επίπεδο. Μόνο που διαφοροποιούνται τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία κάθε άτομο αξιολογεί τη γλωσσική χρήση και τις γλωσσικές επιλογές των συνομιλητών του: άλλοι αξιολογούν με βάση τους τύπους της αρχαίας ελληνικής και κάθε απόκλιση από αυτούς τη θεωρούν βαρβαρισμό, άλλοι κρίνουν βάσει των οδηγών χρήσης της γλώσσας που κυκλοφορούν, το περιεχόμενο των οποίων αναπαράγεται και στις τηλεοπτικές εκπομπές, άλλοι βάσει της προτυποποίησης της γλώσσας από τους συγγραφείς των σχολικών γραμματικών κάθε περιόδου. (Ακούω γνωστούς μου να λένε ότι «μπορεί ο Τριανταφυλλίδης να μη δεχόταν το “αγαπιόμασταν”, ο Χατζησαββίδης το δέχεται». Άρα, αν δεν το δεχόταν ούτε ο Χατζησαββίδης, θα λέγαμε «αγαπιόμαστε» με αναφορά στη χρονική βαθμίδα του παρελθόντος;) Κάθε γλωσσολόγο και κάθε μελετητή της διδακτικής μεθοδολογίας της πρώτης –ή, ειδικότερα, της πρότυπης γλώσσας– τους ενδιαφέρει η κοινωνιογλωσσική διάσταση του επιστημονικού του πεδίου, δηλαδή τα κριτήρια αξιολόγησης της γλωσσικής χρήσης από τους φυσικούς ομιλητές, η ιδεολογική διάσταση της γλωσσικής αξιολόγησης, οι κυρίαρχες γλωσσικές ιδεολογίες και ιδεολογήματα σε μια γλωσσική κοινότητα. Τον γλωσσολόγο τον ενδιαφέρει, πιστεύω, καθώς οι κυρίαρχες γλωσσικές ιδεολογίες καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τη συχνότητα εμφάνισης κάποιων τύπων και κάποιων δομών σε επίπεδο E-language σε δεδομένη χρονική περίοδο, η οποία εξωτερική γλώσσα αναμένεται να επηρεάσει τη γλωσσική διαίσθηση των ομιλητών της επόμενης γενιάς, άρα αντανακλά την κατεύθυνση των γλωσσικών μεταβολών. Τον διδακτικολόγο της γλώσσας τον ενδιαφέρει η κυρίαρχη γλωσσική ιδεολογία τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού των διδακτικών παρεμβάσεων, των πρακτικών κριτικού γραμματισμού και διαμόρφωσης της γλωσσικής επίγνωσης, ώστε να αναδειχθούν οι γλωσσικοί μύθοι, αλλά και σε επίπεδο αξιολόγησης της βαρύτητας του γλωσσικού λάθους, δεδομένου ότι πέραν του βασικού κριτηρίου της κατανοησιμότητας, η αποδεκτότητα ενός τύπου κρίνεται μεταξύ άλλων και σε επίπεδο γλωσσικού καθωσπρεπισμού.

Πάντως, Βασίλη, η μίμηση της γλώσσας τηλεοπτικών προσώπων παρατηρείται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα. Βλέπω τον επιστολογράφο να απορρίπτει τη φράση «επί τα χείρονα», προτάσσοντας τη δομή «επί τα χείρω», η οποία ακούγεται σε πολλές συνεντεύξεις πολιτικών ή επιστημόνων στην τηλεόραση. Αλλά, τι λάθος υπάρχει στη φράση «επί τα χείρονα»; Είναι λιγότερο καλή για γλωσσικό δάνειο ή δείκτη αρχαιομάθειας ή ένδειξη γλωσσικού καλλωπισμού; Βάσει της αρχαίας γραμματικής λάθος δεν είναι πάντως.

― Ο συντάκτης της συγκεκριμένης επιστολής φαίνεται να συμμερίζεται την άποψη ότι η γνώση της αρχαίας ελληνικής εξασφαλίζει τη σωστή χρήση της νέας ελληνικής. Έχει γλωσσολογική βάση μια τέτοια άποψη με δεδομένο ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά γλωσσικά συστήματα;

― Όπως γνωρίζεις ως γλωσσολόγος, Βασίλη, κάθε φυσική γλώσσα κατακτάται και μαθαίνεται (την κατάκτηση και τη μάθηση ας τις δούμε ως τεχνικούς όρους). Η κατάκτηση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της γλωσσικής κοινότητας, ενώ η μάθηση σε εκπαιδευτικό πλαίσιο, καθώς περιλαμβάνει συστηματική διδασκαλία συγκεκριμένων κάθε φορά φαινομένων και διόρθωση λαθών. Αυτοί θεωρώ ότι είναι οι όροι της γνώσης μιας φυσικής γλώσσας, η οποία χρησιμοποιείται σε μια κοινότητα ως επίσημος κώδικας επικοινωνίας. Δηλαδή η καθημερινή έκθεση του μαθητή σε γλωσσικά δεδομένα και σε διαφορετικά επίπεδα λόγου ενισχύει τους όρους γλωσσικής κατάκτησης, ενώ η διδασκαλία γλωσσικών φαινομένων και επικοινωνιακών δεξιοτήτων συμβάλλει στη συνειδητοποίηση μορφοσυντακτικών δομών και συστημάτων, στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου, στην καλλιέργεια πρακτικών γραμματισμού και παραγωγικών και προσληπτικών επικοινωνιακών δεξιοτήτων (ανάγνωση, γραφή, ακρόαση, ομιλία). Επομένως, η γνώση άλλων γλωσσών (ζωντανών ή νεκρών, ευρέως ή λιγότερο ομιλουμένων, ισχυρών ή ασθενών) δεν αποτελεί προϋπόθεση επαρκέστερης γνώσης ενός άλλου γλωσσικού συστήματος, όπως και εσύ ανέφερες. Φυσικά, η γνώση μιας δεύτερης γλώσσας από κάποιον ομιλητή ή η γνώση μιας διαλεκτικής ποικιλίας που υπάγεται στην ίδια γλώσσα μπορεί να ενισχύσει τη συνειδητοποίηση ή την κατανόηση ενός φαινομένου της πρώτης γλώσσας του συγκεκριμένου ομιλητή, μπορεί να ενδυναμώσει τη γλωσσική του επίγνωση για διάφορα ζητήματα σχέσεων και διαφορών μεταξύ γλωσσών. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι αποτελεί όρο ή προϋπόθεση γνώσης της μητρικής του γλώσσας. Αυτό ακριβώς πιστεύω ότι συμβαίνει στη σχέση μεταξύ αρχαίας και νέας ελληνικής. Η γνώση της αρχαίας ή της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας είναι δυνατό να συμβάλει στην επίλυση μεμονωμένων αποριών ενός ομιλητή για ζητήματα ετυμολογίας, για ζητήματα ορθογραφίας, για ζητήματα γλωσσικών διτυπιών και υφολογικών ποικιλιών, για την ερμηνεία ανώμαλων τύπων και για την κλίση υποσυστημάτων κατά τα λόγια πρότυπα, για ετυμολογικά σημασιολογικά ζεύγη (πτέρυγα / φτερούγα), για φαινομενικούς ανορθολογισμούς σε κάποιους γλωσσικούς τύπους οφειλόμενους στην καθιερωμένη από παλαιότερες περιόδους γλωσσική χρήση (π.χ. γιατί υπάρχει ο τύπος «παραλήφθηκε» ή ο τύπος «καταλήφθηκε» ή «συμπεριλήφθηκε» και δεν είναι ιδιαίτερα δόκιμοι οι τύποι «συλλήφθηκε», «εκλήφθηκε» ή «καταλήφτηκε», «συμπεριλήφτηκε» κ.λπ). Ωστόσο, επαναλαμβάνω, η γνώση της ιστορίας μιας γλώσσας ή παλαιότερων μορφών της ή των γλωσσικών της προγόνων δεν αποτελεί συνθήκη κατάκτησης των σύγχρονων μορφών της, με άλλα λόγια ο Ιταλός δε χρειάζεται να ξέρει λατινικά για αν μιλήσει ιταλικά σε οποιοδήποτε υφολογικό επίπεδο ή ο Άγγλος αρχαία γερμανικά ή μεσαιωνικά γαλλικά κ.ο.κ.

― Έχει υποστηριχθεί ότι η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση τους μαθητές ως προς τη χρήση της νέας ελληνικής. Συζητήσαμε για το αν τα αρχαία είναι χρήσιμα ως προς αυτό. Είναι όμως και επιβλαβή; Έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο;

― Ως προς το ερώτημα αν η γνώση των αρχαίων ελληνικών θα μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση, θα πω τα εξής. Η γνώση των αρχαίων ελληνικών αφ’ εαυτής (ρίχνω κι εγώ το λόγιο τύπο μου), δηλαδή ως αποκλειστικά γλωσσική γνώση, νομίζω ότι δεν μπορεί να ασκήσει καταλυτική επίδραση. Ωστόσο, αν η γνώση αυτή συνδεθεί με ιδεολογικές συνυποδηλώσεις, δηλαδή η αρχαία ελληνική αποκτήσει ένα ιδιαίτερο κύρος ως μητέρα γλώσσα, ως ανώτερη γλωσσική μορφή, της οποίας παρεφθαρμένη μορφή είναι η σημερινή γλώσσα, αυτό το πρεστίζ, απόρροια ιδεολογιών γλωσσικού καθαρισμού ή γλωσσικού εθνικισμού, είναι δυνατό να έχει αρνητικές συνέπειες. Τι εννοώ; Όταν μια γλώσσα έχει περιβληθεί με επικοινωνιακό γόητρο [αυτό συμβαίνει και με νεκρές γλώσσες ενίοτε (assosiated languages είναι ένας όρος κοινωνιογλωσσικός που αναφέρεται σε αυτές)], τότε το φαινόμενο της μεταφοράς γλωσσικής γνώσης αντί να έχει τη λογική φορά από τη μητρική γλώσσα προς τη δεύτερη είναι δυνατό να έχει την αντίστροφη φορά. Και η αρχαιολαγνία να οδηγήσει σε καταστάσεις και σε φαινόμενα ενδογλωσσικής εναλλαγής κωδίκων και ενδογλωσσικής γλωσσικής μετακίνησης για λόγους κοινωνικού γοήτρου ή υπόρρητων ιδεολογικών επιλογών. Δηλαδή λόγιοι τύποι να μη χρησιμοποιούνται μόνο σε περιπτώσεις που έχουν ενταχθεί στο σύστημα ως υφολογικές ποικιλίες («πόλεως», «πραγματοποιείτο») ή ως μοναδικοί τύποι («καθίστατο», «επετίθετο»), αλλά ως δείκτες επικοινωνιακού ή κοινωνικού κύρους και υψηλής ποικιλίας, αν και δεν ανήκουν στο σύστημα, όπως «συνεζητήθη», «ερωτήθη». Και βλέπουμε σε κείμενα αξιοποίηση στρατηγικών όπως η υπερδιόρθωση ή η αναλογική υπεργενίκευση σε τύπους όπως «(η απόφαση) επάρθη» και πλήθος άλλων. Αυτές οι γλωσσοϊδεολογικές επιλογές πράγματι είναι δυνατό να οδηγήσουν τους φυσικούς ομιλητές σε σύγχυση ως προς τη μορφή της υψηλής ποικιλίας, των τύπων που ανήκουν σε αυτή, αλλά και γενικότερη αδιαφάνεια ως προς τη λειτουργία και την κατανομή της αύξησης ή άλλων φαινομένων.

― Το «υπέγραψε» ως τύπος προστακτικής μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ένας ομιλητής «δεν ξέρει την ελληνική γλώσσα»; Βλέπω ότι η επισήμανση γλωσσικών λαθών ή αποκλίσεων γίνεται συνήθως με ένταση και μάλλον παραβλέπεται το γεγονός ότι η γλώσσα μεταβάλλεται.

― Πράγματι, όταν στη γλώσσα υπάρχει πολυτυπία σε κάποια υποσυστήματα, είναι λογικό οι φυσικοί ομιλητές κατά τη γλωσσική κατάκτηση να διαμορφώνουν ποικιλίες εσωτερικών γραμματικών. Και προκειμένου για τύπους χαμηλής συχνότητας εμφάνισης να δημιουργούν νέους τύπους μέσω στρατηγικών υπεργενίκευσης, επανανάλυσης, υπερδιόρθωσης, σύμφυρσης και άλλων. Η δημιουργία των νέων τύπων σημαίνει δημιουργία νέων ποικιλιών στη διάθεση της επόμενης γενιάς, νέα γλωσσικά δεδομένα, τα οποία ενισχύουν την ένταξη των νέων τύπων στην εσωτερική γραμματική των ομιλητών της επόμενης γενιάς, άρα σε δημιουργία προϋποθέσεων για γλωσσική μεταβολή. Οι τύποι αυτοί ενδέχεται να καθιερωθούν και τότε θα παρατηρηθεί πραγματοποίηση της γλωσσικής μεταβολής ή η καθιέρωσή τους θα καθυστερήσει, θα παραταθεί ή και θα ακυρωθεί μέσω ανασχετικών μηχανισμών, όπως η γλωσσική διδασκαλία πρότυπων τύπων, τα γλωσσικά πρότυπα που προβάλλονται από ειδικούς ή από εγχειρίδια γλωσσικής χρήσης, τηλεοπτικές εκπομπές κ.λπ. Επ’ ουδενί, ωστόσο, όπως γνωρίζεις, Βασίλη, η γνώση της γλώσσας δεν ταυτίζεται με τη χρήση ελάχιστων τύπων ή με την ποινικοποίηση συγκεκριμένων ποικιλιών. Η γνώση της γλώσσας συνιστά ένα πολυδιάστατο φαινόμενο που συνδέεται με την κατάκτηση των δομικών συστημάτων και υποσυστημάτων μιας γλώσσας (ελάχιστο τμήμα των οποίων είναι οι εξαιρέσεις ή τα λόγια εσωτερικά δάνεια), η γνώση του λεξιλογίου όχι μόνο σε επίπεδο βασικού λεξιλογίου αλλά και απαιτητικού / επεξεργασμένου λεξιλογίου, η καλλιέργεια συγγραφικών και αναγνωστικών δεξιοτήτων μέσω ανάπτυξης προσυγγραφικών και μετασυγγραφικών στρατηγικών ή στρατηγικών αποκωδικοποίησης, κατανόησης και ερμηνείας λόγου, η συνειδητοποίηση των συμβάσεων των βασικών κειμενικών ειδών σε μια γλωσσική κοινότητα, η προσαρμογή του λόγου σε πολλαπλά επίπεδα ύφους. Ωστόσο, είναι σύνηθες φαινόμενο σε πάρα πολλές γλωσσικές κοινότητες η σύνδεση της γλωσσικής γνώσης με περιορισμένο αριθμό τύπων και αξιολόγησή της με ετερόκλητα και αλληλοσυγκρουόμενα ενίοτε κριτήρια (αρχαίοι τύποι, λογοτεχνικός λόγος, δημοσιογραφικός λόγος κ.λπ). Πρόσφατα, ακούσαμε και μομφές κατά των γλωσσικών εγχειριδίων από κοινοβουλευτικά μετερίζια λόγω της διδασκαλίας διαδικαστικών κειμένων (οδηγίες χρήσης) αντί του δημοτικού τραγουδιού, το οποίο αποτελεί κατά τον βουλευτή βάση της δημοτικής. Εδώ φαίνεται η σύγχυση, αλλά και η υποκειμενικότητα των κριτηρίων. Είναι σήμερα η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού πρότυπο λόγου; Και το δημοτικό τραγούδι αποτελεί βάση της δημοτικής; Ποιας δημοτικής; Αν θεωρήσουμε σωστή την επισήμανση του Mirambel για πενταγλωσσία την εποχή του Μεσοπολέμου, το δημοτικό τραγούδι ίσως είναι βασικό δομικό στοιχείο της καλούμενης καθαρής δημοτικής, όχι της ψυχαρικής ούτε της αστικής ή της νεοδημοτικής, συνέχεια των οποίων αποτελεί η σημερινή μορφή της γλώσσας μας. Επομένως, τύποι, όπως «υπέγραψε», «πιο καλύτερος», «όλους όσους ήρθαν» κ.λπ. δεν αποτελούν κριτήρια γνώσης της γλώσσας, παρόλο που για λόγους γλωσσικού καθωσπρεπισμού, κατά τον Leech, οι καλλιεργημένοι ομιλητές, για να μην κακοχαρακτηριστούν, αποφεύγουν τη χρήση των τύπων αυτών, άσχετα με το γεγονός αν πράγματι τους θεωρούν εσφαλμένους ή όχι.

― Από την άλλη, υπάρχουν και λάθη που δεν σηματοδοτούν κάποια γλωσσική μεταβολή, έτσι δεν είναι;

― Πράγματι, πολλοί τύποι που αποκαλούνται λάθη αποτελούν δείγματα γένεσης μιας γλωσσικής μεταβολής, καθώς οι στρατηγικές παραγωγής των τύπων αυτών (αναλογία, υπεργενίκευση, επανανάλυση) αποτελούν μηχανισμούς γλωσσικής αλλαγής. Για παράδειγμα, ο τύπος «εκρήχτηκε» ως τύπος οφειλόμενος σε υπεργενίκευση του κυρίαρχου δομικού παραδείγματος της παθητικής φωνής μπορεί να αποτελεί δείγμα γλωσσικής μεταβολής. Τύποι, όμως, εσφαλμένης χρήσης λόγιων δάνειων εκφράσεων δυσκολότερα μπορούν να συνδεθούν με γλωσσικές μεταβολές (π.χ. τύποι όπως «εκ των ουκ άνευ» δε νομίζω ότι συνδέονται με κάποια συντακτική μεταβολή ούτε λάθη όπως «εκράγηκε» με μορφολογική μεταβολή). Αν θυμάμαι καλά, υπάρχει σχετικό άρθρο του Γιώργου του Ξυδόπουλου στις «Μελέτες για την ελληνική γλώσσα» του 2004. Και αυτονόητο είναι ότι σαρδάμ, ολισθήματα και τέτοιου είδους σφάλματα (slips, mistakes) δεν είναι δείγματα αλλαγής. Το ίδιο συμβαίνει και με σφάλματα ομιλητών που για διάφορους λόγους χαρακτηρίζονται από χαμηλό επίπεδο κοινωνιογλωσσικής ικανότητας και δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν την υψηλή ποικιλία όπου αυτή απαιτείται. Αυτά τα λάθη δεν προοιωνίζονται (καλά δεν το ’πα; ) γλωσσική μεταβολή.

― Πρόσφατα πήρες μέρος στο Πανελλήνιο Γλωσσολογικό Συνέδριο «Τζαρτζάνεια 2015». Θα ήθελες να μας μεταφέρεις τις εντυπώσεις σου και να μας πεις δυο λόγια για τη δική σου ανακοίνωση;

― Τα φετινά Τζαρτζάνεια είχαν θέμα την πρώτη γλώσσα και την πολυγλωσσία στην εκπαίδευση. Ήταν η πρώτη φορά που συμμετείχα στα συνέδριο αυτό. Αν και πανελλήνιο και όχι διεθνές και με σχετικά μικρή συμμετοχή, χωρίς παράλληλες συνεδρίες, η εμπειρία μου ήταν πάρα πολύ καλή. Οι εισηγήσεις ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, αξιόλογες, ενώ στο τέλος κάθε συνεδρίας o προβληματισμός ήταν γόνιμος και ουσιαστικός μέσα από πολύ διεισδυτικές συζητήσεις. Την πρώτη μέρα πραγματοποιήθηκαν οι εισηγήσεις του Αργύρη του Αρχάκη για τα αφηγηματικά κείμενα, την τυπολογία τους και την καλλιέργεια πρακτικών κριτικού γραμματισμού μέσα από τη διδασκαλία τους, του Γιώργου του Ξυδόπουλου με την Κούλα την Τζωρτζάτου για το ιδεολογικό υπόβαθρο των ορθογραφικών προτάσεων από τα νεοελληνικά λεξικά, της Βιβής της Θώμου για τη διδασκαλία του λεξιλογίου με την αξιοποίηση θεωριών της γνωσιακής γλωσσολογίας και του Θανάση του Νάκα για το σύστημα των μετοχών στη νέα ελληνική. Ήταν όλες εξαιρετικές και από όλες μάθαμε καινούργια πράγματα. Την επόμενη μέρα υπήρχαν πολύ καλές εισηγήσεις για τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας και για τη διδασκαλία άλλων γλωσσών, οι οποίες έθιγαν ακανθώδη ζητήματα, όπως η χρήση της μητρικής κατά τη διδασκαλία μιας δεύτερης γλώσσας, ζητήματα διαθεματικότητας και μεταφοράς μάθησης, τα προβλήματα στην οργάνωση και το σχεδιασμό των διδασκαλιών και του εκπαιδευτικού υλικού (εισήγηση έκαναν ο Γιώργος ο Ανδρουλάκης με την ομάδα του, η Άσπα η Χατζηδάκη, η Ευγενία η Βασιλάκη μεταξύ άλλων), ενώ το βράδυ της ίδιας μέρας πολύ ενδιαφέροντα ήταν τα εργαστήρια για τη διδασκαλία πολυτροπικών κειμένων και του κριτικού γραμματισμού, που οργάνωσε ο Κώστας ο Ντίνας και η κ. Παπαδοπούλου με ομάδα φιλολόγων. Μην ξεχάσω να τονίσω πόσο πολύ άρεσε το θεατρικό δρώμενο της πρώτης μέρας, ένα απόσπασμα από τη «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου, στο οποίο πρωταγωνίστησαν μαθητές γυμνασίου της περιοχής. Η δική μου εισήγηση αφορούσε μια κριτική επισκόπηση των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών της γλώσσας του 2011 στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με άξονα τον κριτικό γραμματισμό, την πολυτροπικότητα, αλλά και ψυχοπαιδαγωγικές παραμέτρους (διαδικαστικά προγράμματα με δυνατότητα συνδιαμόρφωσης από εκπαιδευτικούς και μαθητές και με έμφαση στην καλλιέργεια ατομικών στρατηγικών, συγγραφικών και αναγνωστικών). Έγινε προσπάθεια να αναδειχθεί η συνεισφορά και οι καινοτομίες του προγράμματος σπουδών, η λειτουργικότητά του στη διδακτική πράξη, ενώ κατατέθηκαν και βελτιωτικές προτάσεις.

22.10.15

Το πολύτιμο και ζείδωρο (ζώπυρο κ.λπ.) παρελθόν

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Τα δημοσιεύματα με αρνητικά σχόλια για τη χρήση της ελληνικής συνεχίζονται:
«Τι να πούμε για την ελληνική γλώσσα. Κακοποιήθηκε και εξακολουθεί να συμβαίνει, εκχυδαΐστηκε, έγινε απλή και καθημερινή τάχα.
»Ας φανταστούμε μόνο ότι οι νέοι ή και καταξιωμένοι συγγραφείς χρησιμοποιούν τη δημοσιογραφική γλώσσα στο έργο τους διότι είναι εύπεπτη, άμεση, ζωντανή, ρέουσα. 
»Το παρόν εξεδίωξε το πολύτιμο και ζείδωρο (ζώπυρο κ.λπ.) παρελθόν. 
»Όχι μόνο συγγραφείς αλλά και ποιητές και πανεπιστημιακοί, πνευματικοί άνθρωποι δηλαδή, έχουν υιοθετήσει τη χρήση αυτής της μπασταρδεμένης γλώσσας. 
»Εάν δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει, αυτή τη γλώσσα χρησιμοποιούν και οι υπεύθυνοι της ελληνικής Παιδείας και εκπαίδευσης. Οι δημοσιογράφοι υποκατέστησαν τους εκπαιδευτικούς. Χάλια. Λίγοι από τους δεύτερους αντιδρούν αλλά, ως συνήθως, πλέον, δεν εισακούονται».
Πηγή: εδώ 

Είναι αλήθεια ότι στις δημόσιες συζητήσεις για τη γλώσσα συνήθως λείπει το –αναγκαίο, κατά τη γνώμη μου– γλωσσολογικό υπόβαθρο. Χρειάζεται, ας πούμε, να γνωρίζει κάποιος, προτού διαμαρτυρηθεί για την κακοποίηση, τον εκχυδαϊσμό κτλ. της γλώσσας, πώς λειτουργεί και πώς μεταβάλλεται η γλώσσα. Να ξέρει τι είναι γλώσσα. Καλό θα είναι οι συζητήσεις αυτές να βασίζονται σε κάποιες γλωσσολογικές παραδοχές (αν μπορώ να τις ονομάσω έτσι), όπως π.χ. στη σχετικότητα αυτού που λέμε γλωσσικό λάθος. Αν λείπουν αυτές, φοβάμαι ότι δεν είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος και δεν είναι εύκολη η συζήτηση.

Πώς νοείται άλλωστε ο ισχυρισμός ότι η ελληνική εκχυδαΐστηκε κτλ. και από πότε άρχισε να συμβαίνει αυτό; Αφού η δημοσιογραφική γλώσσα είναι ζωντανή και ρέουσα, η λεγόμενη μπασταρδεμένη γλώσσα πώς προκύπτει; Επίσης, δεν μου είναι πολύ κατανοητό το εξής: «Το παρόν εξεδίωξε το πολύτιμο και ζείδωρο (ζώπυρο κ.λπ.) παρελθόν». Ούτε αυτό: «Οι δημοσιογράφοι υποκατέστησαν τους εκπαιδευτικούς». Δεν ξέρω τι σημαίνουν όλα αυτά και δεν μπορώ να παρακολουθήσω εύκολα τον συλλογισμό του αρθρογράφου.

Δεν πρόκειται βεβαίως μόνο για ελληνικό φαινόμενο και έχει ενδιαφέρον να το δούμε αυτό. Τις τελευταίες μέρες ξαναρίχνω μια ματιά σε αυτό εδώ το βιβλίο. Και μόνο η ανάγνωση των τίτλων των κεφαλαίων είναι ικανή να μας θυμίσει πολλά δικά μας, εννοώ σχετικά με τη δική μας γλώσσα. Σήμερα μάλιστα έτυχε να ξαναδιαβάσω το τρίτο κεφάλαιο (αυτό εδώ) και διάφορα σημεία με έκαναν να αναρωτιέμαι: Τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει… 🙂 Είναι γνωστός ο μύθος ότι τα ΜΜΕ καταστρέφουν τη γλώσσα. Ας θυμηθούμε πόσες σχετικές επιστολές διαμαρτυρίας έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικές εφημερίδες. Ειδικά στο παραπάνω δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών» νομίζω ότι λανθάνει η πεπλανημένη εντύπωση ότι το δημοσιογραφικό κείμενο είναι κάτι το ευτελές.

Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι σε θέματα χρήσης της γλώσσας λόγο έχουν μόνο οι γλωσσολόγοι και έτσι δεν αποκλείω να γίνονται γόνιμες συζητήσεις ακόμη και από μη γλωσσολόγους. Αρκεί βέβαια να υπάρχουν οι γλωσσολογικές παραδοχές που προανέφερα.

3.9.15

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (5)

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Έφτασε η στιγμή να δημοσιεύσω μια νέα συνέντευξη. Ανήκει σε μια γνωστή –σε όσους παρακολουθούν το γκρουπ– σειρά συνεντεύξεων που παίρνω από εκλεκτούς γλωσσολόγους. Αυτή τη φορά, η Επίκουρη Καθηγήτρια Μαρίνα Τζακώστα, που με τιμά με τη φιλία της και την επικοινωνία μας μέσω διαδικτύου, απάντησε σε μερικές ερωτήσεις μου για θέματα γλώσσας φυσικά. Την ευχαριστώ πολύ για τις τόσο περιεκτικές απαντήσεις!

― Το γνωστικό σου αντικείμενο είναι η Γλωσσική Ανάπτυξη και Αγωγή του Παιδιού της Προσχολικής Ηλικίας. Σχετικά με αυτό τι έχει προσφέρει η γλωσσολογία και ποιες προοπτικές διανοίγονται στο μέλλον;

― Το θέμα της γλωσσικής ανάπτυξης και ειδικά του τρόπου και των τρόπων της, της σειράς δηλαδή της ανάπτυξης, έχει γίνει αντικείμενο συστηματικής συζήτησης τα τελευταία 50 περίπου χρόνια. Με αυτό δεν απαξιώνω ούτε υποτιμώ τις μελέτες που έγιναν στο πλαίσιο της γνωσιακής ψυχολογίας (βλ. ενδεικτικά Piaget) και της ανθρωπολογίας (βλ. ενδεικτικά Kelloggs & Kelloggs), αλλά την τελευταία 50ετία έχουν γίνει εξαντλητικές, θα έλεγα, μελέτες σχετικά με τη σειρά της κατάκτησης σε πολλές διαφορετικές γλώσσες. Το λεγόμενο «λογικό πρόβλημα τη γλωσσικής ανάπτυξης» ή αλλιώς το «πρόβλημα του Πλάτωνα» (βλ. πλατωνικός διάλογος «Μένων»), δηλαδή το πώς τα παιδιά όντας εκτεθειμένα σε ένα περιορισμένο ρεπερτόριο γλωσσικών σημάτων έχουν την ικανότητα να αναπτύσσουν ένα απεριόριστο –με την απολύτως κυριολεκτική έννοια της λέξης– αριθμό γλωσσικών δομών, λειτουργεί ως βασικός πυλώνας των μελετών που αφορούν τη γλωσσική ανάπτυξη στο πλαίσιο τόσο της Θεωρίας της Καθολικής ή Γενετικής Γραμματικής του Chomsky, αλλά και όλων των υπόλοιπων θεωριών και μοντέλων.

Με αυτό το ερώτημα ως εφαλτήριο έχουν απαντηθεί ή είναι σε φάση επεξεργασίας και μελέτης θέματα που αφορούν τη σειρά της κατάκτησης, τους μηχανισμούς και τα αναπτυξιακά μονοπάτια που ενεργοποιούνται και αλληλεπιδρούν κατά τη διαδικασία της γλωσσικής ανάπτυξης, την οργάνωση του εγκεφάλου. Με αυτήν την έννοια, η γλωσσική ανάπτυξη εμπλέκεται σε διεπιστημονικές αναζητήσεις και συζητήσεις σχετικά με την ανάπτυξη του ανθρώπου εν γένει.

Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της μελέτης της γλωσσικής ανάπτυξης είναι ότι παρέχει στους ερευνητές τη δυνατότητα να «ανακαλύπτουν» γλωσσικά καθολικά διαχρονικής ισχύος με τρόπους που ίσως οι θεωρητικοί γλωσσολόγοι δεν μπορούν να ανακαλύψουν. Για να γίνω λίγο πιο σαφής, η μελέτη της γλωσσικής ανάπτυξης καταφέρνει να παντρέψει τα πορίσματα της ιστορικής και της «μοντέρνας» γλωσσολογίας, καθώς δίνει πληροφορίες για τις δομές οι οποίες όχι μόνο λειτουργούν ως γλωσσικά καθολικά, δηλαδή εμφανίζονται στον παιδικό λόγο διαγλωσσικά, αλλά παρουσιάζουν και ανθεκτικότητα στον χρόνο, δηλαδή έχουν παγχρονική ισχύ.

Η μελέτη της γλωσσικής ανάπτυξης επίσης καταφέρνει να συγκεράσει τη βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα. Με αυτό εννοώ ότι ο μελετητής της γλωσσικής ανάπτυξης είναι απαραίτητο να διαθέτει ένα ισχυρό θεωρητικό υπόβαθρο και ταυτοχρόνως να καταφεύγει σε ασφαλή επιστημονικά συμπεράσματα μέσα από την υλοποίηση πειραματικών δραστηριοτήτων. Δεδομένου ότι με τον όρο «γλωσσική ανάπτυξη» αναφερόμαστε τόσο στην κατάκτηση της μητρικής ή των μητρικών γλωσσών όσο και στην εκμάθηση των δεύτερων γλωσσών, αλλά και την αντιμετώπιση γλωσσικών δυσκολιών (για να χρησιμοποιήσω ένα γενικότερο όρο) στον λόγο παιδιών και ενηλίκων, τα πορίσματα των μελετών για τη γλωσσική ανάπτυξη μπορούν (και πρέπει) να διέπουν πρακτικές διδασκαλίας της γλώσσας και αναλυτικά προγράμματα, αλλά και προγράμματα παρεμβάσεων σε περιπτώσεις διαταραχών.

Με βάση τα παραπάνω, καταλήγω στο ότι η γλωσσική ανάπτυξη έχει προσφέρει πολλά στο επίπεδο της θεωρητικής και έχει να προφέρει ακόμη περισσότερα στο επίπεδο της εφαρμοσμένης γλωσσολογίας.

― Αρκετά συχνό φαινόμενο είναι η αρνητική αξιολόγηση μιας διαλεκτικής ή ιδιωματικής προφοράς. Πώς προσεγγίζει τα στοιχεία που προέρχονται από διαλέκτους ή ιδιώματα ένας γλωσσολόγος; Πρέπει να διδάσκονται στο σχολείο στοιχεία από διαλέκτους και ιδιώματα της νέας ελληνικής σε αντιπαραβολή με στοιχεία της κοινής; Μπορεί να αποκομίσει όφελος ένας μαθητής από την αντιπαραβολική εξέταση της κοινής νέας ελληνικής και μιας νεοελληνικής διαλέκτου;

― Υπήρξε έξαρση του φαινομένου που περιγράφεις με την αστικοποίηση της υπαίθρου, τον τουρισμό, τον στρατό, τα γνωστά. Ακούω απίστευτες ιστορίες από φίλους για το πόσα καψόνια έπρεπε να υπομείνουν στον στρατό ή στο σχολείο επειδή είχαν… «προφορά». Οι δεκαετίες του ’70, του ’80 και του ’90, με όσα αυτές συνεπάγονταν για την ανάπτυξη της χώρας, συνέτειναν καταλυτικά για την παγίωση του φαινομένου «διαλεκτικού θανάτου». Από την άλλη, βέβαια, υπάρχουν περιοχές, όπως η Κύπρος, η Κρήτη, η «επαρχιακή» Πελοπόννησος, βόρειες και νησιωτικές περιοχές, που αντιστέκονται σθεναρά στην «αποψίλωση» των μητρικών τους γλωσσών. Πρόσφατες μελέτες υπογραμμίζουν το γεγονός ότι οι διάλεκτοι υποτιμούνται επειδή θεωρούνται από τον πολύ κόσμο ως γλωσσικές μορφές κατώτερες της ΚΝΕ. Ωστόσο, οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα συνιστούν ολοκληρωμένα γλωσσικά συστήματα, ίσης αξίας με τη νόρμα ή την εθνική γλώσσα με την οποία συνδέονται τυπολογικά. Διάλεκτοι και ιδιώματα διαθέτουν όλα τα επίπεδα γραμματικής ανάλυσης, όπως και οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, δηλαδή φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, σημασιολογία, πραγματολογία. Έχουν επιτονισμό και λεξιλόγιο που τους προσδίδει τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τους, ώστε να γίνονται αμέσως αντιληπτά από τους μη φυσικούς ομιλητές τους. Ευτυχώς, τα τελευταία 10-15 χρόνια υπάρχει και στην Ελλάδα μια στροφή προς τη μελέτη των διαλέκτων, όχι μόνο στο επίπεδο καταγραφής και αποδελτίωσης των φαινομένων τους ή σύνταξης γραμματικών λίγο πριν οι τελευταίοι φυσικοί ομιλητές πεθάνουν, αλλά υπάρχει μια έντονα αναζωογονητική προσπάθεια για την ένταξη διαλέκτων και ιδιωμάτων στη γλωσσική διδασκαλία και την εξοικείωση των μαθητών με τις ελληνικές ντοπιολαλιές. Είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι στον ελλαδικό χώρο «τρέχουν» τα τελευταία χρόνια και ταυτοχρόνως πολλά ερευνητικά προγράμματα (ΕΣΠΑ) που εστιάζουν εξίσου στη θεωρητική προσπέλαση, αλλά και την εκπαιδευτική χρησιμότητα των διαλέκτων. Είναι ενθαρρυντικό ότι υπάρχουν ολοένα και περισσότεροι φορείς χρηματοδότησης τέτοιων ερευνητικών προσπαθειών οι οποίοι αναγνωρίζουν την αξία διαλέκτων και ιδιωμάτων στη διδασκαλία της γλώσσας.

Στο πλαίσιο αυτών των ερευνητικών προγραμμάτων, δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω τη σύσταση του Ψηφιακού Μουσείου Ελληνικής Προφορικής Ιστορίας (www.mohi.edu.gr), μιας ερευνητικής προσπάθειας της οποίας έχω την τιμή να έχω την επιστημονική εποπτεία μαζί με τη φωνητικό Άννα Σφακιανάκη και τον δάσκαλο Άγγελο Πατσιά. Ο στόχος του Μουσείου είναι να αποτελέσει μια πρόταση συσχετιστικής και αντιπαραβολικής διδασκαλίας της ΚΝΕ και των διαλέκτων. Στο Μουσείο (θα) παρατίθενται ηχητικά δεδομένα φυσικού λόγου προερχόμενα από τις μείζονες ελληνικές διαλεκτικές περιοχές συνοδευόμενα από ενδεικτικές δραστηριότητες και γλωσσικές ασκήσεις. Επίσης, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν λεξιλογικές λίστες, λίστες συχνοτήτων λεξιλογικών μονάδων, αποδελτιώσεις των βασικών γραμματικών διαλέκτων της κάθε διαλέκτου και εξαντλητικές βιβλιογραφίες. Το Μουσείο εμπλουτίζεται διαρκώς με νέα δεδομένα, έχουμε ξεκινήσει συλλέγοντας δεδομένα από την Κρήτη. Το Μουσείο δίνει τη δυνατότητα τόσο στους εκπαιδευτικούς όσο και στους μαθητές να επιλέγουν κάθε φορά τη διαλεκτική ζώνη/περιοχή με την οποία θέλουν να ασχοληθούν. Με αυτόν τον τρόπο, η διδασκαλία της ΚΝΕ και των διαλέκτων γίνεται ζωντανή και –ελπίζω– ενδιαφέρουσα καλύπτοντας τις εκάστοτε ανάγκες εκπαιδευτικών και μαθητών.

― Είναι γνωστές οι επιστολές διαμαρτυρίας για θέματα γλώσσας που δημοσιεύονται σε εφημερίδες, λ.χ. η επιστολή με τίτλο «Η ποδοσφαιροποίηση της γλώσσας» (βλ. εδώ) ή η επιστολή «Λάθη της γλώσσας» (βλ. εδώ). Βεβαίως, δεν πρόκειται μόνο για ελληνικό φαινόμενο. Δεν είναι τυχαίο –νομίζω– ότι τέτοιες επιστολές δεν υπογράφονται από γλωσσολόγους. Μπορούμε να πούμε ότι ο γλωσσολόγος είναι πιο ανεκτικός σε θέματα χρήσης της γλώσσας;

― Βασίλη, θα ξεκινήσω από την τελευταία σου παρατήρηση: ότι –πράγματι– επιστολές και ενστάσεις που αφορούν τη χρήση της γλώσσας δεν υπογράφονται ούτε διατυπώνονται από γλωσσολόγους. Μάλιστα, οι κρίσεις, οι επικρίσεις και οι κατακρίσεις περί της γλώσσας χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη ένταση, πάθος και –συχνότατα– εμπάθεια. Παρατηρήθηκε έντονα στο παρελθόν και το φαινόμενο να γράφονται σχολικά βιβλία χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα πορίσματα της γλωσσολογικής έρευνας ή να συμμετέχουν στις ομάδες εργασίας γλωσσολόγοι. Και αναρωτιέμαι: τι είναι αυτό που κάνει τη γλώσσα ένα θέμα για το οποίο όλοι έχουμε κάτι να πούμε; Ειδικοί και μη ειδικοί; Ενώ δεν τολμούμε να εκφραστούμε με ανάλογους τρόπους για θέματα που αφορούν την αστρονομία, τη φυσική, τη χημεία, τη γεωλογία ή τα μαθηματικά; Ρωτώντας φίλους, συγγενείς, φοιτητές, διαπίστωσα ότι οι απαντήσεις τους συγκλίνουν σε έναν κοινό πυρήνα: η γλώσσα είναι κάτι δικό μας, κάτι που μας ανήκει. Είναι κομμάτι από τον εαυτό μας, μεγαλώνουμε και γερνούμε μαζί της. Διαπιστώνω, ωστόσο, ότι λίγοι αντιλαμβανόμαστε ότι γλώσσα και χρήστες όχι μόνο «μεγαλώνουμε μαζί», αλλά –κυρίως– «αλλάζουμε μαζί», «εξελισσόμαστε μαζί». Λίγοι παρατηρούμε ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούσαμε ως νέοι ή νεότεροι δεν είναι όμοια με αυτήν που χρησιμοποιούμε ως μεγαλύτεροι, φερόμενοι/μαινόμενοι κατά των νέων που μιλούν «ακαταλαβίστικα», ούτε χρησιμοποιούμε την ίδια γλώσσα σε όλα τα επικοινωνιακά περιβάλλοντα/συγκείμενα.
Αυτή η επιλεκτική άγνοια μάς καθιστά συχνότατα ιδιαίτερα εύθικτους όσον αφορά τη γλώσσα. Νομίζω ότι οι γλωσσολόγοι, όπως σωστά τονίζεις, είμαστε (πιο) ανεκτικοί σε σχέση με τους υπόλοιπους χρήστες, διότι αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα ως εργαλείο χρήσης ευέλικτο και «επιρρεπές» στην αλλαγή, χωρίς αυτή η αλλαγή να ισούται με ευτελισμό. Οι γλωσσολόγοι είμαστε ανεκτικοί διότι δεν «βλέπουμε» τη γλώσσα ως εργαλείο (μικρο)πολιτικής προπαγάνδας και/ή ταξικοποίησης των χρηστών της. Γιατί δουλεύοντας τόσο με εθνικές γλώσσες όσο και με γλώσσες διαφορετικών ομάδων και παρατηρώντας τις ομοιότητες και ιδιαιτέρως τις διαφορές μεταξύ των γλωσσών διαπιστώνουμε το πόσο εξίσου «πλούσιες» είναι, το πόσο ξεχωριστές είναι (η καθεμιά για διαφορετικούς λόγους, π.χ. για κάποια ιδιάζοντα φωνολογικά, μορφολογικά, συντακτικά ή σημασιολογικά/πραγματολογικά χαρακτηριστικά τους) και κυρίως το πόσο ίσες είναι όλες, αφού χρησιμοποιούνται από ίσους ανθρώπους και αλλάζουν στον χρόνο ανάλογα με τις ανάγκες των χρηστών.

― Διαβάζουμε σε άρθρο δημοσιευμένο σε εφημερίδα: «Αρχαία αμαξητή οδός στο Καβούρι», «ο αμαξητός δρόμος» και «τμήμα της αρχαίας αμαξητής οδού» (βλ. εδώ). Ως γνωστόν, το «αμαξιτός» γράφεται με γιώτα – το -ιτός είναι από θέμα του αρχαίου «είμι». Έχει γλωσσολογικό ενδιαφέρον ένα τέτοιο ορθογραφικό λάθος; Συνδέεται με γλωσσολογικές έρευνες που έχουν γίνει σχετικά με λάθη στη νεοελληνική ορθογραφία;

― Ίσως να έχουν ενδιαφέρον τέτοιες αναλύσεις των ορθογραφικών λαθών, αλλά μόνο καθαρά σε γλωσσολογικό/θεωρητικό ή γνωστικό επίπεδο. Έχουν επίσης ενδιαφέρον όταν απευθύνονται σε ανθρώπους οι οποίοι ενδιαφέρονται για θέματα ετυμολογίας και ιστορίας της γλώσσας. Ποιο όμως το επί της ουσίας ενδιαφέρον για το αν το «αμαξη/ιτός» γράφεται με «ι»; Τη στιγμή που, ας πούμε, έχουμε το κατά κόρον χρησιμοποιούμενο «κολλητός»; Το ερώτημα είναι πώς θα διδάξουμε τη διαφορά και ειδικά σε παιδιά που (πρωτο)μαθαίνουν να διαβάζουν και να γράφουν. Η ενασχόλησή μου με θέματα γλωσσικής ανάπτυξης και η τριβή με πραγματικά δεδομένα από την κατάκτηση της μητρικής γλώσσας από παιδιά με τυπική και ατυπική ανάπτυξη και την εκμάθηση της δεύτερης γλώσσας από παιδιά και ενήλικες καταδεικνύουν ότι η πράξη της τάξης απέχει παρασάγγας των όποιων θεωρητικών αναλύσεων και προτάσεων. Τα παιδιά-μικροί μαθητές, κυρίως της προσχολικής εκπαίδευσης –των οποίων η αντίληψη του ήχου παραμένει ανεπηρέαστη–, κάνουν καταπληκτικές ερωτήσεις του τύπου «γιατί το “ψάρι” γράφεται με “ψ” και όχι με “πσ” αφού το “ψ” είναι δύο γράμματα»; (Τα παιδιά συχνά χρησιμοποιούν το «γράμμα» και για το γράμμα και για τον ήχο, αν και κατανοούν πανεύκολα τη διαφορά, αν μπει κάποιος στον κόπο να την εξηγήσει.) «Γιατί έχουμε δύο “γγ/γκ”»; «Γιατί έχουμε πολλά “ε”»;

Η σχέση μου και η παρουσία μου σε πραγματικές τάξεις έχουν δείξει ότι για τις περισσότερες από τις παραπάνω ερωτήσεις δεν μπορούν να δοθούν απαντήσεις που να θεωρηθούν λογικές από τα παιδιά. Γιατί πραγματικά δεν είναι λογικό να έχουμε δύο ή περισσότερα είδη «ε», «ο» ή «γγ/γκ» αφού ο ήχος που βγάζουμε ακούγεται ίδιος. Η καθημερινή εκπαιδευτική πράξη δείχνει ότι, όταν δεν μπορούμε να δώσουμε επαρκείς και «καθαρές» απαντήσεις σε ζητήματα που τα μικρά παιδιά δεν μπορούν εύκολα να καταλάβουν, τότε είτε πρέπει να αφήσουμε τη διδασκαλία των ζητημάτων αυτών για αργότερα, οπότε παραμένει το ερώτημα «για πότε;», είτε να μην τα πιάσουμε καθόλου. Οι πειραματικές δραστηριότητες που έχω κάνει με διάφορες ομάδες, φυσικούς ομιλητές και αλλόγλωσσους ομιλητές της ελληνικής, παιδιά και ενήλικες, καθώς και με παιδιά με γλωσσικές διαταραχές, υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η ορθογραφία έχει αξία μόνο όταν η «ορθή γραφή» λειτουργεί ως αντιληπτικός δείκτης και η διόρθωση ενισχύει την αντιληπτικότητα των μαθητών. Για να δώσω ένα παράδειγμα, το αν η «οικογένεια» γράφεται με «ει» έχει μικρή σημασία σε αντίθεση με το «ω» του «παίζω» και το «ο» του «μήλο», τα οποία μαρκάρουν γραμματικές κατηγορίες. Οι ίδιες μελέτες έδειξαν ότι οι εκπαιδευτικοί πρέπει να δώσουν έμφαση στις καταλήξεις των λέξεων και όχι τόσο στα θέματα.

Γενικότερα, η διδασκαλία της ορθογραφίας δεν μπορεί να εξαρτάται από τις θεωρητικές και φιλοσοφικές απόψεις που μπορεί να έχει ο κάθε «ειδικός» για τη γλώσσα. Ιδιαιτέρως, όταν είναι γνωστό –ελπίζω– ότι η γραφή είναι η παρωχημένη αποτύπωση του προφορικού λόγου. Η διδασκαλία της ορθογραφίας δεν είναι αποτελεσματική αν γίνεται ερήμην του κοινού στο οποίο απευθύνεται. Για να το θέσω και διαφορετικά, τα λάθη των παιδιών, οι απορίες και οι πειραματισμοί τους με τη γλώσσα θα πρέπει να συνιστούν τον «οδηγό» των εκπαιδευτικών για ορθή και αποτελεσματική διδασκαλία τόσο της γλώσσας γενικότερα όσο και της ορθογραφίας ειδικότερα. Τα λάθη των παιδιών, όπως σχολίασα σε προηγούμενη ερώτηση, αναδεικνύουν τα αναπτυξιακά μονοπάτια που ακολουθούν τα παιδιά τόσο κατά την κατάκτηση του προφορικού όσο και κατά την εκμάθηση του γραπτού λόγου της μητρικής τους. Και επειδή η αντίληψη ειδικά των παιδιών προσχολικής ηλικίας για τον λόγο και τη γλώσσα είναι συνήθως αλάνθαστη, οι τρόποι που υιοθετούν για την κατάκτηση και την εκμάθηση της γλώσσας είναι και αλάνθαστοι και αποτελεσματικοί.

― Ποια εκλαϊκευμένα βιβλία γλωσσολογίας θα είχες να προτείνεις για εξοικείωση κάποιου με τη γλωσσολογία; Υπάρχουν τέτοια βιβλία που έπαιξαν ρόλο στην απόφασή σου να γίνεις γλωσσολόγος;

― Υπάρχουν πολλά βιβλία που επηρέασαν την απόφασή μου να γίνω γλωσσολόγος, αλλά και διάφορα βιβλία που σε διαφορετικές εποχές επηρέασαν το πώς βλέπω τη γλώσσα και με οδήγησαν σε «στροφές» όσον αφορά τον επιστημονικό μου προσανατολισμό. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θα προτιμούσα να μην μπω στη διαδικασία να προτείνω (εκλαϊκευμένα) βιβλία γλωσσολογίας. Θεωρώ ότι κάθε γλωσσολογικό ανάγνωσμα μιλά με διαφορετικό τρόπο στον καθένα μας, λειτουργεί όπως οποιοδήποτε λογοτεχνικό έργο. Είναι ουσιαστικότερο μέσα από την έκθεση σε ποικίλα αναγνώσματα να βρει ο καθένας τον «δρόμο» του ανεπηρέαστος από «σειρήνες».

7.8.15

Αριστέα Οικονόμου

Θυμάμαι κάτι που μου είπε μια παλιά μου συμφοιτήτρια πριν από πολλά χρόνια, σε μια συζήτησή μας στη δεκαετία του ενενήντα: «Ο δάσκαλος –πάνω απ’ όλα– πρέπει να είναι ένας ενδιαφέρων άνθρωπος». Αυτό ακριβώς ήταν η φιλόλογός μας στην Ιωνίδειο Αριστέα Οικονόμου, που έφυγε χθες από κοντά μας. Είχαμε κρατήσει επαφή, μιλούσαμε αρκετά στο τηλέφωνο και βρισκόμασταν μερικές φορές. Ήταν τόσο απλός, προσηνής και ευχάριστος άνθρωπος! Ακόμη και ένα ευχετήριο μήνυμα στον τηλεφωνητή μπορούσε να το διανθίσει με χιουμοριστικά στοιχεία. Νόμιζες ότι μιλούσες με φίλο – τέτοιο ήταν το κλίμα. Τελικά, οι πιο σπουδαίοι άνθρωποι είναι και οι πιο απλοί. Και πάντα είχαμε να συζητήσουμε για πολλά και ενδιαφέροντα θέματα. Όλα όμως άλλαξαν ξαφνικά. Δεν περιγράφεται εύκολα αυτό το συναίσθημα. Θα κρατήσω για πάντα τις όμορφες αναμνήσεις και τα όσα με δίδαξε με τον τρόπο της. Αιωνία της η μνήμη.

ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ


11.7.15

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (4)

Με χαρά δημοσιεύω τη συνέντευξη που μου έδωσε ένας πολύ αξιόλογος νέος γλωσσολόγος, ο Πέτρος Καρατσαρέας (Petros Karatsareas).  Είχα διαβάσει με ενδιαφέρον διάφορα κείμενά του δημοσιευμένα σε άλλους διαδικτυακούς χώρους του facebook. Εκτίμησα την επιστημονικότητά τους, αλλά και το γεγονός ότι είναι γραμμένα με εύληπτο τρόπο. Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα ήταν καλή ιδέα να φιλοξενηθούν κείμενα του Πέτρου και στον δικό μας χώρο, στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ». Ευχαριστώ πολύ τον Πέτρο για τις τόσο περιεκτικές και διαφωτιστικές απαντήσεις του και του εύχομαι καλή συνέχεια σε όλες τις δραστηριότητές του.

― Πέτρο, σε ευχαριστώ που δέχτηκες να συζητήσουμε για θέματα γλώσσας και είμαι βέβαιος ότι τα μέλη του γκρουπ θα βρουν πολύ ενδιαφέρουσες τις απαντήσεις σου. Διαβάζω κείμενα στην ακαδημαϊκή σου σελίδα (βλ. εδώ), αλλά και στη σελίδα του facebook «Νεοελληνικές διάλεκτοι και γλωσσικές ποικιλίες» (βλ. εδώ), την οποία διαχειρίζεσαι, και έχω να ρωτήσω αρκετά! Πρέπει όμως από κάπου να αρχίσω… Με δεδομένο ότι ασχολείσαι ιδιαίτερα με τις νεοελληνικές διαλέκτους, θα ήθελα για αρχή να σε ρωτήσω πότε πρωτοενδιαφέρθηκες γι’ αυτές και αν έπαιξαν ρόλο κάποια μαθήματα ή διαβάσματα από τον προπτυχιακό κύκλο σπουδών.

― Βασίλη, σ’ ευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου για την πρόσκληση για συζήτηση. Το να μιλάω για τη γλώσσα, και ειδικά για τις διαλέκτους, μου δίνει πάντα μεγάλη χαρά – πόσο μάλλον όταν πρόκειται αυτό να γίνει στα πλαίσια της φεϊσμπουκικής γλωσσολογικής παρέας μας!

Μου είναι δύσκολο να τοποθετήσω χρονικά κάποιο σημείο ή στιγμή της ζωής μου για την οποία να μπορέσω με ακρίβεια να πω ότι τότε πρωτοενδιαφέρθηκα για τις νεοελληνικές διαλέκτους. Η γλωσσική ποικιλότητα με συνάρπαζε από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου! Θυμάμαι όμως ότι ως μαθητής είχα βρει στη βιβλιοθήκη του Λυκείου μου το «Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής» του Νικόλαου Κοντοσόπουλου και πραγματικά δεν χόρταινα να το διαβάζω! Θυμάμαι χαρακτηριστικά να διαβάζω το απόσπασμα για τις επτανησιακές διαλέκτους και να ρωτάω την καλύτερή μου φίλη, που είναι από την Κέρκυρα, αν ξέρει τις διαλεκτικές λέξεις που καταγράφει ο Κοντοσόπουλος.

Σε επαφή με τη μελέτη των νεοελληνικών διαλέκτων ξαναήρθα λίγα χρόνια αργότερα, όταν πέρασα στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκεί, ο γνωστός καθηγητής Παναγιώτης Κοντός μάς μοίρασε κάποιες σημειώσεις εισαγωγής στη νεοελληνική διαλεκτολογία στα πλαίσια του μαθήματος γλωσσολογίας του Β΄ Εξαμήνου, αν δεν κάνω λάθος. Πιστεύω ότι είναι ενδεικτικό της αγάπης που γεννιόταν μέσα μου για το αντικείμενο αυτό το γεγονός ότι οι 40–50 σελίδες των σημειώσεων μου είχαν φανεί ελάχιστες! Ήθελα να μάθω κι άλλα, κι άλλα πολλά για τις διαλέκτους της Νέας Ελληνικής. Κι από τότε δεν έχω σταματήσει 🙂

― Η διατριβή σου αφορά μία από τις νεοελληνικές διαλέκτους, την καππαδοκική. Ποια ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπισες στην έρευνά σου και ποια τα βασικότερα συμπεράσματα;

― Η Καππαδοκική είναι αναμφίβολα μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες νεοελληνικές διαλέκτους –για μένα είναι σίγουρα η πιο ενδιαφέρουσα!– και αυτό γιατί παρουσιάζει μια σειρά από γραμματικά γνωρίσματα που τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες διαλέκτους της Νέας Ελληνικής σε βαθμό τέτοιο, ώστε να μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι ανήκει σε μια τυπολογική ομάδα άλλη από αυτή στην οποία ανήκουν οι υπόλοιπες διάλεκτοι. Για παράδειγμα, η Καππαδοκική δεν διαθέτει διακρίσεις γραμματικού γένους, εμφανίζει τάσεις συγκολλητικής μορφολογίας στα ονόματα και τα ρήματα, παρουσιάζει διαφοροποιητική δήλωση του αντικειμένου, ενώ το ουσιαστικό-κεφαλή είναι πάντα στα δεξιά της ονοματικής φράσης με κάθε άλλο προσδιορισμό (επίθετα, ονοματικές φράσεις σε γενική, αναφορικές προτάσεις) να προηγείται αυτού.

Μέχρι πρόσφατα, η παραδεδομένη άποψη στη βιβλιογραφία ήταν ότι όλες αυτές οι διαφορές οφείλονται αποκλειστικά στην έντονη επαφή με την τουρκική γλώσσα, στα πλαίσια της οποίας διαμορφώθηκε διαχρονικά η καππαδοκική διάλεκτος. Και είναι αλήθεια ότι η Τουρκική έπαιξε μεγάλο, ίσως και καθοριστικό, ρόλο στο να πάρει η Καππαδοκική τη μορφή με την οποία μας είναι γνωστή σήμερα. Η διδακτορική μου έρευνα όμως έδειξε ότι τα πρώτα σπέρματα για την εμφάνιση αυτών των διαφορετικών γραμματικών χαρακτηριστικών μάλλον εντοπίζονται σε μια χρονική περίοδο πριν από την εντατικοποίηση της επαφής μεταξύ ομιλητών της Ελληνικής και ομιλητών της Τουρκικής στη Μικρά Ασία, κατά πάσα πιθανότητα στην Ύστερη Μεσαιωνική περίοδο της ιστορίας της Ελληνικής. Με άλλα λόγια, αυτό που υποστήριξα στη διατριβή μου και σε μια σειρά κατοπινών δημοσιεύσεων είναι ότι η Ελληνική του εσωτερικού της Μικράς Ασίας είχε ήδη αρχίσει να διαφοροποιείται διαλεκτικά προς μια κατεύθυνση που να την κάνει πιο όμοια με την Τουρκική ήδη πριν από την επαφή των δύο γλωσσών. Σε κάποιες διαλέκτους, οι οποίες ήρθαν σε επαφή με την Τουρκική σε μικρότερο βαθμό όπως η Ποντιακή, οι διαλεκτικές αυτές διαφοροποιήσεις δεν προχώρησαν σημαντικά. Στην Καππαδοκία όμως, όπου οι επαφές με τους ομιλητές της Τουρκικής ήταν ιδιαίτερα έντονες, οι καινοτομίες που είχαν ήδη εισαχθεί στο γραμματικό σύστημα της διαλέκτου έφτασαν –κατά κάποιον τρόπο– στα άκρα, με αποτέλεσμα η σημερινή Καππαδοκική να φαίνεται σαν κάτι το εντελώς εξωτικό για τα ελληνικά δεδομένα.

Όσον αφορά τις δυσκολίες που αντιμετώπισα κατά την έρευνά μου, αυτές θα έλεγα ότι σχετίζονται με τη φύση της προσέγγισης που υιοθέτησα και η οποία ήταν καθαρά διαχρονική. Ιδανικά, ένας ιστορικός γλωσσολόγος χρειάζεται να έχει στη διάθεσή του δεδομένα από πολλές διαφορετικές φάσεις της ιστορίας μιας γλώσσας, για να τα αναλύσει συγκριτικά και με αυτόν τον τρόπο να εξακριβώσει τα περιβάλλοντα στα οποία πρωτοεμφανίζεται μια δομική καινοτομία, να την ερμηνεύσει, να διατυπώσει υποθέσεις σχετικά με τους λόγους εμφάνισής της και να περιγράψει την κατοπινή πορεία της μέσα στη γραμματική της υπό εξέταση γλώσσας. Στην περίπτωση της Καππαδοκικής, όπως και όλων των μικρασιατικών, αλλά και πολλών άλλων νεοελληνικών διαλέκτων, κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατον, γιατί τα παλαιότερα γραπτά μνημεία που διαθέτουμε χρονολογούνται πολύ αργά, από τα μέσα και τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν δηλαδή οι μεταβολές που μας ενδιαφέρουν έχουν ήδη συντελεστεί. Αυτό έχει να κάνει με τη διγλωσσική παράδοση που διατρέχει την ιστορία της Ελληνικής εν γένει και η οποία εμπόδιζε διαχρονικά τη χρήση μη πρότυπων γλωσσικών μορφών στη γραφή.

Υπάρχει όμως μια λύση απέναντι σε αυτή τη δυσκολία: σε πολλές περιπτώσεις, οι διάφορες γεωγραφικές ποικιλίες της Καππαδοκικής βρίσκονται σε διαφορετικά εξελικτικά στάδια σε σχέση με συγκεκριμένες γραμματικές καινοτομίες. Κάποιες δηλαδή ποικιλίες είναι περισσότερο συντηρητικές, ενώ άλλες πιο καινοτόμες. Αυτό μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι κάθε ποικιλία αντιπροσωπεύει ένα διαφορετικό διαχρονικό στάδιο, μια διαφορετική συγχρονία στην ιστορία της εκάστοτε γραμματικής μεταβολής, και κατόπιν να τις συγκρίνουμε και… να κάνουμε τη δουλειά μας ως ιστορικοί διαλεκτολόγοι! Αυτή τη μέθοδο την εφάρμοσα για να μελετήσω την εξέλιξη του γραμματικού γένους, της ονοματικής κλίσης, του οριστικού άρθρου και του προθετικού συστήματος στην Καππαδοκική και τις άλλες μικρασιατικές διαλέκτους και τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για την επάρκεια και αποτελεσματικότητα αυτής της μεθόδου, την οποία έχω ονομάσει diatopy-as-diachrony («η διατοπία ως διαχρονία»).

― [émboros] ή [éboros]; Μερικοί ομιλητές αξιολογούν αρνητικά την αποερρινοποιημένη προφορά. Με γλωσσολογικούς όρους πώς κρίνεται η στάση τους; Ποιοι παράγοντες μπορεί να παίζουν ρόλο στο πώς προφέρει στην προκειμένη περίπτωση ένας φυσικός ομιλητής; Μήπως η διαλεκτολογία μπορεί να δώσει μια σφαιρική εικόνα των πραγμάτων και να συμβάλει στην περιγραφή –λεξικογραφική και άλλη– της Νέας Ελληνικής; (Και δεν εννοώ μόνο σε επίπεδο προφοράς.)

― Δεν πιστεύω ότι διαφωνεί κανείς ότι τα προερρινοποιημένα [mb nd ŋg] είναι αυτά που προκρίνει η Πρότυπη Νέα Ελληνική – ειδικότερα για υψηλά επίπεδα ύφους τόσο εντός της λέξης, όπως στο «έμπορος», όσο και στα όρια λέξεων, όπως στα «τον Πέτρο, τον Τάσο, τον Κώστα». Γι’ αυτό διδάσκονται ως «σωστά» στις δραματικές σχολές και γι’ αυτό η αποερρινοποιημένη πραγμάτωσή τους [b d g] δέχεται τον ψόγο και τη χλεύη πολλών ομιλητών.

Όμως, η έρευνα των Arvaniti και Joseph (2000) [διαθέσιμη εδώ] επιβεβαιώνει αυτό που επίσης –πιστεύω– δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς, ότι δηλαδή όλο και περισσότεροι ομιλητές χρησιμοποιούν τα [b d g]. Η αποερρινοποιημένη προφορά βρέθηκε ότι είναι πιο συχνή σε ομιλητές κάτω των 45 ετών ανεξαρτήτως φύλου, μορφωτικού επιπέδου και κοινωνικοοικονομικής τάξης. Αυτό είναι ένα εύρημα που εξηγεί το γεγονός ότι οι αντιδράσεις προέρχονται συνήθως από ομιλητές μεγαλύτερης ηλικίας.

Η έρευνα των Arvaniti και Joseph δείχνει ότι τα προερρινοποιημένα [mb nd ŋg] ενδεχομένως να βρίσκονται σε διαδικασία συρρίκνωσης με τα αποερρινοποιημένα [b d g] να βρίσκουν σταδιακά τον δρόμο προς τη νόρμα.

Εξάλλου, μην ξεχνάμε ότι τα [b d g] αποτελούν την κανονική πραγμάτωση στην Κρήτη, τη Θράκη, την ανατολική Μακεδονία, τα νησιά του βορείου Αιγαίου, την Κεφαλλονιά, την Ιθάκη και τη Ζάκυνθο.

―Υπάρχουν λεξικά που είτε με φωνητική μεταγραφή είτε εμμέσως (με δήλωση του συλλαβισμού) πληροφορούν ότι η προφορά είναι [δiáloγος]. Γιατί όχι και [δjáloγος]; Δεν θα πρέπει να βασιζόμαστε στο κριτήριο της χρήσης;

― Όπως και στην περίπτωση της προερρίνωσης ή μη των ηχηρών κλειστών, έτσι και στην περίπτωση ζευγών όπως [ðialoɣos] και [ðʝaloɣos] έχουμε μια διαφορά ύφους. Εδώ, η Πρότυπη Νέα Ελληνική είναι –ας μου επιτραπεί η έκφραση– διχασμένη. Δηλαδή, η φυσική τάση της γλώσσας είναι προς τη συνίζηση, τη συμφωνοποίηση των άτονων /i/ και /e/ πριν από φωνήεν. Τα παραδείγματα είναι άπειρα: παιδ[ʝ]ά, κλουβ[ʝ]ά, σταλαγματ[ç]ά, π[ç]α. Αυτή η φωνολογική διαδικασία εμφανίστηκε στην ύστερη μεσαιωνική περίοδο στην ιστορία της Ελληνικής και σταδιακά ξαπλώθηκε στις περισσότερες –αλλά όχι όλες!– τις διαλέκτους της.

Σε παλαιότερες φάσεις της γλώσσας, τα άτονα αυτά /i/ και /e/ πραγματώνονταν ως φωνήεντα. Από αυτές τις φάσεις ακριβώς αντλεί η Καθαρεύουσα τα γραμματικά χαρακτηριστικά της. Για τον λόγο αυτό, τα στοιχεία εκείνα τα οποία εντάχθηκαν στην Πρότυπη Νέα Ελληνική από το λεξικό απόθεμα της Καθαρεύουσας ακόμα και σήμερα χαρακτηρίζονται συχνά από ασυνιζησία στις διαδοχές /i + φωνήεν/ και /e + φωνήεν/ ακόμα και όταν χρησιμοποιούνται σε χαμηλά επίπεδα ύφους. Για παράδειγμα, όλοι θα ρωτήσουν «Αγόρασες τα εισιτήρ[ia] για το καράβι;» και όχι «Αγόρασες τα εισιτήρ[ʝa] για το καράβι;». Παρόλα αυτά, παρατηρείται ότι πολλοί ομιλητές επεκτείνουν την εφαρμογή της συνίζησης σε λεξικά στοιχεία «καθαρευουσιάνικα» ή υψηλού ύφους εκεί που άλλοι ομιλητές θα διατηρούσαν τις φωνηεντικές διαδοχές ασυνίζητες. Αυτό παρατηρείται ειδικότερα σε νεότερους ομιλητές και σε λεξικά στοιχεία συχνής χρήσης. Για παράδειγμα, ακούγεται συχνά να προφέρεται «Β[ʝ]έννη» αντί «Β[i]έννη» ή «δωμάτ[ç]o» αντί «δωμάτ[i]o». Αυτό έχει να κάνει με το ότι, όπως ανέφερα παραπάνω, αυτή είναι η φυσική τάση της Νέας Ελληνικής. Δυστυχώς όμως δεν υπάρχει ακόμα κάποια έρευνα που να ερευνά αυτό το πρόσφατο, κατά τη γνώμη μου, φαινόμενο.

Όσον αφορά το κριτήριο της χρήσης, αυτό που μπορώ να πω ως γλωσσολόγος είναι ότι και οι δύο πραγματώσεις αφορούν μέρος της σημερινής γλωσσικής πραγματικότητας και πρέπει για τον λόγο αυτό να καταγράφονται από τα σύγχρονα λεξικά.

― Στο γκρουπ «Νεοελληνικές διάλεκτοι και γλωσσικές ποικιλίες» διαβάζω ότι διεξάγεται έρευνα με θέμα: «Σουβλάκι, καλαμάκι, ξυλάκι ή και κάπως αλλιώς;». Πρόκειται για γνωστή διαλεκτική διαμάχη που γίνεται εντός και εκτός διαδικτύου. Καθεμιά πλευρά υποστηρίζει ότι μιλάει σωστά σε αντίθεση με την άλλη. Για τον γλωσσολόγο υπάρχει σωστό και λάθος στην προκειμένη περίπτωση ή καθετί από τα παραπάνω είναι μέρος της γλωσσικής πραγματικότητας; Δεν μπορεί να παραγγείλει κάποιος «καλαμάκι» αντί για «σουβλάκι» σε ένα μέρος και κάποιος άλλος κάπου αλλού «σάντουιτς με πίτα» αντί για «τυλιχτό» ή κάτι άλλο;

― Σε περιπτώσεις όπως αυτές, ο γλωσσολόγος και ειδικά ο διαλεκτολόγος δεν βλέπει μια σωστή και μια λανθασμένη χρήση αλλά δύο ισότιμες και επικοινωνιακά εξίσου επιτυχείς χρήσεις, η κατανομή των οποίων καθορίζεται από γεωγραφικά κριτήρια. Με απλά λόγια, οι ομιλητές της Νέας Ελληνικής από τη νότια Ελλάδα αναφέρονται στη… στολισμένη με κομμάτια κρέατος ξύλινη βέργα με τον όρο «καλαμάκι» και στον γνωστό συνδυασμό της με πίτα, τζατζίκι και όλα τα συναφή με τον όρο «τυλιχτό», ενώ οι ομιλητές από τη βόρεια Ελλάδα χρησιμοποιούν τους όρους «σουβλάκι» και «σάντουιτς (με πίτα)». Στα πλαίσια της καθεμιάς ομάδας ομιλητών, τα πράγματα είναι σαφή. Τα προβλήματα προκύπτουν όταν δύο ή περισσότεροι ομιλητές από διαφορετικά περιβάλλοντα έρχονται σε επαφή και αρχίζουν να ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με την «ορθότητα» της μιας ή της άλλης χρήσης.

Είναι αλήθεια ότι κάποιες από αυτές τις λέξεις είναι περισσότερο σημασιολογικά διαφανείς από κάποιες άλλες. Τα «σουβλάκι», «τυλιχτό και «πίτα γύρο» αποδίδουν με έναν πιο απεικονιστικό τρόπο τα αντικείμενα αναφοράς τους απ’ ό,τι τα αντίστοιχα «καλαμάκι» και «σάντουιτς», η σημασία των οποίων έχει υποστεί διεύρυνση. Στη νότια Ελλάδα δηλαδή η σημασία της λέξης «καλαμάκι» διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει, εκτός από τον σωλήνα με τον οποίο ρουφάμε ένα υγρό, και τη βέργα στην οποία καρφώνουμε κομμάτια κρέατος. Με παρόμοιο τρόπο, στη βόρεια Ελλάδα, η σημασία της λέξης «σάντουιτς» διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει, εκτός από τον συνδυασμό δύο ή περισσότερων φετών ψωμιού, και το είδος εκείνο της πίτας με την οποία τυλίγουμε κρέας, τζατζίκι, ντομάτα, κρεμμύδι κ.λπ.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι λανθασμένες χρήσεις. Αποτελούν μέρος της γλωσσικής πραγματικότητας και ως τέτοιες τις μελετούμε οι γλωσσολόγοι χωρίς τους φανατισμούς που συναντάμε συχνά σε φοιτητικά στέκια και ΚΨΜ!

― Εκπονείς μεταδιδακτορική έρευνα με θέμα την κυπριακή διάλεκτο όπως ομιλείται από τα μέλη της κυπριακής παροικίας του Λονδίνου. Ποια είναι τα βασικότερα χαρακτηριστικά της διαλεκτικής αυτής ποικιλίας;

― Τα μέλη της κυπριακής παροικίας του Λονδίνου διαθέτουν ένα πλούσιο γλωσσικό ρεπερτόριο, καθώς χρησιμοποιούν –σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό– τρεις γλωσσικούς κώδικες:

(1) διάφορες τοπικές ποικιλίες της Κυπριακής, τις οποίες έφεραν μαζί τους οι πρώτοι μετανάστες από την Κύπρο·

(2) την Πρότυπη Νέα Ελληνική, στην οποία εκτίθενται κυρίως μέσα από τα ελληνικά παροικιακά σχολεία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το διαδίκτυο και την Εκκλησία·

(3) την Αγγλική, που είναι η de facto επίσημη γλώσσα ολόκληρου του Ηνωμένου Βασιλείου.

Στην καθημερινή τους επικοινωνία, οι Κύπριοι και οι Κύπριες του Λονδίνου αντλούν και από τους τρεις αυτούς κώδικες με βάση διάφορα κριτήρια που βασίζονται κυρίως στα χαρακτηριστικά της περίστασης επικοινωνίας (τόπος, χρόνος, συνομιλητές) και, φυσικά, και στο επίπεδο γνώσης των τριών κωδίκων, κάτι το οποίο σχετίζεται άμεσα από το αν γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι ίδιοι ή/και οι γονείς τους στην Κύπρο ή το Λονδίνο.

Οι ομιλητές πρώτης γενιάς, αυτοί δηλαδή που γεννήθηκαν στην Κύπρο και μετανάστευσαν στο Λονδίνο ως ενήλικες, μιλούν κυρίως κυπριακές ποικιλίες οι οποίες χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από βασιλεκτικά (= σημαδεμένα, μαρκαρισμένα) διαλεκτικά στοιχεία που σήμερα στην Κύπρο θεωρούνται «χωρκάτικα». Για παράδειγμα, χρησιμοποιούν τύπους όπως «εγ(ι)ώνι» αντί «εγώ», «ννώχω» αντί «ννώθω», «ποάτ̔-τ̔ε» αντί «δαμαί». Τα Αγγλικά τους παρουσιάζουν έντονα φαινόμενα που βρίσκουμε στην εκμάθηση της δεύτερης ως ξένης και αυτό φαίνεται κυρίως στην προφορά τους.

Οι ομιλητές δεύτερης γενιάς, αυτοί δηλαδή που γεννήθηκαν στο Λονδίνο ενώ οι γονείς τους στην Κύπρο, ανήκουν στον τύπο εκείνο ομιλητή που ονομάζεται στη σύγχρονη βιβλιογραφία heritage speaker, είναι δηλαδή ομιλητές πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτοί άρχισαν να κατακτούν την Κυπριακή ως φυσικοί ομιλητές στο σπίτι από τη γέννησή τους μέχρι τη στιγμή που πήγαν στο σχολείο. Εκεί, άρχισαν να κατακτούν την Αγγλική, η οποία σταδιακά έγινε η κυρίαρχή τους γλώσσα επισκιάζοντας την Κυπριακή. Ως ενήλικες, οι ομιλητές αυτοί μιλούν κατεξοχήν την Αγγλική και χρησιμοποιούν την Κυπριακή στην επικοινωνία με τους γονείς τους, άλλους συγγενείς και φίλους από την παροικία, ενώ έρχονται σε επαφή και με την Πρότυπη Νέα Ελληνική μέσα από το σχολείο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα Κυπριακά τους να παρουσιάζουν φαινόμενα επιρροής τόσο από τα Αγγλικά όσο και από την Πρότυπη, τόσο στο λεξιλόγιο όσο και στη γραμματική. Βρίσκουμε, για παράδειγμα, προτάσεις όπως «Έχω άλλον φίλον, Σάββαν» (πρβλ. I have another friend, Savvas) ή «Ποτ̔-τ̔έ ήταν έτσι τα πράματα» (πρβλ. Things were never like this) αλλά και φωνητικές πραγματώσεις όπως «[c]αι» αντί «[tʃ]αι» ή «[ð]εν» αντί «εν».

Οι ομιλητές τρίτης γενιάς, αυτοί δηλαδή που γεννήθηκαν στο Λονδίνο από γονείς γεννημένους στο Λονδίνο, δυστυχώς δεν έχουν πολύ καλή γνώση της Κυπριακής ή της Πρότυπης Νέας Ελληνικής. Είναι σχεδόν μονόγλωσσοι στην Αγγλική και, ενώ μπορεί να έχουν την ικανότητα να καταλάβουν αρκετά πράγματα στα Ελληνικά ως παθητικοί ομιλητές, πολύ σπάνια θα προχωρήσουν στην παραγωγή ελληνικού λόγου.

2.7.15

«Το “Όχι” της φαντασίωσης»


«Ποιο είναι το πιο αγαπημένο παραμύθι του Έλληνα; Ότι είναι ο λαός που δίδαξε τον πολιτισμό σ’ ολόκληρο τον πλανήτη και γι’ αυτό ολόκληρος ο πλανήτης τού οφείλει. Ότι εδώ και πολλά χρόνια πάντα κάποιοι κακοί ξένοι μάς υποδούλωναν, μας κορόιδευαν, μας ενέπαιζαν κι εμείς –ο περιούσιος λαός πάντα– ήμασταν αδύναμοι να τους αποτινάξουμε. Βεβαίως, με την αρωγή των κάθε φορά λαϊκισμών –οπωσδήποτε από την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους– αποφεύγαμε ή αρνιόμασταν να δούμε τις πραγματικές συνθήκες κάθε φορά, τις δικές μας ευθύνες, το δικό μας μερίδιο στις κάθε φορά δύσκολες ή τραγικές ή καταστροφικές στιγμές της χώρας. Η κρίση των τελευταίων χρόνων έθρεψε τερατωδώς όλο αυτό το συναίσθημα. Οι πολίτες εμπιστεύτηκαν νέα πρόσωπα στο πολιτικό προσωπικό, εμπιστεύτηκαν τις υποσχέσεις που του έδιναν, στο πλαίσιο που χάιδευε απολύτως το αίσθημα του “ισχυρού”, του “μη εξαρτημένου”, του “περήφανου” και έδωσαν 36% στο κυβερνών κόμμα.

»Ο καθηγητής Γιάννης Βούλγαρης ονομάζει τις τραγικές στιγμές του τόπου “εθνική τύφλωση”, και κάθε φορά “σε όλες τις εθνικές καταστροφές που υπέστη η Ελλάδα στη νεότερη Ιστορία της, οι καταστροφείς είχαν την ίδια τακτική. Εθνικιστική δημαγωγία, πολιτική πόλωση, παρασιώπηση των συνεπειών, ασύστολα ψεύδη και συνωμοσιολογίες”. Σ’ αυτό το δημοψήφισμα, το “ναι” σημαίνει και άρνηση των μύθων. Το “όχι” σημαίνει συνέχιση της φαντασίωσης…»

Πηγή: Το «Όχι» της φαντασίωσης

15.6.15

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (3)

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Στις 3/6 έγραψα τα εξής:

«Αρκετά κείμενα –άρθρα και επιστολές– για τη γλώσσα διάβασα τις τελευταίες μέρες στην “Καθημερινή”, δυστυχώς όμως τα δημοσιεύματα αυτά περιέχουν πολλές ανακρίβειες. Εδώ και μέρες έχω σκεφτεί να συζητήσω με γλωσσολόγο για τα εν λόγω κείμενα και να αναρτήσω τη σχετική συζήτηση εδώ, γιατί νομίζω ότι θα έχει ενδιαφέρον. Οι σημερινές ειδικά επιστολές (βλ. εδώ) επιδέχονται γλωσσολογικό σχολιασμό που εμπίπτει στη θεματολογία του γκρουπ. Δεν εννοώ τόσο το γεγονός ότι η γλώσσα αντιμετωπίζεται ως “το μόνο που μας έχει απομείνει σε αυτή την αξιοθρήνητη χώρα”. Κυρίως με απασχολούν άλλες απόψεις: Για παράδειγμα, γίνεται λόγος για κατάργηση τύπων δοτικής ή απαρεμφατικών, ενώ μάλλον αυτή η υποτιθέμενη κατάργηση φαίνεται να συνεξετάζεται με την κατάργηση του πολυτονικού – σύγχυση γλώσσας και γραφής; Δεν λείπουν και αξιολογικές κρίσεις που δύσκολα θα έβλεπε κανείς σε κείμενα ειδικών. Γιατί λ.χ. η αρχαία ελληνική είναι “το τελειότερο μέσον έκφρασης που ανακάλυψε ο άνθρωπος”; Πώς ορίζεται εδώ η τελειότητα; Αλλά και πότε χάσαμε την ακριβολογία στη γλώσσα; Υπάρχουν αρκετά ακόμη ερωτήματα. Περισσότερα σχόλια προσεχώς…».

Δημοσιεύω τώρα μια σύντομη συζήτηση που είχα γι’ αυτά τα θέματα με τη γλωσσολόγο Stavroula Tsiplakou, την οποία ευχαριστώ πάρα πολύ!

― Διαβάζω: «Την ελληνική γλώσσα δεν την έφτιαξαν οι Κριαράδες και οι Μπαμπινιώτηδες, με όλον τον σεβασμό. Την έφτιαξαν οι Σεφέρηδες, οι Παλαμάδες, οι Θεοτοκάδες, και οι Καβάφηδες. Αυτοί μας έδειξαν τη δυνατότητά της να μιλάει για τον κόσμο της. Αυτοί πήραν τη σκυτάλη από τη μακραίωνη Ιστορία της για να μας την παραδώσουν ολοζώντανη». (Πηγή: εδώ) Αναρωτιέμαι αν έχει υποστηρίξει κανείς ότι την ελληνική γλώσσα την έφτιαξαν γλωσσολόγοι και λεξικογράφοι ώστε να χρειάζεται να του απαντήσουμε ότι δεν έχει δίκιο. Άλλο με απασχολεί όμως: Μια γλώσσα άραγε τη φτιάχνουν οι λογοτέχνες;

― Μα τι σημαίνει το ερώτημα; Ποιο επίπεδο της γλώσσας; Φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, σημασιολογία, κειμενικά είδη; Νομίζω, αν το δεις έτσι αναλυτικά, απαντιέται από μόνο του: ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ, εν μέρει (κάποιο λεξιλόγιο), εν μέρει. Μπορεί φυσικά η παραγωγή γραπτής λογοτεχνίας σε μια μορφή γλώσσας να βοηθήσει την τυποποίησή της, ειδικά αν μιλάμε για κοινότητες που βρίσκονται σε στάδιο μετάβασης από την προφορικότητα στον εγγραμματισμό.

― Ο συντάκτης του ίδιου άρθρου καταλήγοντας σημειώνει ότι «ο ακρωτηριασμός της διδασκαλίας της ελληνικής λογοτεχνίας είναι ακρωτηριασμός της γλώσσας». Άλλωστε, το άρθρο έχει τίτλο «Το τέλος της ελληνικής γλώσσας». Ακόμη όμως κι αν καταργηθεί η διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο σχολείο, αυτό θα σημάνει το τέλος της ελληνικής γλώσσας;

― «Ακρωτηριασμός» με ποια έννοια; Τι θέλει να πει ο ποιητής; Αν εννοεί ότι οι μαθήτριες/οι μαθητές χάνουν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με λογοτεχνικές «ιδιολέκτους»/ύφη/χρήσεις γλώσσας από διαφόρους συγγραφείς, ας κάνουμε μια όπισθεν και ας αναρωτηθούμε με τη σειρά μας πότε ακριβώς στο εκπαιδευτικό μας σύστημα γινόταν συστηματική μελέτη της πτυχής αυτής της λογοτεχνίας. Απάντηση: ποτέ.

― Διάβασα την επιστολή «Το όνομα του Γιάννη». (Πηγή: εδώ) Για να είμαι ειλικρινής, έχω κάποιες επιφυλάξεις για το αν σημαίνει κάτι θετικό το να γράφει κάποιος Γιάννης το όνομά του με ένα ν. Δεν είναι όμως υπερβολικό να του χρεώσουμε, σύμφωνα με τον επιστολογράφο, ασέβεια προς την κοινωνία; Έχει τέτοιες διαστάσεις η ορθογραφία;

― Ε, όχι βέβαια (πρβλ. Ξενάκης).

― Σε άλλο άρθρο δημοσιευμένο στην «Καθημερινή» προβάλλονται επιχειρήματα για την επαναφορά της διδασκαλίας της καθαρεύουσας στο σχολείο. (Πηγή: εδώ) Νομίζω ότι όποιος έχει επαφή με τη μέση εκπαίδευση γνωρίζει πως η διδασκαλία της καθαρεύουσας δεν θα έλυνε κανένα πρόβλημα. Άλλο βέβαια είναι η διδασκαλία της καθαρεύουσας και άλλο η διδασκαλία κειμένων γραμμένων στην καθαρεύουσα. Τέτοια κείμενα υπάρχουν στα σχολικά βιβλία και διδάσκονται. Αυτό το σημειώνω γιατί νομίζω ότι αφήνεται να εννοηθεί –δηλαδή δεν δηλώνεται ξεκάθαρα– το αντίθετο. Θα ήθελα όμως να σταθούμε στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου αυτού. Εκεί ο αρθρογράφος ασχολείται με τον όρο «τεχνητή» γλώσσα. Με γλωσσολογικούς όρους τι θα μπορούσαμε να πούμε; Πότε είναι φυσική μια γλώσσα;

― Όταν οι ομιλήτριες/οι ομιλητές έχουν ξεκάθαρο γλωσσικό αισθητήριο όσον αφορά τη γραμματικότητα/αντιγραμματικότητα σε επίπεδο φωνολογίας/μορφολογίας/σύνταξης, πράγμα που με την καθαρεύουσα δεν συμβαίνει (απλούστατα γιατί υπάρχουν πολλές καθαρεύουσες, ανάλογα με τον συγγραφέα…). Το λεξιλόγιο, φυσικά, σε μεγάλο βαθμό είναι πολιτισμικό προϊόν, άρα «τεχνητό» (;;;;;) με την έννοια του κατασκευασμένου (μπορώ να επινοήσω μια λέξη, αλλά όχι μια γραμματική δομή).

― Κι άλλα γράμματα αναγνωστών της «Καθημερινής» για θέματα γλώσσας (βλ. εδώ). Στην πρώτη επιστολή «Περί καθαρευούσης» επικρίνεται με τη λέξη «ντροπή» ένας επιφυλλιδογράφος γιατί έγραψε «κυρίως πρόβλημα». Δεν είμαι βέβαιος ότι έχω καταλάβει τι εννοεί η επιστολογράφος.

― Ούτε εγώ. Δεν της αρέσει το επίρρημα ως επιθετικός προσδιορισμός; Τότε να μη λέμε ούτε «οι Κάτω Χώρες» 😛

― Παρακάτω, χαρακτηρίζει «απελπιστικά αγράμματους όρους» τη χρήση των επιρρημάτων «άμεσα» και «απλά» αντί για τα «αμέσως» και «απλώς». Είναι θέμα αγραμματοσύνης όμως;

― Έλεος, έχει πλέον για πολλούς ομιλητές παγιωθεί η σημασιολογική διαφορά μεταξύ των δύο μερών των ζευγών αυτών.

― Στη δεύτερη επιστολή της ίδιας ομάδας τα «Φλεβάρης» και «ου Φλιβάρς» συνδέονται κι αυτά με την έννοια της αγραμματοσύνης. Δηλαδή οι λαϊκοί και οι ιδιωματικοί τύποι χρησιμοποιούνται από αγράμματους;

― Καλά, αυτό είναι κλασικό και μας δείχνει πόσο ταξικό είναι τελικά το όλο ζήτημα του γλωσσαμυντορισμού.

― Ο συντάκτης της ίδιας επιστολής γράφει ότι «καταργήσαμε το απαρέμφατο και τη δοτική του οργάνου» και μάλλον συνεξετάζει αυτό το θέμα με την κατάργηση του πολυτονικού. Είναι σωστό όμως αυτό; Μήπως εδώ λανθάνει η γνωστή σύγχυση γλώσσας και γραφής;

― Βέβαια. Το απαρέμφατο αντικαταστάθηκε από ειδικές ή βουλητικές προτάσεις, η δοτική από εμπρόθετους προσδιορισμούς. Τι ζόρι τραβάει; Θα μπορούσαμε και να πούμε ότι οι νεότερες, αναλυτικές/περιφραστικές δομές είναι και πιο σαφείς από τις αρχαίες!

― Ο ίδιος επιστολογράφος υποστηρίζει: «Περάσαμε σε μία γλώσσα που έχει απολέσει την ακριβολογία και τη συνοπτική έκφραση». Δεν ξέρω για τη συνοπτική έκφραση, αλλά μπορεί κανείς βάσιμα να υποστηρίξει ότι η νεοελληνική δεν έχει ακριβολογία;

― Πώς το μετράει; Ας μας δείξει τον πήχυ και το συζητάμε.

― Με δεδομένο ότι και ο συντάκτης της αμέσως επόμενης –της τρίτης στη σειρά– επιστολής κάνει λόγο για τύπους δοτικής και απαρεμφάτων και αφήνει να εννοηθεί ότι κάποιοι τους έχουν καταργήσει, ίσως αξίζει να μιλήσουμε για το πώς νοείται η «δοτική» στη νέα ελληνική. Νομίζω ότι εδώ υποβόσκει σύγχυση συγχρονίας και διαχρονίας.

― Βλ. παραπάνω.

― Δύο ακόμα επιστολές στην «Καθημερινή» με θέμα επιρρηματικούς τύπους (βλ. εδώ).  Στην πρώτη επικρίνεται το «αμοιβαία επωφελής συμφωνία» με το σκεπτικό ότι το «αμοιβαία» μπορεί να θεωρηθεί επίθετο και αντιπροτείνεται το «αμοιβαίως επωφελής συμφωνία», όπου το «αμοιβαίως» είναι σαφέστατα επίρρημα. Αναρωτιέμαι όμως αν πράγματι το «αμοιβαία επωφελής συμφωνία» είναι αμφίσημο. Μήπως όντως είναι, αλλά κι εμείς γινόμαστε σχολαστικοί διορθώνοντάς το; Προσπαθώ να σκεφτώ άλλες περιπτώσεις, λ.χ. «ιδιαίτερα σημαντικά θέματα». Αναρωτιέμαι πόσοι εδώ θα αντιλαμβάνονταν το «ιδιαίτερα» ως επίθετο.

― Συμφωνώ.

― Στη δεύτερη επιστολή επικρίνεται η χρήση του «άμεσα» αντί για το «αμέσως» με το επιχείρημα ότι καμιά μητέρα δεν λέει στο παιδί της: «Έλα άμεσα να φας». Είναι όμως βάσιμο αυτό το επιχείρημα; Δεν μπορεί το «άμεσα» να χρησιμοποιείται όπως παλιότερα μόνο το «αμέσως», αλλά σε συγκεκριμένες χρήσεις αυτά τα δύο να μην είναι συνώνυμα;

― Συμφωνώ και πάλι.