15.6.15

ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ (3)

(Πρώτη δημοσίευση στο γκρουπ του facebook «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ»)

Στις 3/6 έγραψα τα εξής:

«Αρκετά κείμενα –άρθρα και επιστολές– για τη γλώσσα διάβασα τις τελευταίες μέρες στην “Καθημερινή”, δυστυχώς όμως τα δημοσιεύματα αυτά περιέχουν πολλές ανακρίβειες. Εδώ και μέρες έχω σκεφτεί να συζητήσω με γλωσσολόγο για τα εν λόγω κείμενα και να αναρτήσω τη σχετική συζήτηση εδώ, γιατί νομίζω ότι θα έχει ενδιαφέρον. Οι σημερινές ειδικά επιστολές (βλ. εδώ) επιδέχονται γλωσσολογικό σχολιασμό που εμπίπτει στη θεματολογία του γκρουπ. Δεν εννοώ τόσο το γεγονός ότι η γλώσσα αντιμετωπίζεται ως “το μόνο που μας έχει απομείνει σε αυτή την αξιοθρήνητη χώρα”. Κυρίως με απασχολούν άλλες απόψεις: Για παράδειγμα, γίνεται λόγος για κατάργηση τύπων δοτικής ή απαρεμφατικών, ενώ μάλλον αυτή η υποτιθέμενη κατάργηση φαίνεται να συνεξετάζεται με την κατάργηση του πολυτονικού – σύγχυση γλώσσας και γραφής; Δεν λείπουν και αξιολογικές κρίσεις που δύσκολα θα έβλεπε κανείς σε κείμενα ειδικών. Γιατί λ.χ. η αρχαία ελληνική είναι “το τελειότερο μέσον έκφρασης που ανακάλυψε ο άνθρωπος”; Πώς ορίζεται εδώ η τελειότητα; Αλλά και πότε χάσαμε την ακριβολογία στη γλώσσα; Υπάρχουν αρκετά ακόμη ερωτήματα. Περισσότερα σχόλια προσεχώς…».

Δημοσιεύω τώρα μια σύντομη συζήτηση που είχα γι’ αυτά τα θέματα με τη γλωσσολόγο Stavroula Tsiplakou, την οποία ευχαριστώ πάρα πολύ!

― Διαβάζω: «Την ελληνική γλώσσα δεν την έφτιαξαν οι Κριαράδες και οι Μπαμπινιώτηδες, με όλον τον σεβασμό. Την έφτιαξαν οι Σεφέρηδες, οι Παλαμάδες, οι Θεοτοκάδες, και οι Καβάφηδες. Αυτοί μας έδειξαν τη δυνατότητά της να μιλάει για τον κόσμο της. Αυτοί πήραν τη σκυτάλη από τη μακραίωνη Ιστορία της για να μας την παραδώσουν ολοζώντανη». (Πηγή: εδώ) Αναρωτιέμαι αν έχει υποστηρίξει κανείς ότι την ελληνική γλώσσα την έφτιαξαν γλωσσολόγοι και λεξικογράφοι ώστε να χρειάζεται να του απαντήσουμε ότι δεν έχει δίκιο. Άλλο με απασχολεί όμως: Μια γλώσσα άραγε τη φτιάχνουν οι λογοτέχνες;

― Μα τι σημαίνει το ερώτημα; Ποιο επίπεδο της γλώσσας; Φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, σημασιολογία, κειμενικά είδη; Νομίζω, αν το δεις έτσι αναλυτικά, απαντιέται από μόνο του: ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ, εν μέρει (κάποιο λεξιλόγιο), εν μέρει. Μπορεί φυσικά η παραγωγή γραπτής λογοτεχνίας σε μια μορφή γλώσσας να βοηθήσει την τυποποίησή της, ειδικά αν μιλάμε για κοινότητες που βρίσκονται σε στάδιο μετάβασης από την προφορικότητα στον εγγραμματισμό.

― Ο συντάκτης του ίδιου άρθρου καταλήγοντας σημειώνει ότι «ο ακρωτηριασμός της διδασκαλίας της ελληνικής λογοτεχνίας είναι ακρωτηριασμός της γλώσσας». Άλλωστε, το άρθρο έχει τίτλο «Το τέλος της ελληνικής γλώσσας». Ακόμη όμως κι αν καταργηθεί η διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο σχολείο, αυτό θα σημάνει το τέλος της ελληνικής γλώσσας;

― «Ακρωτηριασμός» με ποια έννοια; Τι θέλει να πει ο ποιητής; Αν εννοεί ότι οι μαθήτριες/οι μαθητές χάνουν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με λογοτεχνικές «ιδιολέκτους»/ύφη/χρήσεις γλώσσας από διαφόρους συγγραφείς, ας κάνουμε μια όπισθεν και ας αναρωτηθούμε με τη σειρά μας πότε ακριβώς στο εκπαιδευτικό μας σύστημα γινόταν συστηματική μελέτη της πτυχής αυτής της λογοτεχνίας. Απάντηση: ποτέ.

― Διάβασα την επιστολή «Το όνομα του Γιάννη». (Πηγή: εδώ) Για να είμαι ειλικρινής, έχω κάποιες επιφυλάξεις για το αν σημαίνει κάτι θετικό το να γράφει κάποιος Γιάννης το όνομά του με ένα ν. Δεν είναι όμως υπερβολικό να του χρεώσουμε, σύμφωνα με τον επιστολογράφο, ασέβεια προς την κοινωνία; Έχει τέτοιες διαστάσεις η ορθογραφία;

― Ε, όχι βέβαια (πρβλ. Ξενάκης).

― Σε άλλο άρθρο δημοσιευμένο στην «Καθημερινή» προβάλλονται επιχειρήματα για την επαναφορά της διδασκαλίας της καθαρεύουσας στο σχολείο. (Πηγή: εδώ) Νομίζω ότι όποιος έχει επαφή με τη μέση εκπαίδευση γνωρίζει πως η διδασκαλία της καθαρεύουσας δεν θα έλυνε κανένα πρόβλημα. Άλλο βέβαια είναι η διδασκαλία της καθαρεύουσας και άλλο η διδασκαλία κειμένων γραμμένων στην καθαρεύουσα. Τέτοια κείμενα υπάρχουν στα σχολικά βιβλία και διδάσκονται. Αυτό το σημειώνω γιατί νομίζω ότι αφήνεται να εννοηθεί –δηλαδή δεν δηλώνεται ξεκάθαρα– το αντίθετο. Θα ήθελα όμως να σταθούμε στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου αυτού. Εκεί ο αρθρογράφος ασχολείται με τον όρο «τεχνητή» γλώσσα. Με γλωσσολογικούς όρους τι θα μπορούσαμε να πούμε; Πότε είναι φυσική μια γλώσσα;

― Όταν οι ομιλήτριες/οι ομιλητές έχουν ξεκάθαρο γλωσσικό αισθητήριο όσον αφορά τη γραμματικότητα/αντιγραμματικότητα σε επίπεδο φωνολογίας/μορφολογίας/σύνταξης, πράγμα που με την καθαρεύουσα δεν συμβαίνει (απλούστατα γιατί υπάρχουν πολλές καθαρεύουσες, ανάλογα με τον συγγραφέα…). Το λεξιλόγιο, φυσικά, σε μεγάλο βαθμό είναι πολιτισμικό προϊόν, άρα «τεχνητό» (;;;;;) με την έννοια του κατασκευασμένου (μπορώ να επινοήσω μια λέξη, αλλά όχι μια γραμματική δομή).

― Κι άλλα γράμματα αναγνωστών της «Καθημερινής» για θέματα γλώσσας (βλ. εδώ). Στην πρώτη επιστολή «Περί καθαρευούσης» επικρίνεται με τη λέξη «ντροπή» ένας επιφυλλιδογράφος γιατί έγραψε «κυρίως πρόβλημα». Δεν είμαι βέβαιος ότι έχω καταλάβει τι εννοεί η επιστολογράφος.

― Ούτε εγώ. Δεν της αρέσει το επίρρημα ως επιθετικός προσδιορισμός; Τότε να μη λέμε ούτε «οι Κάτω Χώρες» 😛

― Παρακάτω, χαρακτηρίζει «απελπιστικά αγράμματους όρους» τη χρήση των επιρρημάτων «άμεσα» και «απλά» αντί για τα «αμέσως» και «απλώς». Είναι θέμα αγραμματοσύνης όμως;

― Έλεος, έχει πλέον για πολλούς ομιλητές παγιωθεί η σημασιολογική διαφορά μεταξύ των δύο μερών των ζευγών αυτών.

― Στη δεύτερη επιστολή της ίδιας ομάδας τα «Φλεβάρης» και «ου Φλιβάρς» συνδέονται κι αυτά με την έννοια της αγραμματοσύνης. Δηλαδή οι λαϊκοί και οι ιδιωματικοί τύποι χρησιμοποιούνται από αγράμματους;

― Καλά, αυτό είναι κλασικό και μας δείχνει πόσο ταξικό είναι τελικά το όλο ζήτημα του γλωσσαμυντορισμού.

― Ο συντάκτης της ίδιας επιστολής γράφει ότι «καταργήσαμε το απαρέμφατο και τη δοτική του οργάνου» και μάλλον συνεξετάζει αυτό το θέμα με την κατάργηση του πολυτονικού. Είναι σωστό όμως αυτό; Μήπως εδώ λανθάνει η γνωστή σύγχυση γλώσσας και γραφής;

― Βέβαια. Το απαρέμφατο αντικαταστάθηκε από ειδικές ή βουλητικές προτάσεις, η δοτική από εμπρόθετους προσδιορισμούς. Τι ζόρι τραβάει; Θα μπορούσαμε και να πούμε ότι οι νεότερες, αναλυτικές/περιφραστικές δομές είναι και πιο σαφείς από τις αρχαίες!

― Ο ίδιος επιστολογράφος υποστηρίζει: «Περάσαμε σε μία γλώσσα που έχει απολέσει την ακριβολογία και τη συνοπτική έκφραση». Δεν ξέρω για τη συνοπτική έκφραση, αλλά μπορεί κανείς βάσιμα να υποστηρίξει ότι η νεοελληνική δεν έχει ακριβολογία;

― Πώς το μετράει; Ας μας δείξει τον πήχυ και το συζητάμε.

― Με δεδομένο ότι και ο συντάκτης της αμέσως επόμενης –της τρίτης στη σειρά– επιστολής κάνει λόγο για τύπους δοτικής και απαρεμφάτων και αφήνει να εννοηθεί ότι κάποιοι τους έχουν καταργήσει, ίσως αξίζει να μιλήσουμε για το πώς νοείται η «δοτική» στη νέα ελληνική. Νομίζω ότι εδώ υποβόσκει σύγχυση συγχρονίας και διαχρονίας.

― Βλ. παραπάνω.

― Δύο ακόμα επιστολές στην «Καθημερινή» με θέμα επιρρηματικούς τύπους (βλ. εδώ).  Στην πρώτη επικρίνεται το «αμοιβαία επωφελής συμφωνία» με το σκεπτικό ότι το «αμοιβαία» μπορεί να θεωρηθεί επίθετο και αντιπροτείνεται το «αμοιβαίως επωφελής συμφωνία», όπου το «αμοιβαίως» είναι σαφέστατα επίρρημα. Αναρωτιέμαι όμως αν πράγματι το «αμοιβαία επωφελής συμφωνία» είναι αμφίσημο. Μήπως όντως είναι, αλλά κι εμείς γινόμαστε σχολαστικοί διορθώνοντάς το; Προσπαθώ να σκεφτώ άλλες περιπτώσεις, λ.χ. «ιδιαίτερα σημαντικά θέματα». Αναρωτιέμαι πόσοι εδώ θα αντιλαμβάνονταν το «ιδιαίτερα» ως επίθετο.

― Συμφωνώ.

― Στη δεύτερη επιστολή επικρίνεται η χρήση του «άμεσα» αντί για το «αμέσως» με το επιχείρημα ότι καμιά μητέρα δεν λέει στο παιδί της: «Έλα άμεσα να φας». Είναι όμως βάσιμο αυτό το επιχείρημα; Δεν μπορεί το «άμεσα» να χρησιμοποιείται όπως παλιότερα μόνο το «αμέσως», αλλά σε συγκεκριμένες χρήσεις αυτά τα δύο να μην είναι συνώνυμα;

― Συμφωνώ και πάλι.

«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ»

Δυσκολεύομαι να σχολιάσω κείμενα όπως το άρθρο «Ο πόλεμος εναντίον των Ελληνικών»του Τ. Θεοδωρόπουλου. Θεωρώ ότι δεν απευθύνονται στη λογική και ότι δεν χαρακτηρίζονται από λογική δομή, με αποτέλεσμα να μην μπορώ –τουλάχιστον στην αρχή– να πιάσω το νήμα από πουθενά. Ωστόσο, έκανα μια προσπάθεια και έγραψα ένα σημείωμα ή κράτησα μερικές σημειώσεις:

Ο αρθρογράφος στην πρώτη παράγραφο αναφέρεται σε παλιότερη θεατρική απόδοση έργων του Γ. Βιζυηνού και πληροφορεί ότι πολλοί θεατές βρήκαν υπέροχη τη γλώσσα του συγγραφέα. Νομίζω ότι εδώ ο Τ. Θ. υποβάλλει την ιδέα ότι υπέροχη είναι η καθαρεύουσα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι θεατές εκείνοι σχολίασαν τη γλώσσα ενός λογοτέχνη – και μάλιστα τόσο σπουδαίου. Αυτή είναι υπέροχη γλώσσα, αν μπορούμε να το πούμε έτσι.

Παρακάτω, ο Τ. Θ. ισχυρίζεται ότι η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει. Η γλωσσική κινδυνολογία ή και καταστροφολογία όμως είναι γνωστό θέμα. Δεν είναι τωρινό ούτε αφορά μόνο τα ελληνικά. Θα πρέπει να μας προβληματίσει το γεγονός ότι οι γλωσσολόγοι δεν συμμερίζονται τον σχετικό προβληματισμό. Όσο για την άποψη ότι «τα ελληνικά, έτσι όπως τα καταντήσαμε, έχουν γίνει η γλώσσα της καθημερινής ασχήμιας, του καβγά, της επιθετικότητας, της κατεστημένης μαγκιάς», δεν έχω να σημειώσω πολλά πράγματα. Απλώς αναρωτιέμαι πότε έλειπαν όλα αυτά τα αρνητικά. Ποια εποχή να νοσταλγήσουμε; Προφανώς, δεν είναι επιστημονικός λόγος αυτός και είναι δύσκολο να αντιτάξεις κάτι.

Πιο κάτω διαβάζουμε: «Στο σχολείο, τα ελληνικά είναι η γλώσσα της παπαγαλίας και της αποστήθισης. Το παιδί ξέρει πως αν θέλει μια μέρα να καταφέρει να σκεφτεί κάτι παραπάνω ή να προχωρήσει στο επιστημονικό στάδιο πέρα από την παπαγαλία των πανελληνίων εξετάσεων, θα πρέπει να μάθει τουλάχιστον αγγλικά». Δεν καταλαβαίνω πώς ο αρθρογράφος συνδέει την παπαγαλία με το θέμα του κειμένου. Και βέβαια, θα υπήρχε παπαγαλία στο ελληνικό σχολείο ακόμη και αν επίσημη γλώσσα ήταν σήμερα η καθαρεύουσα. Άρα; Όντως, η παπαγαλία είναι ένα πολύ αρνητικό στοιχείο που πρέπει να εκλείψει. Αλλά ακόμη και στις πανελλήνιες εξετάσεις το παιδί καλείται «να σκεφτεί κάτι παραπάνω». Με μόνο όπλο την παπαγαλία ούτε καλή έκθεση γράφεις ούτε το αδίδακτο κείμενο των αρχαίων ελληνικών μεταφράζεις. Ας μην είμαστε λοιπόν απόλυτοι.

Ο Τ. Θ. κάνει λόγο για τον «αποκλεισμό του νέου από την καθαρεύουσα». Μα πώς αποκλείεται από την καθαρεύουσα ο νέος, εφόσον διδάσκονται στο σχολείο κείμενα γραμμένα στην καθαρεύουσα; Και δεν πρόκειται μόνο για λογοτεχνικά κείμενα. Δεν είναι η διδασκαλία της καθαρεύουσας ή κειμένων γραμμένων στην καθαρεύουσα η λύση. Πρέπει να βελτιωθεί κυρίως η διδασκαλία της νέας ελληνικής και η εξοικείωση με τη λόγια γλωσσική παράδοση να γίνει με αφετηρία τη νέα ελληνική.

Γράφει ο Τ. Θ.: «Μην ξεχνάμε ότι οι εκπαιδευτικοί κοιμούνται με το λεξικό Μπαμπινιώτη στο προσκέφαλό τους, ένα λεξικό κανονιστικό, μιας γλώσσας που την έχουν κατασκευάσει ένας γλωσσολόγος και οι μαθητές του, όπου δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στη λογοτεχνία που θα νομιμοποιούσε την εκδοχή της ερμηνείας των λέξεων. Προχειρότητα; Ή προκεχωρημένο φυλάκιο του πολέμου κατά των ελληνικών;». Μα το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει επικριθεί ως κανονιστικό ακριβώς γιατί σε ορισμένα θέματα ρυθμίζει, όπως λέμε, τη γλώσσα και δεν την περιγράφει. Ας θυμηθούμε τη σύσταση να λέμε το σωστό, υποτίθεται, «κηπόπολη» αντί για «κηπούπολη». Ο κανονιστικός χαρακτήρας του εν λόγω λεξικού, που εγώ προσωπικά το θεωρώ πολύ αξιόλογο ως προς διάφορους τομείς, είναι άσχετος με το θέμα του άρθρου. Και πάντως, ακόμη και με αυτά τα ρυθμιστικά στοιχεία, είναι υπερβολικό να πει κανείς ότι η συγκεκριμένη λεξικογραφική ομάδα έχει κατασκευάσει μια γλώσσα. Επίσης, δεν είναι ακριβές αυτό που γράφει ο Τ. Θ., ότι δηλαδή στο συγκεκριμένο λεξικό «δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στη λογοτεχνία που θα νομιμοποιούσε την εκδοχή της ερμηνείας των λέξεων». Δεν ξέρω τι ακριβώς εννοεί, αλλά αναφορές στη λογοτεχνία υπάρχουν στο λεξικό Μπαμπινιώτη, όπως παραδείγματα χρήσης που προέρχονται από λογοτεχνικά κείμενα. Κάποιος βέβαια μπορεί να θέλει περισσότερη λογοτεχνία σε ένα λεξικό. Το θέμα αυτό έχει λεξικογραφικό ενδιαφέρον, αλλά δεν είναι του παρόντος. Το να κάνεις λόγο όμως για «προκεχωρημένο φυλάκιο του πολέμου κατά των ελληνικών» γιατί ένα λεξικό (υποτίθεται ότι) δεν κάνει αναφορές στη λογοτεχνία είναι υπερβολή.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Θα μεταφέρω ένα εύστοχο σχόλιο που άκουσα σε σημερινή προφορική συζήτηση για το παραπάνω άρθρο: Ο συντάκτης του από τη μια προτείνει τη διδασκαλία της καθαρεύουσας και από την άλλη επικρίνει την παπαγαλία, που πράγματι υπάρχει στο ελληνικό σχολείο. Ας φανταστούμε όμως πόσο θα αυξανόταν η παπαγαλία αν διδασκόταν η καθαρεύουσα.

2.6.15

Διάλογος

Διάλογος μεταξύ δύο πολύ μικρών αγοριών στην πλατεία της Βούλας:

― Με έβρισες από μέσα σου.
― Ποιος σε έβρισε από μέσα του;
― Εσύ.
― Από μέσα μου;
― Ναι.
― Και τότε πώς το ξέρεις;
― Σε άκουσα.