23.2.16

Βιβλιοκριτική

Βασίλειος Αργυρόπουλος:


«Τα όρια της γλώσσας μου δηλώνουν τα όρια του κόσμου μου», έγραψε κάποτε ο φιλόσοφος Λουδοβίκος Βίττγκενσταϊν, εννοώντας προφανώς ότι η ανθρώπινη γνώση είναι εφικτή μέχρι εκεί που εκτείνονται οι δυνατότητες της γλώσσας για τη συγκρότηση της εικόνας που έχουμε για τον κόσμο μας. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη γνώση για τη γλώσσα τόσο συναρπαστική: Μια γνώση που είναι συνάμα επίγνωση όλων των γνώσεων που είμαστε δυνάμει σε θέση να αποκτήσουμε μέσω της γλώσσας.

Είμαστε η γλώσσα μας. Είμαστε τα μηνύματα που εκπέμπουμε και προσαντιλαμβανόμαστε. Όσο και αν προσπαθήσουμε, όσο και αν πασχίσουμε, δεν θα καταφέρουμε ποτέ να διαχωρίσουμε τους εαυτούς μας από τη γλώσσα. Η γλώσσα ως οργάνωση συμβολικών μορφών μάς καταξιώνει ως συμβολικά υποκείμενα στη σφαίρα του πολιτισμού. Οι χορδές της ψυχής μας πάλλονται διαρκώς από το δοξάρι της γλώσσας μας – ολόενα και σε πιο πολύπλοκες συγχορδίες, καθώς η γλώσσα εφορμά να κατακτήσει διαρκώς και πιο αναλυτικά, πιο λεπτομερειακά την αναπαράσταση του κόσμου μέσα μας. Το μόνο που μπορούμε να καταφέρουμε –κι αυτό με αρκετή δόση ενσυνειδητότητας– είναι να πάρουμε μια απόσταση ασφαλείας και να δοκιμάσουμε να αντιμετωπίσουμε την ίδια την γλώσσα ως αντικείμενο γνωσιακού προβληματισμού.

Εδώ, ωστόσο, ελλοχεύει ο κίνδυνος να παρεκτραπούμε, ωθούμενοι από ιδεολογικές τοποθετήσεις, σε εντελώς αστήρικτες απόψεις για τη γλώσσα, ο κίνδυνος να συνθέσουμε μυθολογία αντί για έγκυρη γνώση. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα αποτελεί η γλωσσική αρχαιολατρία στην περίπτωση της ελληνικής γλώσσας, ένα φαινόμενο που τείνει να προσλάβει διαστάσεις αστικού μύθου. Κι εδώ έρχεται ο εκλεκτός συνάδελφος γλωσσολόγος Βασίλειος Αργυρόπουλος με το νέο του ηλεκτρονικό βιβλίο Γλωσσική αρχαιολατρία, μια σύγχρονη μυθολογία να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, να επισημάνει τα αίτια και τις συνέπειες του φαινομένου, να περιγράψει και να ερμηνεύσει με τρόπο απλό, προσιτό, διακριτικό και συνάμα γοητευτικό τι συμβαίνει όταν προσπαθούμε να εξηγήσουμε πλευρές της ελληνικής γλώσσας μέσα από ιδεολογικούς παραμορφωτικούς φακούς. Με ύφος σεμνό και συνάμα στιβαρό, το βιβλίο αυτό αποκαλύπτει την παγίδα που αναφέραμε πιο πάνω, να παρεκτρεπόμαστε σε αστήρικτες απόψεις για τη γλώσσα, αν και οι προθέσεις μας είναι καλοπροαίρετες.

Το βιβλίο αυτό πετυχαίνει να μας εμπνεύσει μια πιο πειθαρχημένη αξιολογική στάση απέναντι στην ελληνική γλώσσα, μια στάση εντελώς απαλλαγμένη από ιδεοληψίες και μυθολογικούς οίστρους. Πετυχαίνει να μας κάνει να δούμε ρεαλιστικά και αμερόληπτα τη διαχρονική πορεία της ελληνικής γλώσσας, έτσι ώστε να κατανοήσουμε το σημαντικότερο γνώρισμα της γλώσσας εν γένει, που είναι η διαρκής εξέλιξή της. Εύγε!

Δρ. Χρυσόστομος Παπασπύρου,
Χημικός Πανεπιστημίου Αθηνών,
Διδάκτωρ Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου Αμβούργου,
Διευθυντής Γυμνασίου & Λυκείου
Κωφών & Βαρηκόων Αγίας Παρασκευής

21.2.16

«Τα ελληνικά ως κάτεργο»

«Το εν λόγω λεξικό περιστασιακά αναφέρεται στην ετυμολογία, από τις λέξεις δε και τη σημασία τους λείπει η καταγραφή της ιστορικής τους ύπαρξης, αγνοείται δηλαδή το αποθεματικό κεφάλαιο της γλώσσας μας, η λογοτεχνία. Λογικόν. Διότι, πλην του κόπου που προϋποθέτει η αναζήτηση των γραπτών πηγών, ο λεξικογράφος θα ήταν αναγκασμένος να εντρυφήσει και στο περιβάλλον της καθαρευούσης, είδους που αντιμετωπίζεται ως παραβίαση του δημοκρατικού συντάγματος της εκπαίδευσης».
Ένας σχολιαστής του παλιότερου άρθρου «Ο πόλεμος εναντίον των Ελληνικών» του κυρίου Θεοδωρόπουλου επισημαίνει ότι στην τέταρτη έκδοση του λεξικού Μπαμπινιώτη η συντομογραφία «λογοτ.» χρησιμοποιείται 400 φορές, ότι «μόνο από τους “μείζονες” Έλληνες ποιητές (ενδεικτικά: Σεφέρη, Ελύτη, Σολωμό, Καβάφη, Κάλβο, Καρυωτάκη, Παλαμά, Ρίτσο, Σικελιανό) υπάρχουν πάνω από 140 παραθέματα Λογοτεχνίας διάσπαρτα σε όλο το Λεξικό» και ότι «υπάρχουν πάρα πολλά από άλλους ποιητές, πεζογράφους, δοκιμιογράφους, Έλληνες λογίους, ξένους συγγραφείς και δημοτικά τραγούδια».

Ωστόσο, ο κύριος Θεοδωρόπουλος ισχυρίζεται ότι στο συγκεκριμένο λεξικό «αγνοείται η λογοτεχνία». Το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι ότι ο αρθρογράφος δεν διαβάζει τα ηλεκτρονικά σχόλια.

Μάλλον όμως δεν έχει διαβάσει ούτε το λεξικό Μπαμπινιώτη. Αλλιώς, δεν θα έγραφε ότι «το εν λόγω λεξικό περιστασιακά αναφέρεται στην ετυμολογία». Και να σκεφτεί κανείς ότι το συγκεκριμένο λεξικό έχει κατηγορηθεί γιατί σε αρκετά λήμματα το ετυμολογικό πεδίο είναι πιο εκτενές από το ερμήνευμα.

Το γεγονός δε ότι ο εν λόγω καθηγητής παρουσιάζεται σαν κάποιος που δεν διάκειται και τόσο φιλικά προς την καθαρεύουσα ας το αφήσω ασχολίαστο…

Δεν έχω πάψει να μένω άναυδος με τον δημόσιο λόγο για τη γλώσσα.

8.2.16

Η θεία Δασεία και η μαντάμ Σιρκονφλέξ

«Ίσως η χειρότερη συνέπεια της κατάργησης του πολυτονικού, των Αρχαίων, ακόμα και της –χρησιμότατης για τις κλασσικές σπουδές– καθαρεύουσας, δεν ήταν τόσο η εκφραστική φτώχεια που ρήμαξε τη σκέψη μας, όσο η πολιτικοποίηση των γλωσσικών επιλογών στην Παιδεία».
Δεν ξέρω αν η πολιτικοποίηση των γλωσσικών επιλογών στην Παιδεία είναι συνέπεια –και μάλιστα η χειρότερη– της κατάργησης του πολυτονικού, αλλά ο ισχυρισμός ότι η κατάργηση του πολυτονικού οδήγησε σε εκφραστική φτώχεια είναι ένας από τους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του άρθρου αυτού. Ο ανορθολογισμός στον δημόσιο διάλογο για τη γλώσσα δεν είναι βέβαια ούτε τωρινό ούτε ελληνικό φαινόμενο. Θα άξιζε να προβληματιστούμε για τα βαθύτερα αίτια.

Επιπρόσθετα σχόλια:

Η αρθρογράφος –μάλλον εκ παραδρομής– σε δύο σημεία του κειμένου της κάνει λόγο για στίξη, ενώ φυσικά τα σημεία στίξης δεν έχουν καταργηθεί.

Επίσης, αναρωτιέται «πώς γίνεται να πεις “σ’ αγαπώ”» χωρίς περισπωμένη». Είναι όμως σαν να ισχυρίζεται κάποιος ότι λέει «σ’ αγαπώ» με ωμέγα. Το <ω> το γράφεις – δεν το λες. Άλλο γραφή και άλλο γλώσσα.

Ακόμη, το γεγονός ότι αρχαίοι δεν έβαζαν πνεύματα ούτε τόνους δεν γίνεται να το προσπεράσουμε τόσο εύκολα. Ακριβώς αυτό δείχνει ότι η έννοια της συνέχειας της ελληνικής γραφής είναι σχετική.