17.2.06

Κριτική μιας Νεοελληνικής Γραμματικής

Η κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων είναι η κατάργηση της ορθογραφίας, που είναι τελικά η καταστροφή της συνέχειας. Ήδη τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών. Δηλαδή πάμε να καταστρέψουμε ό,τι κτίσαμε πριν λίγα χρόνια; Αυτή είναι η δραματική μοίρα του σύγχρο­νου ελληνισμού
Κορνήλιος Καστοριάδης



Hubert Pernot,Grammaire du Grec Moderne, 1917, Librairie Garnier Freres, Paris


Ο κ. Περνό είναι ένας ευσυνείδητος και σοφός επιστήμων. Με είναι μια αληθινή ευχαρίστησις οσάκις διαβάζω ή συμβουλεύομαι έργον του. Η πρώτη έκδοσις της Νεοελληνικής Γραμματικής του ήταν χρήσιμο βιβλίο. Η τωρινή όμως έκδοσις με φαίνεται ανωτέρα. Η μορφολογίες της είναι καλλίτερες. Είναι πιο περιεκτική. [...]

Το βιβλίον αρχίζει, φυσικά, με το αλφάβητο. Το αλφάβητό μας κάποτε μάς κάμνει δυσχερές να παίρνουμε λέξεις από ξένες γλώσσες, όπου ήχοι σαν (π.χ.) το γαλλικό u ή το j υπάρχουν. Αλλ' αυτό συχνά μόνο στην αρχή. Η προφορά της ξένης λέξεως αλλάζει μες στην ελληνική λαλιά και γένεται σύμφωνη με αυτήν. Είμαι πολύ υπέρ της παραδοχής των ξένων λέξεων, όταν η γλώσσα μας δεν έχει όρον για μιάν έννοιαν, ή δεν δύναται εύκολα και με ακρίβειαν να τον μορφώσει, πράγματα που πολλές φορές την συμβαίνουν. Ο εθνισμός της λέξεως -ως έδειξεν ο Ψυχάρης- γένεται από την κλίσιν (σημ. επιδέχεται εξαιρέσεις ο κανών. Έγιναν ελληνικά το τραμ, το μπαρ, το τέννις. Ο κ. Χατζηδάκις δεν θεωρεί εντελώς απίθανον, μάς λέγει ο κ. Τριανταφυλλίδης ("Ξενηλασία ή ισοτέλεια", 1905, σελ 110) "να γίνη ελληνική η γαλλική κατάληξις -age, η οποία οποία υπάρχει εις μερικάς λέξεις αι οποίαι εισήλθαν εις την μας ή λέγονται οπωσδήποτε, καθώς λ.χ. μασάζ, αμπαλάζ, κορσάζ, γκρινάζ, πλαζ".)

Προκειμένου περί των μέσων τού αλφαβήτου μας, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι είμεθα ιδιαζόντως πτωχοί. Εν συγκρίσει προς την γαλλική γλώσσα μάς λείπουν το u, το ch, το j της. Έχουμε όμως το χ, το γ, το θ, το δ, που δεν έχει αυτή. Ο κ. Μένος Φιλήντας εσύστησε -πολύ πρακτικά- το ου, που δεν είναι πια δίφθογγος να γράφεται 8, και να προστεθεί στο αλφάβητό μας ως ένα γράμμα περισσότερο. Κι ο Βηλαράς ήταν ομοίας γνώμης. Στον 17ο αιώνα, στην Κρήτη, έγινε παροδική χρήσις του λατινικού αλφαβήτου στην γλώσσα μας (σημ. Από την "Ερωφίλη": Ta gieglia me ta claimata, me ti gharan i prica/ mnian horan esparthicassi chie amadhi egiegnithica/ giaftos masi girissusi, chie to ena t' allo alassi/ che opios egiela to taghi, clegi prighu vradiassi.)

Μερικοί φιλόλογοι μεταχειρίσθηκαν το λατινικό αλφάβητο στο γράψιμο ελληνικών διαλέκτων. Τα ελληνικά της Κάτω Ιταλίας συνήθως τα γράφουν με λατινικά ψηφία. Τα τέσσαρα ελληνικά άσματα της Ιταλίας που παραθέτει ο κ. Πολίτης στις "Εκλογές" του τα γράφει με το δικό μας αλφάβητο. Και μ'αρέσει αυτός ο τρόπος του. Προσθέτει στα ψηφία μας ένα μόνο λατινικό το d. [...]

O Ροΐδης ήταν επίσης της γνώμης ότι η δημοτική έχει λιγότερους ιωτακισμούς από την καθαρεύουσα. Εξ άλλου δεν θεωρούσε τον ιωτακισμόν "μέγα κακόν". Πιο συχνή "παρά εις την ελληνικήν", λέγει, "είναι η επανάληψις του ποικίλως γραφομένου φθόγγου i εις την αγγλικήν, την οποίαν ουδείς, καθ' όσον γνωρίζομεν, εμέμφθη ποτέ διά τον ιωτακισμόν. Οπωσδήποτε η τρις ή και τετράκις είς τινας ελληνικάς λέξεις επανάληψις του αυτού φθόγγου ως λ.χ. ειρήνη, μυρσίνη, φυσική, μυστική, ποιητική, υβρίζει, σπινθηρίζει, ξυνίζει, κιτρινίζει, πιπιλίζει κτλ. ολίγην προξενεί ενόχλησιν και εις ουδένα αντιβαίνει της σημερινής λαλιάς ευφωνικόν κανόνα.

[...]

Κάμνει παρατηρήσεις ο κ. Περνό επί του τονισμού των λέξεων που θα είναι ωφέλιμες στον Γάλλο τον μανθάνοντα την γλώσσα μας. Ένα λάθος τονισμού, που μπορεί να κάμει ο ξένος, αλλάζει την έννοιαν μιάς λέξεως (αλλά-άλλα, κανείς-κάνεις, πεινώ-πίνω). Όμοιαν παρατήρησιν έκαμε κι ο κ. Μένος Φιλήντας, αλλά με άλλον σκοπό: δηλαδή για να δείξει το πόσο είναι αναγκαίον να φυλαχθεί η γραφή ενός τόνου. Αλλά ενός μόνον, μιά οξεία: η βαρεία κ' η περισπωμένη κάλλιο να λείψουν.
[...]

Στην ορθογραφία του ο κ. Περνό είναι συντηρητικός. Γράφει "να χάσης, να χάση". Βάζει δασεία επάνω στο αρχικό ρ. Γράφει "ευκολώτερον". Δυνατόν να κάμνει αυτά όχι επειδή τα εγκρίνει, αλλά επειδή τα θεωρεί της καθιερωμένης χρήσεως. Κατ' εμέ, η γραφές αυτές είναι δυσάρεστες.

[...]

Στην κλίσι του "Type: ο κλέφτης", καλά κάμνει που αναγράφει την ονομαστική πλήθυντική "ράφτηδες", αν και δεν είναι διαδεδομένος. Υπάρχει και πληθυντικός "ραφτάδες". "Ο προτιμότερος τύπος, λέγει ο κ. Πέτρος Βλαστός (Γραμματική της Δημοτικής) είναι το "τες" (ράφτες). Και μετ' αυτόν το "άδες" (ραφτάδες).

[...]
"Είμαστε (είμεθα)". Το είστε λέγεται τώρα και είσθε.
"Χάνομε, έχομε, θέλομε" και τέτοια: έπρεπε ν' αναγραφούν τα χάνουμε, έχουμε, θέλουμε. Στην πρώτην έκδοσι τής Γραμματικής του έδιδε το ούμε (χάνουμε) ως επικρατούντα τύπον.
[...]
Δεν με αρέσει η διατήρησις της γραφής "ηις, ηι" στο ρήμα "ζω". Προτιμώ να γράφεται "ζεις, ζει".
[...]
Την προσθήκη του καταληκτικού ε στα τρίτα πρόσωπα (πληθ.) των ρημάτων που τελειώνουν με ν την αναφέρει ο κ. Περνό (στην αρχή του Κεφαλαίου περί Παροξυτόνων Ρημάτων), και μετά δεν την υποδεικνύει πλέον στα πλήρη παραδείγματα των ρηματικών κλίσεων (π.χ. σελ. 141, 160). Ο κ. Φιλήντας λέγει ότι το ε αυτό έγινεν απ' αναλογία - όπως γράφουμε, γράφετε, είπαν και γράφουνε, όπως τρέξαμε, τρέξατε, είπαν και τρέξανε.
[...]
Ετελείωσα τες σημειώσεις μου επί του βιβλίου. Η γενική μου εντύπωσις είναι πολύ καλή. [...]


Κ. Π. Καβάφης


Σχόλιο: την αντιγραφή αυτή την έκανα, επειδή πολύ λιβανίζουμε τελευταία τον κύριο Καβάφη. Βλέπετε, φίλοι συνέλληνες, ότι δεν το'χε σε πολύ να αρνηθεί τους τόνους του, να υιοθετήσει μαλλιαρισμούς, να συστρατευθεί με εξ Εσπερίας υπονομευτάς, να μπασταρδέψει (ίνα μή τι χείρον είπω) το αλφάβητό μας. Μήπως ήταν και αυτός ένας Ποσειδωνιάτης;

Δεν ξεχνώ βεβαίως ότι σάς χρεωστώ ένα τέλος της τριλογίας, για να σάς επιστρέψει ο ύπνος που σάς έχει κοπεί. Αλλά πού χρόνος...

27.12.05

To πολυτονικό και η λαγνεία -το δεύτερο μέρος της τριλογίας

Μπορεί εμείς εδώ να γράφουμε παρωδίες για το πολυτονικό, κάποιοι όμως γράφουν ποιήματα κανονικά, ποιήματα ερωτικά, τραγούδια πόθου και νοσταλγίας για την ψιλή, για την περισπωμένη (όχι, μην περιμένετε λινκ, πάντως το σάιτ υπάρχει). Και στους αφελείς που ρωτάμε προς τι ο πόθος και ο καημός, οι απαντήσεις, όταν δεν είναι μεταφυσικές και σιβυλλικές, συνήθως έχουν να κάνουν με την τρισχιλιόχρονη παράδοση της γραφής στον τόπο μας και την δισχιλιόχρονη πολυτονική τοιαύτη. Παράδοση λοιπόν, μία ακόμα κυρία με την οποία ο νεοέλληνας τηρεί σχέσεις σχιζοφρενικές. "Και όμως έχει αποδειχθεί πως είναι τόσο βλαβερή κάθε παράδοση όσο και το τσιγάρο. Προκαλεί κυκλοφοριακή ανωμαλία, παραμορφώσεις σε πρόσωπα ανώριμα, σκουριά στις αρτηρίες, αναστολές στη δράση ή μάλλον, έφεση για λάθος δράση. [...] Να μην ξεχάσουμε κι αυτή τη συγκινητική πρωτοβουλία που κάθε τόσο αναλαμβάνουν πέντε, δέκα, δεκαπέντε στ' όνομα της παράδοσης και της κληρονομιάς. Να μάς περιφρουρήσουνε εμάς τους πολλούς, από διάφορες ξενοκίνητες επιρροές και να μάς ξαναβάλουνε στον ίσιο δρόμο εμάς τους υπολοίπους εννιά με δέκα εκατομμύρια, πάντοτε στ' όνομα του πατρός και του υιού και της αθάνατης ελληνικής κληρονομιάς. Και οι σωτήρες τούτοι οι πέντε, οι δέκα, οι δεκαπέντε, μένουν στην ιστορία, σαν οι μοναδικοί και γνήσιοι Έλληνες, οι μόνοι αφρίζοντες, οι μόνοι εθνικοί.", όπως θα'λεγε και ο ποιητής.

Τα ποιητικά όμως, και στην περίπτωσή μας και στην περίπτωσή τους, λίγο πείθουν. Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες παρεξηγήσεις και συγχύσεις, τις οποίες εκμεταλλεύονται ή καλλιεργούν όσοι ανάγουν το πολυτονικό σε εθνική αξία. Τις συγχύσεις αυτές εύκολα τις υιοθετεί ενίοτε ακόμα και το "μετριοπαθές" τμήμα των χρηστών, πρώτιστα γιατί είναι οι κυρίως προβαλλόμενες. Σημαντικό ρόλο ίσως παίζει και ο παράγων "συνήθεια" -κυρίως στους μεγαλύτερους σε ηλικία- που στο μυαλό πολλών ταυτίζεται με την παράδοση.

Η πρώτη σύγχυση είναι η ταύτιση γλώσσας και γραφής. Για κάποιους, η εγκατάλειψη των πολλών τόνων από τη γραφή σημαίνει και την απεμπόληση και κατάργηση (λες και αυτό μπορεί να γίνει διά νόμου) κάποιων στοιχείων της γλώσσας. Είναι ήδη γνωστό στους πιο πολλούς ότι οι 3 τόνοι αποτελούν ενδείξεις προφοράς που δεν έχουν σήμερα αντίκρισμα. Είναι επίσης γνωστό πως όσο αυτά τα στοιχεία της προφοράς (η προσωδία και ο μουσικός τονισμός) πραγματικά υπήρχαν στη γλώσσα, η γραφή δεν έκρινε αναγκαίο να τα αποδίδει με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο (στο προευκλείδειο αλφάβητο, μάλιστα, δεν υπήρχε καν διάκριση μακρού/βραχέος ο και e).

Πότε υπήρχαν και πότε δεν υπήρχαν οι 3 τόνοι στην ελληνική γλώσσα; Όταν προφέρονταν αλλά δεν "γράφονταν" (δηλ. συμβολίζονταν) ή όταν γράφονταν αλλά δεν προφέρονταν; Το ξέρω ότι κομίζω γλαύκας εις Αθήνας, αλλά ας πάρουμε τα δεδομένα (από τη Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, τον οποίο έχει στη καρδιά του, νομίζω, πάς όστις αγαπά τη γλώσσα του):

-α) "Η καθιέρωση των τόνων στην ιστορία της ελληνικής γραφής είναι μάλλον όψιμη, αφού αρχίζει μεν να εφαρμόζεται σε κάποια έκταση από τον 2ο/3ο μ.Χ. αι. στα φιλολογικά κείμενα (σσ. μια "ακανόνιστη" χρήση-κυρίως για τα ομόγραφα- ενός "είδους" πολυτονικού συστήματος είχε κάνει ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος περί το 200π.Χ.), αλλά η χρήση του για κάθε λέξη που γράφεται γενικεύεται αρκετούς αιώνες αργότερα στο Βυζάντιο, μόλις τον 9ο/10ο αι. μ.Χ. μαζί με την καθιέρωση της μικρογράμματης γραφής".

-β) "Ως τον 2ο μ.Χ. αι. (σσ. ύστερα από τον οποίο εμφανίζεται και η ρυθμοτονική ποίηση, ποίηση δηλαδή βασισμένη στον δυναμικό τονισμό) [...] έχει συντελεσθεί η μετατροπή του τονισμού από μουσικό σε δυναμικό".

Αν κάνουμε τις πράξεις, τι μάς βγαίνει; Ότι τα τονικά σημάδια επινοήθηκαν ακριβώς όταν δεν ανταποκρινόταν η προφορά της εποχής σε αυτά, όταν δηλαδή η προσωδία ξεχνιόταν. Νομίζω πως αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του πώς μπορεί η γλώσσα να είναι ανεξάρτητη της γραφής. Ίσως μάς πάει ακόμα παραπέρα, σε μια διαπίστωση που δεν κολακεύει συνολικά την εφεύρεση του πολυτονικού: ότι ήταν ίσως λάθος και μια εξαρχής οπισθοδρομική/συντηρητική επιλογή η χρησιμοποίησή του για την καταγραφή της (εκάστοτε) σύγχρονης γλώσσας, ήδη από την εποχή γεννήσεως του συστήματος. Το πολυτονικό φαίνεται να είναι χρήσιμο (χρησιμότατο) μόνο για τα αρχαία κείμενα και μόνο για τους μη αρχαίους αναγνώστες και μελετητές, δηλαδή τους κλασικούς φιλολόγους.

Για όσους επιμένουν να λένε ότι κάνουμε εκπτώσεις στη γλώσσα, εγκαταλείποντας τα τονικά σημάδια, ας τους βάλουμε ένα μικρό πρόβλημα: αν γράψουμε τα αγγλικά με ελληνικούς χαρακτήρες, θα γίνουν ελληνικά;

Η δεύτερη παρεξήγηση που μάλλον τροφοδοτεί "θεωρητικά" το ενδιαφέρον για τη διάσωση και την ανάσταση του πολυτονικού είναι η αντιμετώπιση του μονοτονικού ως μιας μορφής εγκατάλειψης της ιστορικής ορθογραφίας. Ιστορική ορθογραφία όμως, αν δεν κάνω λάθος, είναι κυρίως αυτό που εννοούμε λέγοντας "ετυμολογική" ορθογραφία, ορθογραφία δηλαδή με κύριο κριτήριο επιλογής της ορθής γραφής το "έτυμο" των λέξεων, τη ρίζα και τον σχηματισμό τους. Θέλω να πω ότι ο τόνος δεν είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ετυμολογίας των λέξεων, αφού καμιά ρίζα, κανένα θέμα, κανένα μόρφημα δεν έχει έναν δικό του, σταθερό τόνο. Και πάλι όμως, αν σώνει και καλά πρέπει να γράφουμε με τρόπο που να απηχεί την αρχαία προφορά, προκειμένου να θεωρηθεί ότι τηρούμε την ιστορική αρχή, τότε μάς περιμένουν άλλα αδιέξοδα. Γιατί, όπως θα μάς πει ο αυτόχθων, "Το λεξιλόγιο της Νέας Ελληνικής περιλαμβάνει πολλές άλλες πηγές (ενν. πλην της Αρχαίας). Γιατί να σημειώνονται τόνοι και πνεύματα σε λέξεις που γεννήθηκαν σε εποχές όπου πλέον δεν ίσχυαν οι ίδιοι κανόνες, αυτοί δηλ. που δικαιολογούν την περισπωμένη κ.τ.λ.;"

Το πράγμα το κάνει πολύ πιο απτό ο Τριανταφυλλίδης, ήδη τουλάχιστον μισό αιώνα πιο πριν:

«[...] τριάντα, πενήντα, παραμύθι, προζύμι [...]. Πώς πρέπει να τονιστούν σύμφωνα με την ιστορική αρχή; Η πρώτη σκέψη ενός "ιστοριστή" είναι, πως αφού το ι και το α ήταν κοντόχρονα στο τέλος των ουδετέρων και των αριθμητικών σε -κοντα κτλ., πρέπει να τονιστούν και οι λέξεις αυτές με περισπωμένη - όσο η παραλήγουσά τους είναι μακριά [...]. Από μιαν άλλη ωστόσο άποψη και στη βάση πάντοτε της ιστορικής ορθογραφίας μπορεί να πη κανείς πως οι λέξεις αυτές πρέπει να φυλάξουν τον τόνο που είχαν πριν χάσουν μια συλλαβή: τριά(κο)ντα, παραμύθι(ον), προζύμι(ον) [...]. Αυτή την άποψη μπορεί να τη δυναμώση και η σκέψη πως όταν γεννήθηκαν οι νέοι τύποι, η περισπωμένη δεν είχε πια την ξεχωριστή της προφορά κι επομένως δε θα είχε εδώ ιστορική δικαιολογία και δικαίωμα, ακόμη περισσότερο αν αποβλέψωμε σε λέξεις νέες καθώς τουλουμοτύρι κτλ. Γίνεται φανερό σε τι άγονα αδιέξοδα μάς πάει η εφαρμογή της ιστορικής αρχής στην ορθογράφηση της νέας μας γλώσσας».

Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Άπαντα, τόμος Ζ, σελ. 272.

Και έχει δίκιο: αν θελήσουμε να γράψουμε "πολυτονικά" στα ΝΕ, θα βρεθούμε μπροστά σε αμέτρητα "δίχρονα" φωνήεντα που δεν θα ξέρουμε με κανέναν τρόπο αν θα πρέπει να λογιστούν ως "μακρά" ή "βραχέα" και με ποια κριτήρια θα πρέπει να γίνει αυτό. Άλλωστε, σε πολλά νεοελληνικά πολυτονικά κείμενα, ακόμα και εκεί όπου δεν θα έπρεπε να υπάρχουν αμφιβολίες, αν υπήρχε μια καλή γνώση της αρχαίας γραμματικής, βλέπω συνήθως γενναίες και μάλλον ελαφρά τη καρδία παραχωρήσεις προς την οξεία. Κύριοι πολυτονιστές, θα σάς μαλώσω. Μού γίνατε "οκνηροί" σαν τους μονοτονιστές;

Η αλήθεια είναι ότι ο Τριανταφυλλίδης είχε ήδη εισηγηθεί μια απλοποίηση του πολυτονικού και ότι αυτή η απλοποιημένη εκδοχή του εφαρμοζόταν μέχρι πρόσφατα. Και, όπως φαίνεται, η γενική σιωπηρή αρχή ήταν: "όπου υπάρχει αμφιβολία, προτιμάμε την οξεία". Γι' αυτό και σε παλιά βιβλία, θα δείτε π.χ. την "Αθήνα" με οξεία, κι ας μαθαίνουμε ότι το "α" της κατάληξης είναι "μη καθαρό". Ε, νομίζω πως όποιος συνειδητοποιεί όλες αυτές τις ασυνέπειες, από φιλότιμο και μόνο θα προτιμούσε την κατάργηση μιας ηλίθιας, βαθύτατα αντιεπιστημονικής σύμβασης, η οποία αναγνωρίζει "μακρά" και "βραχέα" σε μια γλώσσα που ούτε μακρά ούτε βραχέα φωνήεντα έχει, αλλά απλώς "ισόχρονα" (είναι δηλαδή βλακώδες και το να πούμε ότι τα "δίχρονα" των αμιγώς νεοελληνικών λέξεων είναι "βραχέα" -το "ω" δηλ. στο "αριβάρω" το τραβάμε και είναι "μακρό";). Και θα συνειδητοποιούσε πόσο αδυνατεί στην πραγματικότητα αυτό το μπαλωμένο σύστημα να κάνει μια ουσιαστική σύνδεση της τρέχουσας γλώσσας με την ιστορία και την εξέλιξή της -αν ντε και καλά αυτός είναι ο σκοπός της γραφής.

Αν δεχτούμε λοιπόν πως ιστορική ορθογραφία είναι η ορθογραφία που δείχνει απλώς την ετυμολογία, μόνο ίσως η δασεία θα είχε κάποια θέση στη γραφή (γι' αυτό μάλλον και ο καθηγητής Μπαμπινιώτης σε κάποια βιβλία του εγκαταλείπει του τόνους μα κρατά τις δασείες). Η δασεία ήταν ένας φθόγγος, ένα "φώνημα" της αρχαίας γλώσσας και, ως εκ τούτου, ήταν στοιχείο της ρίζας, στοιχείο της ετυμολογίας μιας λέξης. Οι εφευρέτες, ωστόσο, του πολυτονικού συστήματος, επέλεξαν να σημειώσουν αυτόν τον λαρυγγικό φθόγγο (μιλάμε πάνω-κάτω για το "h" της αγγλικής) όχι με ένα ξεχωριστό γράμμα, αλλά με ένα σημαδάκι-ένδειξη (που ξέρουμε ότι είναι η γραφολογική εξέλιξη του αριστερού μισού του γράμματος Η) πάνω -και όχι δίπλα- στο αρχικό φωνήεν. Αυτό μάς δείχνει ότι ήδη τότε δεν το αντιλαμβάνονταν ως ξεχωριστό φθόγγο με διαφοροποιητική ισχύ, αλλά ίσως ως ένα must για την "κανονική/αττική" προφορά μιάς σειράς λέξεων. Γι'αυτό και έφτασαν στο άκρον άωτον του σχολαστικισμού να σημειώνουν με ένα αντίθετης φοράς σημαδάκι όσες λέξεις ΔΕΝ είχαν αυτόν τον φθόγγο. Πρόκειται για έναν σχολαστικισμό ανάλογο της βραχύβιας συνήθειας να σημειώνουν την βαρεία σε όλες τις συλλαβές που ΔΕΝ παίρνουν οξεία. Ο δεύτερος σχολαστικισμός δεν επεβίωσε, αλλά ο πρώτος βασίλευσε για αιώνες!

Ως επιχείρημα, καμιά φορά, για την χρησιμότητα της δασείας και την "παρουσία" της στον νεοελληνικό λόγο, ακούμε αυτά τα περίφημα "αφ' υψηλού", "εφημερίδα", "καθ' ύλην" κ.λπ. Τη στιγμή όμως που αυτό το πράμα το συναντάμε κυρίως σε λόγιους σχηματισμούς και λέξεις-φράσεις κληρονομημένες απ' την αρχαία ή που πλάστηκαν αναλογικά, με καταχρηστική χρήση ενός αρχαίου φωνολογικού κανόνα, και τη στιγμή επίσης που λέμε κάλλιστα "αντηλιακό" (αντί "ανθηλιακό"), "απ' όλα" (αντί "αφ' όλα", τα παραδείγματα είναι κλεμμένα από το www.sarantakos.com) κ.λπ., μάλλον δεν πρέπει να το επικαλούμαστε το φαινόμενο ως κανόνα. Και κάτι άλλο (καθόλου ασήμαντο): τα θ, φ, χ που μάς έμειναν μπροστά από πρώην δασυνόμενες λέξεις ΔΕΝ είναι δασέα σύμφωνα. Είναι η εξέλιξη των αρχαίων δασέων φθόγγων [th], [ph], [kh], όμως σήμερα έχουν άλλη προφορά- αυτή που ξέρουμε. Άρα, για ποια δάσυνση και ποια δασεία μιλάμε; Στην περίπτωση αυτή έχουμε μία ακόμα σύγχυση, η οποία είναι γνωστή στους γλωσσολόγους ως "σύγχυση συγχρονικών/ διαχρονικών νόμων".

Με όλα όσα έγραψα, δεν θέλω να θεωρηθεί ότι παραγνωρίζω τις ιδεολογικές αφετηρίες και σκοπιμότητες όσων κατά καιρούς θυμούνται το πολυτονικό και τη γλωσσική μας παράδοση. Ελπίζω αυτά να γίνονται εύκολα αντιληπτά (χμ, μάλλον τελικά δεν γίνονται). Υπάρχουν όμως και άνθρωποι (ας τους πούμε "ουδέτερους") οι οποίοι μπορεί να αποστασιοποιούνται ιδεολογικά, μα να θεωρούν ότι κατά βάθος οι απόψεις αυτές "έχουν έρεισμα", ότι στο θεωρητικό τους σκέλος είναι ορθές. Η κινδυνολογία άλλωστε (αυτή που θέλει π.χ. το μονοτονικό ως δούρειο ίππο της επιβολής του λατινικού (!) αλφαβήτου) πάντα είχε και έχει πέραση. Αυτό που πρέπει να δειχθεί είναι ότι όσο είναι ιδεολογικά ύποπτες και ιστορικά βεβαρημένες οι απόψεις "πολυτονιστών" και "καθαρευουσιάνων", τόσο είναι και γυμνές από επιστημονική στήριξη και επιχειρήματα.

23.12.05

Αυτή η γλώσσα, η μικρή η μεγίστη -μια τριλογία


α) Deja vu (ή: τα Αρχαία, η σούβλα και οι αϋπνίες του προέδρου)

Κρατώ στα χέρια το τεύχος 32 του περιοδικού Οδός Πανός, των μηνών Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1987. Έχει αφιέρωμα στη Μαρία Κάλλας, από τον θάνατο της οποίας συμπληρώνονταν τότε 10 χρόνια. Και όσο αν, κατά τα άλλα, οι ημερομηνίες που ανέφερα είναι σήμερα ανυπόληπτες, τω καιρώ εκείνω τον τόπο μας τον ταλάνιζε μία ακόμα έξαρση των ανησυχιών για τη γλώσσα μας και τη γλωσσική μας παιδεία. Ήταν, όπως φαίνεται, ο καιρός που ο Τρίτσης έκανε την πρόταση για επαναφορά της διδασκαλίας των αρχαίων από το πρωτότυπο στα γυμνάσια. Διαβάζουμε τον Χάρη Μεγαλυνό στη σελ. 116 που απευθύνει επιστολές Προς Κορινθίους: Το προσφιλές ανάγνωσμα του Φρανσουά Μιττεράν δεν είναι η Έκθεση της Τραπέζης της Γαλλίας, ούτε οι μύθοι του Λαφονταίν, αλλά η Γαλλική Γραμματική. "Πριν κοιμηθώ η ανάγνωση μίας ή δύο σελίδων της γαλλικής γραμματικής είναι το καλύτερο φάρμακο για να βρω ηρεμία και διαύγεια" φέρεται δηλώσας ο Γάλλος Πρόεδρος. (Και μετά την εξαίρετη αυτή κατηγορηματική μετοχή μια παρένθεση: σήμερα που γνωρίζουμε τους διαλόγους του Προέδρου με τον ψυχαναλυτή του, ίσως μπορούμε να δώσουμε μια πειστικότερη ερμηνεία σε αυτή τη δήλωση) Μετά από αυτό αναρωτιέμαι ποιά θα ήταν άραγε η αντίδρασή του, αν μάθαινε για τους καβγάδες, τις ύβρεις και γενικά το "μαλλιοτράβηγμα" που προκάλεσε στην Ελλάδα η απόφαση για την επανεισαγωγή της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο. Ο άνθρωπος θα μάς κοίταζε σα να έβλεπε εξωγήινους.

Εκεί όμως που μεγαλώνει η οργή του ανθρώπου (για τον κύριο Μεγαλυνό λέω) είναι, όπως φαίνεται, στη διαπίστωση ότι σ' αυτόν τον τόπο ούτε οι φιλόλογοι δεν ξέρουν το συμφέρον τους και δεν υπερασπίζονται το ψωμί τους: Μετά την εκπεφρασμένη αντίθεση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων στην διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο, περιμένω τις ενώσεις των Μαθηματικών να εκφράσουν την αντίθεσή τους στους αριθμούς, των Φυσικών στους φυσικούς νόμους, των Χημικών στις αντιδράσεις και στα στοιχεία, των Γυμναστών στην άσκηση του σώματος, κ.ο.κ. [...] Αναρωτιέμαι τί χρειαζόμαστε πλέον τους φιλολόγους, όταν οι ίδιοι από εμπάθεια, άγνοια ή πολιτική σκοπιμότητα, αρνούνται να διδάξουν το αντικείμενο που γνωρίζουν. Δεν είναι το ίδιο, αν οι τραγουδιστές της Όπερας ταχθούν εναντίον του μπελ-κάντο και υπέρ του ρεμπέτικου (αυτό ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω ότι το διάβασα στο περιοδικό του Χρονά) και αν οι μάγειροι παρατήσουν ταψιά και σούβλες και αρχίσουν να ασχολούνται με την εξωτερική πολιτική και την άμυνα;

Όπως φαίνεται λοιπόν, οι γλωσσικές εξάρσεις στον τόπο μας έχουν πάνω κάτω την ίδια περιοδικότητα με τις σεισμικές εξάρσεις: περί τα δεκαοχτώ χρόνια. Διαφορές: α) δεν έκανε τώρα κανείς πάλι το ίδιο λάθος, να κάτσει να δώσει προσοχή και οιαδήποτε προβολή στις ενστάσεις των ειδικών και τις αντιδράσεις των αρμοδίων (από όσο ξέρω, πέρα από τα θεωρητικά κείμενα σε εφημερίδες σημαντικών φιλολόγων το καλοκαίρι που μάς πέρασε, υπήρξε γραπτή δήλωση αποδοκιμασίας της απόφασης και από την ΟΛΜΕ), β) Ο προοδευτικόθεν πρόεδρος δημοκρατίας που σώζει την τιμή μας αυτή τη φορά δεν είναι Γάλλος, γ) δεν περάσανε τώρα πάλι 4-5 χρόνια από την υπουργική πρωτοβουλία μέχρι την εφαρμογή της. Είμαστε δα και στην εποχή του αυτοματισμού, άμ' έπος άμ' έργον.

(θα συνεχισθεί, εν καιρώ. Στα επόμενα: β) Πλάτωνα, όχι Δαυλό, γ) Το πολυτονικό και το κάπνισμα, ήτοι η αξία της παράδοσης.)
Προς το παρόν, καλές γιορτές σε όλους! (μα όλους -η φωνή που θα ακούσετε είναι ανερχόμενο αστέρι και δεν ξέρει από διακρίσεις)

6.12.05

Πολυτονιάται, στα 2050 μ.Χ.


Το σύστημα το πολυτονικό οι Ποσειδωνιάται
Εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
Με προοδευτικούς, κουλτουριαρέους και γλωσσολόγους
Το μόνο που τους έμενε πολυτονικό
Ήταν μια μυστική γιορτή, με οξείες και με περισπωμένες.
Κι είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
Κανόνες τονισμού να απαγγέλλουν,
Που μόλις πια τους καταλάμβαναν ολίγοι:
«Η προπαραλήγουσα ποτέ δεν στεφανούται
Όταν τους προεξανισταμένους εν τοις αγώσι ραπίζουσι.
Αχ, άμα, αδέρφια, ενεθυμούμασταν το δίγαμμα και τη δασεία,
Δεν θα παθαίναμε όλοι μας σαν κόπανοι τη δυσλεξία».
Και έτσι μελαγχολικά ετέλειωνε συνήθως η εορτή των.
Γιατί θυμούνταν που ήσαν πολυτονιστές κι αυτοί μία φορά
Και είχαν για καμάρι τη βιτσιά του δάσκαλου για το έψιλον περισπωμένη.
Και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
Να γράφουν και να ομιλούν βλαχοαγγλικά,
Βγαλμένοι, φευ και τρισαλί, από τον πο-λυ-το-νι-σμό.


25.11.05

fuga (salutem peto)


Προτού ξεκινήσει για τις εξετάσεις στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών, ο Β.Ο. ασπάστηκε όλα τα εικονίσματα. Ένιωθε κάτι παγερό πίσω από το στήθος του, η καρδιά του χτυπούσε, σταματούσε ώρες ώρες από την αγωνία του άγνωστου. Τι βαθμό θα'παιρνε σήμερα; Τρία ή δύο;

H εντατικοποίηση της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών είναι ένα μέτρο ενίσχυσης του ανθρωπιστικού προσανατολισμού της παιδείας.Δεν μπορώ να καταλάβω με ποια λογική θέλουμε να στερήσουμε από τα παιδιά μας το δικαίωμα πρόσβασης σε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του δυτικού πολιτισμού, στην αρχαία ελληνική σκέψη, το οποίο εμείς, με τη γλώσσα που μιλάμε, μπορούμε να το αγγίξουμε με πολύ αμεσότερο τρόπο απ' ό,τι ο Γάλλος ή ο Άγγλος. Χρειάζεται κόπος; Μα σίγουρα χρειάζεται κόπος, αφού κάθε μάθηση απαιτεί κόπο και μέσα από τον κόπο που καταβάλλεις για να την αποκτήσεις διδάσκεσαι, εκτός των άλλων, και πνευματική πειθαρχία.

Έξι φορές ζήτησε από τη μητέρα του να τού δώσει την ευχή της και, φεύγοντας, παρακάλεσε τη θεία του να προσευχηθεί για να τον φωτίσει η Παναγία. Στο δρόμο έδωσε δυο καπίκια σε ένα ζητιάνο, ελπίζοντας πως μ' αυτά τα δυο καπίκια θα μπορούσε να εξαγοράσει την αμάθειά του και ο θεός θα βοηθούσε να πει απέξω τα αριθμητικά μ' εκείνα τα φοβερά "τεσσαράκοντα" και "οκτωκαίδεκα".

Στη μειωμένη διδασκαλία των αρχαίων απέδωσε τη δυσλεξία ο κ. Καργάκος, γιατί όταν παλαιότερα ο μαθητής υποχρεωνόταν να αποστηθίσει το «πεπαίδευκα, πεπαίδευκας, πεπαίδευκε, πεπαιδεύκαμεν, πεπαιδεύκατε, πεπαιδεύκασι» αποκτούσε μια «λαλητική τριβή» και δεν πάθαινε δυσλεξία.

Γυρίζοντας ο Β. από το Γυμνάσιο, περασμένες τέσσερες, γλίστρησε σαν κλέφτης στην κάμαρά του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Το αδύνατο προσωπάκι του ήταν κατάχλομο. Στα κατακόκκινα μάτια του έβλεπες σκοτεινόχρωμους κύκλους.
-Λοιπόν; ρώτησε η μητέρα του στο κρεβάτι. Πώς πήγες σήμερα; Τι βαθμό πήρες;

Το τελευταίο διάστημα η σημερινή κυβέρνηση εξαγγέλλει επιπλέον ενίσχυση του συγκεκριμένου μαθήματος στη μέση εκπαίδευση ήδη από την τρέχουσα σχολική χρονιά κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου(Μάρτη-Μάη 2005).Η πρόταση, την οποία διατύπωσε προσωπικά η υπουργός Παιδείας Μ.Γιαννάκου στον πρόεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Μ.Παπαδόπουλο,προβλέπει:

*την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών κατά μία ώρα εβδομαδιαίως και στις τρεις τάξεις του γυμνασίου
*την αύξηση των ωρών διδασκαλίας του μαθήματος κατά δύο ώρες εβδομαδιαίως στην Α΄τάξη του Λυκείου
Συγκεκριμένα η κ. Γιαννάκου δηλώνει: «Η ωφέλεια από την ενίσχυση των παρεχόμενων γνώσεων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα είναι σημαντική στη χρήση της καθομιλουμένης,καθώς αποτελεί καθημερινή πλέον διαπίστωση η μη ορθή χρήση της γλώσσας,οι αδυναμίες στην έκφραση και η λεξιπενία»


"-Γιατί κλαις; Δεν έγραψες καλά;
-Απορρίφθηκα... Δυάρι μού έβαλαν...
-Το περίμενα! Με ζώναν τα φίδια εμένα! Ω, θεέ μου! Μα πώς το'κανες αυτό; Δεν είπες τίποτα; Σε ποιο μάθημα;
-Στα αρχαία Ελληνικά... Μαμακούλα μου εγώ... Με ρώτησε πώς είναι ο μέλλων του φέρομαι κι εγώ αντί να τού πω οίσομαι τού είπα όψομαι. Ύστερα... Ύστερα... δε βάζουμε περισπωμένη στην προπαραλήγουσα κι εγώ τα είχα χάσει... και έβαλα ψιλή περισπωμένη στο γιώτα...

Οποιος διαβάσει φωναχτά μονοτονισμένα κείμενα τονίζοντας μόνο τις τονισμένες λέξεις και καθόλου τις μονοσύλλαβες ή θα μουγκαθεί ή θα πάθει ασφυξία.

Έπειτα ο Αρταξέρσωφ με ρώτησε να τού πω εγκλιτικά... τού τα είπα, αλλά μπέρδεψα μια αντωνυμία... Έκανα λάθος. Και μού'βαλε δυάρι. Είμαι... είμαι άτυχος. Όλη τη νύχτα διάβαζα!... Μια βδομάδα τώρα σηκώνομαι από τις τέσσερις το πρωί", έλεγε ο Βάνιας Οτεπιέλιωφ.

Δεν μπορώ να καταλάβω με ποια λογική θέλουμε να στερήσουμε από τα παιδιά μας το δικαίωμα πρόσβασης σε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του δυτικού πολιτισμού, στην αρχαία ελληνική σκέψη, το οποίο εμείς, με τη γλώσσα που μιλάμε, μπορούμε να το αγγίξουμε με πολύ αμεσότερο τρόπο απ' ό,τι ο Γάλλος ή ο Άγγλος ή ο Ρώσος. Χρειάζεται κόπος; Μα σίγουρα χρειάζεται κόπος, αφού κάθε μάθηση απαιτεί κόπο και μέσα από τον κόπο που καταβάλλεις για να την αποκτήσεις διδάσκεσαι, εκτός των άλλων, και πνευματική πειθαρχία. [...] «...Χρέος του ελληνισμού απέναντι στην Ευρώπη είναι να δώσει πάλι την πρώτη του λάμψη στον ελληνικό λόγο που είναι ο μόνος που μπορεί να τη βγάλει από τα σημερινά της αδιέξοδα. Κι αν δε το πραγματώσει ο σημερινός Ελληνισμός, θα το επιδιώξει μόνη της η Ευρώπη όταν θα έχει ξεπεράσει την ύβρη της μηχανής και της ύλης που την έχουν παγιδέψει».

-Δεν είσαι συ άτυχος, μα εγώ η δυστυχισμένη, εγώ... Μ' έφαγες κακούργε! Έγινα πετσί και κόκκαλο από σένα, Ηρώδη! Εσύ είσαι η κακή μου μοίρα, η δυστυχία μου! Εγώ τα πληρώνω όλα, βρομόπαιδο!... Κόπηκε η μέση μου, έλειωσα στα πόδια, υποφέρω και ορίστε το ευχαριστώ! Γιατί δε διαβάζεις; Αχ! Ιησουίτη! Μωχαμέτη! Δήμιε! Βούρδουλας σού χρειάζεται εσένα. Μα δεν μπορώ, βλέπεις, δε βαστάνε τα χέρια μου. Όταν ήταν μικρός, μού'λεγε όλος ο κόσμος: "Τι τον φυλάς; Γιατί δεν τον κοπανάς;". Κι εγώ δεν τούς άκουσα η δύστυχη και τώρα τα πληρώνω μαζεμένα! Αμ, δε θα το γλυτώσεις το ξύλο. Περίμενε και θα σε συγυρίσω εγώ για καλά.

transporto-stretto: "η υποχρεωτική μελέτη-τους μπορεί να είναι ένας τρόπος εξαναγκασμού αυτού του πλήθους των μαλλιάδων να σκύψουν το κεφάλι..." [...] Dario Belezza: "Μια και η κατάντια του σχολείου είναι αυτή που ξέρουμε, καλά είναι και τα λατινικά. Χρησιμεύουν σαν τιμωρία για όσους θεωρούν το διάβασμα επικίνδυνο και περιττό...".

...Ο Εφτίχι Κουζμίτς Κουπορόσωφ [...] είναι ένας άνθρωπος μορφωμένος και έξυπνος. Μιλάει με τη μύτη και πλένεται με ένα σαπούνι που από τη μυρουδιά του φταρνίζονται όλοι στο σπίτι. Με όλα αυτά πολύ δίκαια τον θεωρούν έξυπνο, διανοούμενο.
-Πατερούλη, τού λέει η μητέρα του Βάνια και από τα μάτια της τρέχουν τα δάκρυα βρύση, κάνε μου τη χάρη να τις βρέξεις στο γιο μου! Απορρίφθηκε, κακό που έπαθα! ούτω τί σοι δοίησαν αι φίλαι Μούσαι, Λαμπρίσκε, τούτον κατ' ώμου δείρον, άχρις η ψυχή αυτού επί χειλέων μούνον η κακή λειφθήι. επίσταται δ' ουδ' άλφα συλλαβήν γνώναι, ήν μή τις αυτώι ταυτά πεντάκις βώσηι (Έτσι που να σε αξιώσουν οι αγαπημένες Μούσες, Λαμπρίσκε, άργασέ του τα πλευρά, ώσπου η ψυχή του η ελεεινή μόλις που να κρατηθεί στα χείλια του. Δεν ξέρει να ξεχωρίσει ούτε το γράμμα άλφα, αν κάποιος δεν ξελαρυγγιαστεί να του επαναλαμβάνει πέντε φορές τα ίδια πράγματα).

Αν δεν κατανοήσει ο μαθητής τη συντακτική αμφισημία αιτίας - σκοπού τότε δεν θα διευκολυνθεί να κατανοήσει την παρουσία ενός μικρο-σωματιδίου σε δύο φυσικούς χώρους ταυτόχρονα. Και επειδή δεν αρκεί να το ισχυρίζεται αυτό ο γράφων, ενισχύω με το ότι ο μεγάλος φυσικός B. φον Χάιζενμπεργκ έχει αναπτύξει παρόμοια επιχειρηματολογία για την ωφέλεια που είχε ο ίδιος από την εκμάθηση των «νεκρών» λατινικών στο Λύκειο.

-Σε μαθαίνουν γράμματα! άρχισε. Σε μεγαλώνουν, φροντίζουν για το μέλλον σου παλιόπαιδο! Γιατί δεν διαβάζεις;

Είπε, είπε με την ψυχή του. Για την επιστήμη, για το φως, για τα σκοτάδια.

Τα θέματα στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών, στο οποίο διαγωνίστηκαν οι μαθητές της Γ' Λυκείου, ήταν σχετικά δύσκολα· το άγνωστο κείμενο ήταν από τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και το γνωστό από το Περικλέους Επιτάφιος, του Θουκυδίδη.

Σταμάτα να παρακαλάς, Μητροτίμη, δεν πρόκειται να φάει λιγότερες. Εύγε σου, Κότταλε, με τα κατορθώματά σου. Θα σε κάνω εγώ πιο κόσμιο και από κορίτσι. Πού είναι το τσουχτερό λουρί, το βούνευρο, που το'χω για να μαστιγώνω όσους κρατώ με χειροπέδες και στην απομόνωση;

Τέλειωσε το λόγο του, έβγαλε τη λουρίδα. Και άρπαξε το Βάνια από το χέρι.

-Εσύ δεν παίρνεις χαμπάρι με τα λόγια!

Ο Βάνιας έσκυψε υποτακτικά το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά του. Τα κατακόκκινα αφτιά του πρόβαλαν πάνω στο καινούργιο του πανταλόνι με τις καστανές ρίγες... Δεν έβγαλε άχνα.

ιδού, σιωπώ. μή με, λίσσομαι, κτείνηις.

Κάτω από τη βάση έγραψε το 56,9% των υποψηφίων στα αρχαία θεωρητικής κατεύθυνσης και το 53,2% στην ιστορία θεωρητικής κατεύθυνσης.

Εκείνο το βράδυ, στο οικογενειακό συμβούλιο αποφάσισαν να τον στείλουν σε εμπορικό.

____________________________________________________________________

Θέμα: Άντον Τσέχοφ, Μαθητική Περιπέτεια. Αντίθεμα: από τον ημερήσιο Τύπο, από μια ομιλία του Χρίστου Τσολάκη κ.λπ. Ελεύθερο αντιστικτικό μέρος: Ηρώνδας, Διδάσκαλος (μτφ. Θ.Κ.Στεφανόπουλος). Stretto italiano: Ουμπέρτο Έκο, "Τα λατινικά σαν τιμωρία" (από τη Σημειολογία στην Καθημερινή Ζωή).


*fuga=η φούγκα **fuga salutem peto=δια της φυγής/αποδράσεως ζητώ σωτηρίαν

23.10.05

Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά (κι εμείς μαζί τους)

portrait of melancholy (1946)
[...]
Παιδί κι από τα μάτια σου
Δυό Εραστές
Λησμονημένοι στην πρωτεύουσα
Να σμίγουν και να τραγουδάν
Τις αγωνίες της ηλικίας σου
Και μ' ένα σφύριγμα
Τις λυπημένες ιστορίες μιας Κυριακής
Μ' όλη την αγωνία
Που λειτουργεί αδιάκοπα τον Επιτάφιο
Μιάς πολιτείας σαν τη δική μου.

[...]
Κι αν σμίξουν τ' άστρα μας
Θέλω με τη σιωπή
Που παραδέχεσαι
Τον εαυτό σου


Το τελευταίο τετράστιχο επανέρχεται παραλλαγμένο δις στον κύκλο του CNS (1952-4), στο τραγούδι "Στην αποβάθρα":

[...]
Κι αν σμίξουν τ' άστρα μας
Θέλω με τη σιωπή
Που σμίγω τη μορφή σου.
[...]
Κι αν σμίξουν τ' άστρα μας
Θέλω με τη σιωπή
Που σμίγουν τα όνειρά μας.

Το θέμα του Επιταφίου θα επανέλθει άμεσα στην Εποχή της Μελισσάνθης και στην απαγγελλόμενη εισαγωγή της Οδού Ονείρων και έμμεσα πολλές άλλες φορές. Στην εργογραφία αναφέρεται επίσης και η μουσική σύνθεση Επιτάφιος σε ποίηση του Τ. Βαρβιτσιώτη, η οποία δεν ηχογραφήθηκε, γιατί "ενέσκηψε" (φράση του συνθέτη) ο Επιτάφιος του Θεοδωράκη. Το έργο, παρότι ολοκληρωμένο (μάλλον), παραμένει στην μεγάλη χορεία των ανέκδοτων συνθέσεων.

Στο έτος 1946 ανήκει και η ποιητική σύνθεση Λυπητερή Παρέλαση. Μια ποιητική σειρά από στιγμές. Ως πρώτη στροφική ενότητα διαβάζουμε (κρατώ την ορθογραφία του ποιητή):

Κάθε πρωΐ η απουσία της νύχτας μάς πληγώνει
Κι η πολιτεία μένει απροετοίμαστη
Μ' ένα φανταχτερό σημάδι στο λαιμό
Μ' ένα λυπητερό χαμόγελο στον ορίζοντα.
Μονάχα εσύ
Με τη σημαία και τη ρόγα του στήθους σου
Θα καλύψεις την απουσία
Μια μέρα.

Την ίδια εποχή, ο νεαρός ποιητής γράφει το ποίημα Εργατική Καντάτα και το χαρίζει "στους μυλεργάτες του εργοστασίου Αλατίνη". Το ποίημα κοσμεί σχέδιο του Γ. Σβορώνου. Είναι μια τριμερής σύνθεση γραμμένη σε στίχο που δυσκολεύεσαι να χαρακτηρίσεις ελευθερωμένο ή εντελώς ελεύθερο, καθώς υπάρχει η υποψία ιάμβων και αποφεύγονται οι διασκελισμοί. Η εμφανής έμπνευση από το δημοτικό τραγούδι φέρνει το ποίημα κάπως κοντά στον Ρίτσο και τον Επιτάφιό του.

Τα ποιήματα αυτά για πολλά χρόνια βρίσκονταν στα χέρια του Μανόλη Αναγνωστάκη, στον οποίο τα είχε εμπιστευθεί ο ποιητής τους για να εκδοθούν στην Θεσσαλονίκη. Ο Αναγνωστάκης, όταν το 2001 τα δημοσιεύει, σημειώνει προλογίζοντας: "Μα τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν τόσο δύσκολα και μαύρα για μένα, ώστε δεν μπόρεσα να τού ξεπληρώσω το χρέος. Τα ποιήματα κάπου παράπεσαν, όπως και τόσα άλλα χαρτιά, και ξεχάστηκαν σιγά-σιγά. Σήμερα, πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, ανασκαλεύοντας κιτρινισμένα απομεινάρια μιάς άλλης εποχής, τα ξαναβρήκα και θέλησα με νοσταλγία να θυμίσω εκείνο το θερμό και ευαίσθητο παιδί που ήταν τότε ο Μάνος Χατζιδάκις". Η καθυστερημένη τους έκδοση έγινε στο περιοδικό Ποίηση.

Τα πρώιμα αυτά ποιήματα (πρωτόλεια;) είναι ενδεικτικά και των πρώιμων επιρροών και προσανατολισμών (καλλιτεχνικών, ιδεολογικών κ.ά.) του Μάνου Χατζιδάκι. Η γνωστή του και ώριμη ποιητική παραγωγή, έξω από τους στίχους για δικές του συνθέσεις (και λίγες άλλων καλλιτεχνών, π.χ. του Νότη Μαυρουδή), βρίσκεται στις δύο ποιητικές συλλογές Μυθολογία (1966) και Μυθολογία Δεύτερη (1982)-αν και εικάζω ότι θα υπάρχουν και άλλα μεταγενέστερα (ή και παλιότερα misplaced) ανέκδοτα στο αρχείο του συνθέτη. Από την Μυθολογία Δεύτερη αντιγράφω το ακόλουθο ποίημα, που μού θύμισε λίγο -με το παιχνίδι των τελευταίων στίχων και το λεπτό χιούμορ- τη λεγόμενη "μεταγλωσσική" ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη (π.χ. το Μικρό Ναυτίλο):

NEW SOUND
Από το στόμα μου πετάχτηκαν
Απρόοπτα και ξαφνικά
Τρείς σπασμένες χορδές
Κι όσοι περνούσαν πλάι μου
Σταθήκαν έκπληκτοι με θαυμασμό
Κι είπαν,
«Τι όμορφα που τραγουδάς
Ποιός είσαι;»
Μόλις μπόρεσα να ψιθυρίσω
ταραγμένα
L.B.C.
Και χειροκρότησαν
Γιατί
Θυμήθηκαν πως είμαι
Μέλος του Συνδέσμου των Πουλιών
Του συγκροτήματος
F.K.L.B.I.
Πε-τά-ει

Ειδικά για τον Οδυσσέα Ελύτη, φίλο του συνθέτη, αξίζει κανείς να αναζητήσει την αναφορά του (στα Ανοιχτά Χαρτιά ή στο Εν Λευκώ, δεν θυμάμαι) στην πρώτη τους συνάντηση. Ο νεαρός Χατζιδάκις τους συστήθηκε ως ποιητής. Όταν είδε ότι τα ποιήματά του δεν είλκυσαν την αναμενόμενη προσοχή και ενδιαφέρον, τους τα γυρίζει και τους λέει πως είναι μουσικός. Τους τραβάει σε ένα πιάνο και τους παίζει κάτι που γίνεται αμέσως αντιληπτό για τους νέους ορίζοντες που είναι ικανό να ανοίξει. Αργότερα μαθαίνουν πως ήταν αυτοσχεδιασμός (ο Ελύτης τα λέει πολλαπλασίως καλύτερα).
Και, με την ευγενική χορηγία του αυτόχθονος:
«Το αθώο ψέμα που μεταχειρίστηκε για να μας πλησιάσει, και να κινήσει το ενδιαφέρον μας, δεν τον εμπόδισε καθόλου – φτάνει που βρέθηκαν τα δάχτυλά του επάνω στα πλήκτρα – να το ανατρέψει και να το κάνει μια μαγική αλήθεια. Τόσο πολύ θά' λεγες ότι ο αυτοδημιούργητος αυτός νέος ήταν ξεχειλισμένος από μελωδικότητα, τόσο πολύ γειτόνευε με μια περιοχή παρθένα, γεμάτη από ανεκμετάλλευτους ήχους και ρυθμούς, που έφτανε να τη σκουντήξει λιγάκι με τον αγκώνα του επάνω στο πιάνο για να γεμίσει το δωμάτιο, να γεμίσει αργότερα η Ελλάδα κι ο κόσμος όλος από μιαν άλλου είδους γοητεία» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 401- 402).

Ο Μάνος Χατζιδάκις διέθετε ποιητική συνείδηση, συνείδηση της ιδιότητας του ποιητή. Λέει ότι χωρίς τους γρίφους που του κληροδότησε η μητέρα του "δεν θα γινόταν ποιητής" κι ότι διέθετε ιδιοσυγκρασία "ποιητική", παρά "φιλοσοφική". Ο Σωκράτης το "μουσικήν ποίει και εργάζου" το εξέλαβε ως προτροπή για το φιλοσοφείν. Ο Χατζιδάκις πραγμάτωσε με τρόπο απόλυτο την ποιητική του ταυτότητα στη μουσική του, σε μια μουσική μορφικά τέλεια και τελειομανή, που τραγουδά, επικοινωνεί, εκπλήσσει, συγκινεί (εμένα, τουλάχιστον, με την ίδια πάντα γλυκιά και κατακλυστική ανατριχίλα της πρώτης ακρόασης) και αποκαλύπτει (τον ακροατή της), παρά "σκέφτεται" (όταν υποτιμητικά χρησιμοποιούσε αυτό το ρήμα εννοούσε τους συνθέτας της Ενώσεως Ελλήνων Μουσουργών). Όμως περισσότερο από άλλους ομοτέχνους του είχε μια το λιγότερο αξιόλογη επίδοση και στον στίχο. Νομίζω ότι στο χώρο της μεταπολεμικής ποίησης κατέχει μια διόλου αμελητέα θέση. Τα ποιήματά του είναι συγχρονισμένα με τα αισθητικά αιτήματα του καιρού του και διατηρούν μια αυξημένη αισθητική δραστικότητα και σήμερα, χάρη σε μια πανταχού παρούσα γλωσσική ευγένεια (αντίστοιχη των μελωδιών του) και σε μια αρκετά αυτόνομη ποιητική γραμματική, ευέλικτη, γενναιόδωρα ευφάνταστη και ευρηματική, ευαίσθητη και διακριτικά δυναμική. Σε συνδυασμό και με τα οξυδερκέστατα θεωρητικού ενδιαφέροντος κείμενά του (και τα ραδιοφωνικά του σχόλια, βεβαίως, ένα ιδιότυπο είδος ποιητικού δοκιμίου/χρονογραφήματος), θα είχε αρκετή δουλειά όποιος φιλόλογος αναλάμβανε μια σοβαρή έρευνα για την ποίηση και την ποιητική του Μάνου Χατζιδάκι. Εγώ δεν βρίσκω καλύτερο χαρακτηρισμό προς τον παρόν από αυτήν την φράση, που συνιστά ταυτόχρονα εφαρμογή αυτής της ποιητικής, μια φράση που στόχο είχε να συνοψίσει τα εκπαιδευτικά αιτήματα του συνθέτη: μια "τεχνική αναθεώρησης και ονειρικής δομής, με αγωνία απολευθέρωσης και με διαθέσεις μιας ιπτάμενης φυγής προς τ' άστρα".

Για το ρόλο του Μάνου Χατζιδάκι στην ανάδειξη ή και τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ευαισθησίας, αλλά και παθολογίας, για το τολμηρό σκάψιμο στις σκοτεινές και οδυνηρές περιοχές της ύπαρξης, δεν θα πω, θα τα βρείτε πολύ καλύτερα αλλού. Για την εφαρμογή όλων αυτών στον γράφοντα, επίσης δεν θα πω, είναι πράγματα προσωπικά και ανήκουν στην περιοχή του άρρητου (ήδη φλυάρησα ανεπίτρεπτα). Για αυτά έχουμε τη μουσική.

Χρόνια (μας) πολλά, κύριε Χατζιδάκι!

Αυτό που λένε, αυτό που εννοούν. Μια (αν)ηθικη πραγματολογία

(…) Φάγαμε αυτά που είχαμε αγοράσει και ξαφνικά, όπως συζητούσαμε, ακούσαμε ένα μπαμ δυνατούτσικο. Αρκετά κοντά σε μας, για να ακούσουμε κα...