9.4.05

Σού πήρα δώρο μια λέξη

Ένα αγοράκι είχε χάσει όλες τις καλές λέξεις και του είχανε μείνει οι άσχημες: σκατά, κακά, κουράδα, κτλ.
Τότε η μαμά του το πάει σ’ ένα γιατρό που είχε κάτι μουστάκια τόσο μακριά, και του λέει: -Άνοιξε το στόμα σου, έξω τη γλώσσα, κοίταξε πάνω, κοίταξε μέσα, φούσκωσε τα μάγουλα.
Ο γιατρός τού λέει πως πρέπει να πάει να βρει μια καλή λέξη. Πρώτα βρίσκει μια λέξη τόση (το παιδί δείχνει μάκρος περίπου είκοσι εκατοστά) που ήταν το «ουφ», που είναι κακιά λέξη. Ύστερα βρίσκει μια τόσο μακριά (περίπου πενήντα εκατοστά) που ήταν το «παράτα με», που είναι κακιά λέξη. Ύστερα βρίσκει μια λεξούλα ροζ, που ήταν το «γεια σου», τη βάζει στην τσέπη του, την παίρνει σπίτι του και μαθαίνει να λέει τις ευγενικές λέξεις και γίνεται καλό.


Την ιστορία αυτή ο κύριος Τζιάννι Ροντάρι μάς διαβεβαιώνει ότι την διηγήθηκε ένα αγόρι πέντε χρονών από το νηπιαγωγείο Ντιάνα, στην περιοχή Ρέτζο Εμίλια της Ιταλίας. Το μικρό ιταλόπουλο βγαίνει βόλτα και μαζεύει λέξεις, όπως θα μάζευε βότσαλα (κι όχι όπως το λίγο μεγαλύτερό του ελληνόπουλο ψωνίζει λέξεις από εκθεσιολόγια), για να γίνει, λέει, καλό -κι όχι για να θεραπεύσει τη μεσογειακή του λεξιπενία. Και μάς πληροφορεί η ιστορία τούτη κάτι σημαντικό: εδώ, κύριοι, οι λέξεις έχουν μήκος, ειδικό βάρος και ατομικό αριθμό (προς Θεού, ελπίζω να μην πήγε ο νους σας στον αριθμολόγο Ε.Αργυρόπουλο), παραξενεύεστε που έχουν χρώμα;

Προχτές που ξαναδιάβαζα αυτήν την γοητευτική ιστορία από τη Γραμματική της Φαντασίας, πέρα από το ότι η αληθινή ποίηση είναι η προβολή του παραδειγματικού άξονα («άξονα επιλογής») στον συνταγματικό («άξονα συνδυασμού»), θυμήθηκα και κάτι άλλο: ότι το βράδυ είχα να πάω σε κάτι γενέθλια. Παραδειγματιζόμενος από τον μικρό της ιστορίας, σκέφτηκα να πάρω στους εορτάζοντες δώρο μια λέξη. Πρωτότυπο θα ’ταν, σκέφτηκα, αλλά θα με λέγαν και φτηνιάρη. Έτσι, τους πήρα πολλές λέξεις σε βιβλία κι ας παιδευτούν αυτοί να βρουν τις καλές και τις άσχημες.

Πάντως, το παιδάκι του Ρέτζο Εμίλια, που εντυπωσίασε τον Ροντάρι και εμένα, πήρε δώρο στον εαυτό του «μια λεξούλα ροζ». Γιατί ροζ; Ε γιατί «το ροζ είναι ένα χρώμα ευγενικό, λεπτό, μη επιθετικό, το χρώμα είναι ένδειξη αξίας», λέει ο συγγραφέας. Με αφορμή σύντομο διάλογο σε άλλο blog, με λυπητερή αφορμή, για το «τι εν τέλει εστί ποίησις», σκέφτηκα ότι μεταξύ άλλων δουλειά των ποιητών είναι και να χαρίζουν ξαναγεννημένες λέξεις:

[…]Να αποκτήσει (η λέξη) ποιητική υπόσταση –που σημαίνει να ξαναβρεί αυτήν την προαναφερθείσα «παρθενική χάρη» και να αποκαλυφθεί καινούργια, απρόοπτη, έτσι καθώς θα τοποθετηθεί πλάι σε άλλες καινούργιες κι απρόοπτες αναγεννημένες λέξεις. Γιατί –ο Ζιντ λέει- δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην ευτυχία από την ανάμνησή της. Το ίδιο και με τη λέξη. Τίποτα πιο άχρηστο και οδυνηρό για μια καινούργια της παρουσία από την ανάμνηση των χρήσεών της. Η Ποίηση ξέρει να τη θεραπεύει. Εκείνη μόνο την αποκαλύπτει και τότε μόνο η μουσική τη δέχεται για σύντροφο παντοτινό […]. (Ειλικρινά δεν ξέρω αν ο Χατζιδάκις είχε διαβάσει Γιάκομπσον, τα ’χω χαμένα).

Όπερ σημαίνει ότι κι άλλοι βλέπουν στις λέξεις χρώματα (ο συγκεκριμένος έβλεπε και στις συμφωνικές ορχήστρες). Όμως, τι ιδιότητες συνεπάγονται τα χρώματα για τις λέξεις;

Και πιο συγκεκριμένα, τι ιδιότητες έχει μια άσπρη λέξη; (ω ναι, ύστερα από τόσες γραμμές, θα μπούμε στο θέμα, που δεν είναι άλλο από τη γνωστή πλέον στους περισσότερους διαδικτυακή επιχείρηση με αυτό το όνομα)

-μια άσπρη λέξη είναι μια κομψή λέξη: όντως, και από τα παραπάνω που είπαμε, συνάγεται ίσως πως θα ’χε ενδιαφέρον να δούμε τις λέξεις μας από την αρχή, (και) σαν αισθητικές αξίες. Όπως πιάνουμε ένα στυλό, ένα κέρμα, ένα κουμπί, όχι για να τα βάλουμε εκεί που πρέπει, αλλά για να τα παρατηρήσουμε, να τα αντικρίσουμε αυτόνομα έξω από τη χρήση και τη χρησιμότητά τους, έτσι μια άσπρη λέξη θα μας καλούσε να την δούμε σαν γνωστή-άγνωστη, σαν πρόσωπο με το οποίο συναλλασσόμαστε καθημερινά και δεν έχουμε ίσως παρατηρήσει πως έχει γαλάζια μάτια.

-μια άσπρη λέξη είναι μια αισιόδοξη λέξη: σε μια μαύρη μέρα έχεις μιαν άσπρη λέξη να σού φτιάχνει το κέφι με την ευχαρίστηση αίσθηση που σού δημιουργεί η άρθρωσή της, με την σπανιότητά της, με την ξεχασμένη ίσως σημασία της, με την εσωτερική της ρυθμική αγωγή. Όταν καμιά φορά επιστρέφομεν από τους Παρισίους και αναπνέομεν την αύραν του Σαρωνικού, υπό το φίλιον φως και μέσα στα αρώματα της πεύκης, εν τη λιτότητι των μύθων - των σημερινών και των προκατακλυσμιαίων - ως σάλπισμα πνευστών, ή ως ήχος παλμικός, κρουστός, τυμπάνων, υψώνονται πίδακες στιλπνοί, ωρισμέναι λέξεις, λέξεις-χρησμοί, λέξεις ενώσεως αψιδωτής και κορυφαίας, λέξεις με σημασίαν απροσμέτρητον δια το παρόν και δια το μέλλον, αι λέξεις "Eλελεύ", "Σε αγαπώ", και "Δόξα εν υψίστοις".

Η άσπρη λέξη του διαδικτύου είναι μια εξαιρετικά καλαίσθητη, ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ιστοσελίδα. Το γεγονός ότι έχει κερδίσει την συμπάθειά μου με ωθεί στο να γράψω εδώ τις όποιες κριτικές (κι όχι το ότι δεν με πλήρωσαν για να τους γράψω έναν ύμνο :Ρ). Έτσι, η πρακτική της άσπρης λέξης, ειδικά όπως φαίνεται στην υπηρεσία της άσπρης λέξης της ημέρας, αφήνει καμιά φορά να φανεί πως οι συνδηλώσεις του άσπρου που κυρίως επιστρατεύονται είναι οι εξής:

-άσπρη είναι μια λέξη ανόθευτη, ελληνική: έτσι, συχνά προτείνονται και προκρίνονται οι πιο ελληνικές λέξεις έναντι διαδεδομένων ή μη ξενισμών. Παρενέργειες θα αναφέρω παρακάτω.

-άσπρη είναι μια λέξη σωστή, καθώς πρέπει (είπα να πω comme il faut αλλά συγκρατήθηκα) χωρίς τις κηλίδες του lapsus. Την τελευταία εβδομάδα, ας πούμε, η άσπρη λέξη ήταν αφιερωμένη σε «γλωσσικά ολισθήματα». (Δεν μιλώ επιτιμητικά, προς το παρόν). Συχνές είναι επίσης και οι υπομνήσεις κάποιων σωστών ορθογραφιών, χρήσεων λέξεων, αλλά και γραμματικών κανόνων. Γενικά, (τις εξαιρέσεις θα τις σχολιάσω κι αυτές παρακάτω), στο επίπεδο των ορθογραφιών και των χρήσεων ακολουθούνται τα διδάγματα από τις δημοσιεύσεις και, φυσικά, το λεξικό γνωστού καθηγητή γλωσσολογίας. Έτσι, η άσπρη λέξη γίνεται ένα ακόμα μέσο, πέρα από τις προσπάθειες του ίδιου του καθηγητή, να εκλαϊκευτούν κάποιες χρήσιμες (σε όσους νοιάζονται για μια προσεκτική χρήση της γλώσσας) πληροφορίες. Δεν λείπουν βέβαια και κάποιες κανονιστικές διατυπώσεις, αλλά δεν μπορώ να πω ότι υπάρχει κανενός είδους υπερβολή ή γλωσσαμυντορισμός. Στο επίπεδο όμως των γραμματικών πληροφοριών, τουλάχιστον έτσι όπως δίνονταν σε μηνύματα της ιστοσελίδας λίγους μήνες πριν, διατηρείται και συντηρείται μια έντονα παραδοσιακή προσέγγιση, σε αντίθεση ακόμα και με τα διδάγματα του γνωστού καθηγητή, ο οποίος έχει συμβάλει θετικά σε μια πιο σύγχρονη και ρεαλιστική ανάλυση της γραμματικής. Έτσι, το… «έτσι», ως άσπρη λέξη της ημέρας (δεν θυμάμαι ποιας), έφτασε προ καιρού στα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία μας ως τροπικό επίρρημα ή, σπανιότερα, ως «χρονικός σύνδεσμος» (!), αν θυμάμαι καλά. Αγνοήθηκε δηλαδή (και εν τοιαύτη περιπτώσει δεν καταλαβαίνω τι νόημα είχε ένα… αφιέρωμα στο «έτσι») η κύρια λειτουργία του, αυτή του προτασιακού/ κειμενικού επιρρήματος-δείκτη, λειτουργία που έχει προ πολλού επισημάνει ο γνωστός καθηγητής στις αναλύσεις του και, φυσικά, στη Γραμματική του. Έτσι, από άποψη γραμματικής προσπέλασης της γλώσσας, η άσπρη λέξη βρίσκεται πιο κοντά στην Γραμματική Τριανταφυλλίδη, πράγμα που μας υποψιάζει ότι στην ομάδα των συντελεστών της ιστοσελίδας δεν μετέχουν γλωσσολόγοι.

Το επαναλαμβάνω: η άσπρη λέξη είναι και πρωτότυπη και καλαίσθητη, διασκεδαστική και πολύμορφη, με αναντίρρητο επαγγελματισμό ως προς την ψηφιακή της μορφή. Φιλοξενεί πολλά ωραία κείμενα, έχει ακόμα και παιχνίδια. Όμως, όσοι έτυχε να έχουμε πάρει έστω και λίγες πιο ειδικές γνώσεις για τη γλώσσα και τη θεωρία της, θα περιμέναμε ίσως μεγαλύτερη επιστημονική συνέπεια. Φαίνεται πως η άσπρη λέξη ανήκει σε αυτές τις ιστοσελίδες (όπως π.χ. η wikipedia) που βασίζονται σε μεγάλο μέρος στις πληροφορίες που αποστέλλουν οι αναγνώστες. Κι αυτό μάλλον δείχνει κάτι για την ευρύτερη νοοτροπία με την οποία αντιμετωπίζουμε τη γλώσσα και θέματα σαν την γλώσσα. Επειδή μας είναι κάτι ούτως ή άλλως οικείο, νιώθουμε πως μπορούμε να καταπιαστούμε αρκετά άνετα και σε ερασιτεχνική βάση με αυτήν και να δώσουμε κάποια φώτα (αυτό δεν έκανε κι ο ιατρός Ν. Βαρδιάμπασης, σκορπώντας ένα σωρό παραμυθάκια;). Το ίδιο ισχύει και σε θέματα ψυχολογίας, διαπροσωπικών σχέσεων κ.λπ., όπου τις συμβουλές μας τις σκορπούμε αφειδώς.

Οι παρενέργειες μιας τέτοιας νοοτροπίας φαίνονται ίσως από δημοσιεύσεις της άσπρης λέξης σαν τις παρακάτω, δημοσιεύσεις που απεστάλησαν και στα μέιλ μας, παρά το ότι περιέχουν προφανείς παρετυμολογίες και λάθη:

1.
Αιγαίο
Ολόκληρη μελέτη θα μπορούσε να γραφεί μόνο με τη λέξη
αυτή η οποία είναι πανάρχαια και προέρχεται από την
αυγή του πολιτισμού έχοντας άμεση σχέση και με τις
λέξεις αυγό και αυγή. Επίσης είναι λέξη μαγική. Δεν
είναι σύμπτωση ότι στα αραβικά το νερό λέγεται μάγια.
Το τοπωνύμιο Αιγαίο σημαίνει νερό όπως η λέξη άγουα
=aqua. Εκτός από το Αιγαίο έχουμε και τους Αιγούς
(sic) Ποταμούς, το Αίγιο, τις Αιγιές, το Αιγίνιο, την
Αίγινα, και άλλα. Όλα αυτά τα τοπωνύμια είναι
υδρωνυμικά, δηλαδή οι θέσεις βρίσκονται κοντά σε σώμα
νερού. Η ετυμολογία όμως της λέξης έχει βαθειές (ξανά sic) ρίζες
και σχετίζεται και με τις λέξεις υγεία, γαία, άγιος
κτλ.

2.
Έβρος
Η λέξη σημαίνει ευ ροή= εύροος. Ο έχων καλήν την ροήν.
Επίσης η λέξη έχει ετυμολογική σχέση με το εύρος και
ευρύς, δηλαδή το πλάτος. Έτσι έχουμε εκτός από τον
ποταμό Έβρο στη Θράκη, τον ποταμό Ebro στην Ισπανία
και τον ιστορικό Ευρώτα που διασχίζει τη Λακωνία.
Πλήθος άλλων ποταμών ανά τον κόσμο έχουν στο όνομά
τους το θέμα -ρο ή ορο δηλαδή τη σημασία της ροής. Για
παράδειγμα ο Νίγηρας, ο Ευφράτης και άλλοι.


Όταν είχα πρωτοδεί αυτόν τον τραγέλαφο, διερωτήθηκα: «τελικά, πόσο άσπρη/οι είναι;». Όμως, είναι αμαρτία από τον Θεό να μηδενίσω ολόκληρη την προσπάθεια που γίνεται και η οποία ελπίζουμε να μάς ξαφνιάζει στο εξής μόνο ευχάριστα και να βελτιώνεται σταθερά (με τη συνδρομή ίσως κάποιων ειδικότερων;; λέω τώρα…).

30.3.05

αποχαιρετώντας τον τρελό λαγό


Ο βαρκάρης των κεραυνών

Ο βαρκάρης των κεραυνών γυρίζει
από ακτή σ' ακτή
Δεν θέλει ν' αράξει πουθενά
Δεν θέλει ν' αράξει πουθενά
Δεν θέλει ν' αράξει πουθενά
Μόνο στη βάρκα ψιθυρίζει
Φύγαν φύγαν τα νερά!
Φύγαν φύγαν τα νερά!



Ο τρελός λαγός

Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

(Mίλτος Σαχτούρης 1919-2005)

12.3.05

Τσιγγάνοι στο Μέγαρο

Την Δευτέρα που μάς πέρασε, με τον Πελασγό βρεθήκαμε στην εκδήλωση-συζήτηση του Άρδην για τους "αρχαιολάτρες" στην ΕΣΗΕΑ, με κύριους ομιλητές τους Γ.Καραμπελιά, Ι.Προμπονά, Ν.Ξηροτύρη και Μ. Στεφανίδη. Θα επανέλθουμε, αμφότεροι νομίζω, με σχόλια και αναφορές στις ομιλίες. Η σημερινή εγγραφή θα μπορούσε να έχει τίτλο "Εθνική Μειονεξία ΙΙ", αλλά σκέφτηκα ότι θα ήταν όπως λέμε "χρωστάω Μαθηματικά ΙΙΙ και Χημεία Ι". Αυτό που με ωθεί να δώσω συνέχεια στις σκέψεις για "εθνική μειονεξία", παρότι ο ίδιος θεωρώ προβληματικό τον όρο και τον επινόησα (;) ως παρηχητικό αντίβαρο στην "εθνική μοναξιά", είναι το παράδοξο γεγονός πως την φράση ολόιδια χρησιμοποίησε στην ομιλία του και ο Μάνος Στεφανίδης (σοβαρός τεχνοκριτικός, γνωστός και από κάποιες τηλεοπτικές εκπομπές του με συνεντεύξεις εικαστικών καλλιτεχνών). Τώρα που το σκέφτομαι, η σημερινή καταχώριση θα μπορούσε επίσης να επιγράφεται "Και εσείς Περιγλώσσιο, κύριε Στεφανίδη;". :-P

Στην δική του εκδοχή της εθνικής μειονεξίας, ο Στεφανίδης τόνισε απολύτως εύστοχα μιαν άλλη παράμετρο, την οποία είχα σκοπό και εγώ να υπενθυμίσω (λέω "να υπενθυμίσω", γιατί η ιδέα πρωτοδιατυπώθηκε -ή εγώ την πρωτοσυνάντησα- σε δοκίμιο του Παπανούτσου). Είναι μια παράμετρος που, αν ωσάν ευθεία την προεκτείνουμε μέχρι εκεί που παίρνει, θα μάς οδηγήσει σε "μίσος" και όχι "μειονεξία". Πρόκειται για το απλό γεγονός ότι ο Έλληνας δεν ένιωσε σχεδόν ποτέ (ή έστω άργησε να νιώσει) δική του την Ελλάδα. Τις ρίζες του κακού ο ομιλητής τις εντόπισε στο οθωνικό βασίλειο (κι ο Παπανούτσος το ίδιο, μού λέει η άπιστη μνήμη μου), στην παρατεταμένη ξενοκρατία και εξάρτηση. Ο σημερινός Έλληνας δηλαδή νιώθει το ελληνικό δημόσιο σαν μπαμπούλα, ενδεχομένως όχι λόγω της υδρωπικής γραφειοκρατίας (ίσως κι αυτή να'ναι σύμπτωμα), αλλά επειδή έχει περάσει στο πατριωτικό του γονίδιο (ελπίζω να μη σάς φανεί πολύ μεταφυσικός ο όρος) η ιδέα ότι δεν είναι αυτό η πατρίδα του. Από εκεί και πέρα, ο Παπανούτσος, στο δοκίμιό του (λυκειακό, εκθεσιακό μου ανάγνωσμα, γι'αυτό και δεν θυμάμαι πού περιλαμβάνεται, για να σάς παραπέμψω), στο συναίσθημα αυτό φορτώνει και την διαχρονική κακομεταχείριση της δημόσιας περιουσίας (που απλώνεται στο συνεχές "αδιαφορία"-->"βανδαλισμός").

Ενδιαφέρον, για να επιστρέψουμε στην εκδήλωση του Άρδην, παρουσίασε και η ομιλία του καθηγητή Ν. Ξηροτύρη. Επέδειξε, συν ταις γνώσεσι, και σημαντική δεινότητα ως ομιλητής. Παρότι συνάντησε αρκετό αντίλογο από παρισταμένους, αν για να περιγράψουμε την αναίρεση των ισχυρισμών Πουλιανού χρησιμοποιούσαμε την έκφραση "τους έκανε σκόνη", θα αγγίζαμε την κυριολεξία. Ο σεβαστός καθηγητής όμως δεν μπόρεσε να αποφύγει ένα υποτιμητικό σχόλιο για τους θεωρητικούς επιστήμονες. Είναι κάτι που λέγεται συχνά, ότι οι θεωρητικοί επιστήμονες αγνοούν (ενώ θα όφειλαν να τα συνυπολογίζουν και να μη λένε κάτι που προσκρούει σ'αυτά) τα "θετικά" δεδομένα, τις αψευδείς μετρήσεις και τα αντίστοιχα πορίσματα. Ίσως το έθεσε κάπως πιο κομψά ο καθηγητής, νομίζω είπε "δεν πρέπει οι μεν να αγνοούν τα στοιχεία των δε". Να όμως που η αντίφαση κάπου εκεί φαίνεται αναπόφευκτη. Ο ίδιος, ως ανθρωπολόγος, είναι της άποψης (βασισμένος φυσικά στα ντιενέι του, στις κρανιομετρήσεις του και τα οστά του) ότι Ινδοευρωπαίοι δεν υπήρξαν και έφτασαν μερικοί απ'τα σύνορα και είπανε πως Ινδοευρωπαίοι πια δεν υπάρχουν.

Ο Ξηροτύρης δηλαδή, κι ελπίζω έτσι να μην παραποιώ την επιστημονική του θέση, υποστηρίζει την ιδέα μιας μορφής αυτοχθονίας, μιας αυτοχθονίας με πολύ πιο ευρεία, ασφαλώς, ορθολογική και ελαστική έννοια απ'αυτήν που εισηγούνται Πουλιανοί και Δαυλοί. Δεν ξέρω τι περιεχόμενο έχουν στη σκέψη του Ξηροτύρη τα λόγια "δεν υπήρξαν Ινδοευρωπαίοι", όποιο περιεχόμενο όμως και να'χουν προσκρούουν σε ένα εξίσου επιστημονικό, λογικά αναγκαίο και μη αναθεωρήσιμο συμπέρασμα, αυτό που προέρχεται από την γενετική συγγένεια τόσων γλωσσών. Ότι έχουμε κάποιες γλώσσες που στο μεγαλύτερο μέρος τους παρουσιάζουν βαθύτατες και συστηματικές ομοιότητες, που δεν μπορούν να αποδοθούν σε καμιά άλλη αιτία, παρά στην απόσπασή τους από μια κοινή μητέρα-γλώσσα. Ε, αυτή την γλώσσα, όπως και να την ονομάσουμε, δεν πρέπει κάποιοι να την μίλησαν; Αν δεν υπήρξαν αυτοί οι κάποιοι, οι αυτόχθονες πληθυσμοί που ανέπτυξαν και μίλησαν τις θυγατρικές, δηλαδή παρόμοιες, γλώσσες, τις δέχτηκαν από ταυτόχρονη επιφοίτηση, αλλά με ελαφρώς αλλοιωμένο σήμα σε κάθε περιοχή; Με αυτά δεν εννοώ τίποτε για την επιστημονικότητα των μεθόδων (ή και των προθέσεων) του Ξ., αντιστρέφω απλώς το επιχείρημά του: δεν θα όφειλε κι αυτός να διατυπώσει μια λύση/θεωρία που να μην κλοτσάει σε ένα πόρισμα μιας άλλης επιστήμης, έστω "θεωρητικής";

Τέλος πάντων, ο καθηγητής με κλόνισε λιγάκι με την υπόδειξή του προς θεωρητικούς κι είπα κι εγώ κάπως να εξιλεωθώ (πλησιάζουμε προς τη λύση του μυστηρίου της σκοπιμότητας του τίτλου της σημερινής εγγραφής του ημερολογίου, αμήν). Και για να εξιλεωθώ, πήγα στο Μέγαρο! Τις μέρες αυτές, στον εξωτερικό χώρο της αίθουσας Δημήτρη Μητρόπουλου, λειτουργεί μια πρωτότυπη και διασκεδαστική έκθεση μαθηματικών. Το σημαντικό εκεί είναι ότι δεν κοιτάς τα εκθέματα, παίζεις με αυτά (είχε επίσης πλάκα να βλέπεις μερικές γούνες να μπλέκονται σε κάτι ελατήρια και κυρίες με περιδέραια να κραδαίνουν δίκην σουρωτηρίου για μακαρόνια μια πιατέλα με πλανήτες και δορυφόρους σε τροχιά). Έπαιξα κι εγώ κάμποση ώρα (θα μάθετε σύντομα πόση) και ψιλοθυμήθηκα την θαμμένη γεωμετρία μου, τις λιγοστές μου πιθανότητες και τις κάπως καλύτερα συγκρατημένες από το Λύκειο ακολουθίες/προόδους. Κι εκεί είναι που ζήλεψα τους μαθηματικούς: γιατί αυτοί έχουν (ή μάλλον την συνειδητοποιούν περισσότερο και την ερευνούν) την διασκεδαστική πλευρά του αντικειμένου τους, ενώ συνήθως ως άλλη όψη του επιστημονικού νομίσματος της γλωσσικής επιστήμης εμφανίζονται αρχαιολάγνοι παρετυμολόγοι και ουφολόγοι. Μην λησμονούμε βεβαίως εδώ και ότι πλείστοι των αρχαιολατρών είναι μαθηματικοί που ανακάλυψαν τη "μαθηματική δομή" της γλώσσας μας (και δεν εννοούν τίποτα περισσότερο από επινοημένα εσωτερικά αθροίσματα διαδοχών γραμμάτων σε λέξεις) ή φυσικοί που ανακάλυψαν την υπερ-βιονική σούπερ προηγμένη τεχνολογία των προ-προ-προ-Ελλήνων. Θα μού πεις: και με αυτούς γελάμε. Όμως άλλο "διασκεδαστικό", άλλο "γελοίο". Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε το αθώο ή αναζωογονητικό γέλιο του παιδιού -μικρού ή μεγάλου- που (ξανα-)ανακαλύπτει τον κόσμο ή μια άλλη όψη (όχι την κατοπτρική παραμόρφωση) της γνώσης, στη δική μας φοβάμαι ότι έχουμε απλώς το κουρασμένο μειδίαμα ή και τον κλαυσίγελω του αηδιασμένου από την απάτη. Πάντως, το διδακτικό της έκθεσης ήταν ότι μπορούμε ή και οφείλουμε να αναδεικνύουμε από καιρού εις καιρόν την αστεία, την ευφάνταστη εφαρμογή/διάσταση του αντικειμένου μας. Και ξέρουμε οι περισσότεροι πως υπάρχει αυτό το πράγμα έντονο στη γλωσσική επιστήμη. Θα επανέλθω ίσως στο θέμα με αναφορές σε τέτοια βιβλία, που αναζητώ και συναντώ συχνά στο Σπουδαστήριο Γλωσσολογίας, ο νούς μου όμως αυτομάτως πάει στα βιβλία του Radford για την Γενετική-Μετασχηματιστική Σύνταξη, τα οποία παρά την σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα του αντικειμένου, διατηρούν αμείωτο το παιγνιώδες του ύφους και προτείνουν συχνά διασκεδαστικές ασκήσεις.

Στην έκθεση λοιπόν του Μεγάρου παρέμεινα και αφού είχε αρχίσει το προγραμματισμένο για το βράδυ εκείνο ρεσιτάλ του Γαρουφαλή (στο οποίο θα πήγαινα αν είχα προλάβει κανένα εισιτηριάκι προτού εξαντληθούν την τελευταία στιγμή). Τι σημαίνει αυτό οι γνωρίζοντες ήδη θα το κατάλαβαν, ας αποκαλύψουμε το μυστικό όμως και στους υπολοίπους: στην αίθουσα Μητρόπουλου, αν καθίσεις απ'έξω, ακούς τη συναυλία ακριβώς όπως κι αν ήσουν μέσα. Έτσι κι εγώ άκουσα όλο το πρώτο μέρος ολίγον τσάμπα, περιεργαζόμενος πλέον τα εκθέματα εκείνα από τη λειτουργία των οποίων δεν καταλάβαινα Χριστό (ε, είπαμε, κι εμένα τα μαθηματικά μου κάπου σταματούν, δυστυχώς όχι πολύ μακριά από την αφετηρία τους). Για να μην κινήσω τις υποψίες των φυλάκων (οι οποίοι εν τω μεταξύ είχαν γίνει εξπέρ, λύνοντας και ξαναστήνοντας τους γρίφους σε χρόνο ντετέ), άλλαζα ανά πεντάλεπτο έκθεμα και έπαιρνα περισπούδαστο ύφος, ακούγοντας παράλληλα κακεντρεχώς και κάτι λίγες αμήχανες τρίλιες του Γαρουφαλή. Πάντως, αν είχαν ίχνος επαγγελματισμού, θα μού κάναν καμιά ερωτησούλα για το τι ρόλο παίζω, δεδομένου ότι είχα απομείνει μόνος εκεί πέρα και η προφανής κακομεταχείριση λόγω αγνοίας των εκθεμάτων από μέρους μου ήταν το λιγότερο ύποπτη. Λύση α΄: έχουν συνηθίσει τους τζαμπατζήδες που με κάποια σαχλή πρόφαση κάθονται έξω από την αίθουσα και ακούν. Λύση β': τα ένστολα τζιμάνια που πληρώνει ο έρμος ο Λαμπράκης τόσο πολύ είχαν απορροφηθεί από το παιχνίδι που δεν πρόσεξαν τον μικρόσωμο φιλολογίσκο που κρυβόταν πίσω από το ποδήλατο με τις τετράγωνες ρόδες (ας μού εξηγήσει κάποιος το μαθηματικό του υπόβαθρο).

Τέλος πάντων, επειδή κι οι λαθρακροατές έχουν φιλότιμο, στο δεύτερο μέρος της συναυλίας αποχώρησα σεμνά. Στον σταθμό "Μέγαρο Μουσικής", είδα στην απέναντι όχθη μια συμπαθητική παρέα τσιγγάνων (τρεις τυπικές ευτραφείς μαυροφορεμένες κι έναν τυπικό μουστακλή μαυροφορεμένο) να περιμένουν το μετρό. Αμέσως απέκρουσα την ρατσιστική σκέψη "μπέρδεψαν το Μέγαρο με τα Μέγαρα;" και συνειδητοποίησα ότι τόση ώρα άλλος ήταν ο γύφτος...

αυτοχθέλλην

3.3.05

Κριτική της κριτικής I

Η κριτική παρουσίαση του φαινομένου "αρχαιολάτρες", από το πρόσφατο τεύχος του "Άρδην", γέννησε και γεννά, ευλόγως, ποικίλες σκέψεις και νέες κριτικές ματιές, τόσο πάνω στο ίδιο το φαινόμενο, όσο και πάνω στην κριτική του φαινομένου (εδώ θα παρουσιάσω, ελλείψει δικού μου ολοκληρωμένου κειμένου, δύο τέτοιες εύστοχες κριτικές). Όπως ανέφερε και ο Πελασγός, μερικά από το κείμενα που φιλοξενούνται στο αφιέρωμα του "Άρδην" είναι ενδιαφέροντα, εύστοχα ή και αποστομωτικά. Υπάρχουν εντούτοις και κείμενα, είτε συντηρητικότερα (και αυτό ίσως είναι αποκαλυπτικό της πραγματικής πολιτικής του περιοδικού), είτε γραμμένα από την σκοπιά ενός κατ'επίφασιν μετριοπαθέστερου ελληνοκεντρισμού που νομιμοποιείται να επικρίνει τον αφελή και γραφικό ελληνοκεντρισμό. Αυτό το τελευταίο, όμως, το κάνει και ο Άδωνις Γεωργιάδης, όταν ειρωνεύεται –τρομάρα του– από τηλεοράσεως τον Λιακόπουλο που έχει φαγωθεί με τους Ρώσους!

Μεταξύ άλλων, στο αφιέρωμα φιλοξενείται άρθρο και του μετριοπαθούς Καργάκου (!), καθώς και του Γιώργου Τσαγκρινού, διευθυντή του περιοδικού "Ιχώρ". Οφείλουμε βέβαια να αναγνωρίσουμε ότι παρακάτω υπάρχει και (επι)κριτικό άρθρο για το περιοδικό αυτό και τούτο δημιουργεί μια αίσθηση (ή επίφαση) πολυφωνίας, μα και αμφισβητήσιμης επιστημονικότητας του αφιερώματος συνολικά. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ουδείς γλωσσολόγος συμμετέχει και, έτσι, τη γλωσσική αλήθεια αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει με αμφιλεγόμενη αμεροληψία (και αμφιλεγόμενη αρμοδιότητα) ο Ι. Προμπονάς. Στο άρθρο του υπόσχομαι, αν βρω χρόνο, να αναφερθώ εκτενώς, αρκούμαι μόνο να πω (με θράσος περίσσιο, κύριε καθηγητά) ότι η κεντρική ιδέα του είναι: "ε, κι αυτό που λέμε Ινδοευρωπαίοι κατά βάθος Έλληνες θα ήταν". Πάντως, για να σάς λυθούν (ή να σάς αυξηθούν) οι απορίες, αναφέρω ότι λίγες σελίδες μετά το τέλος του αφιερώματος, στο ίδιο αυτό περιοδικό, υπάρχει αρθράκι εγκωμιαστικό της Ελληνικής Αγωγής! (νομίζω πως κάπου εκεί λανθάνει μια παράκρουση).

Λοιπόν, οι κριτικές που σας υποσχέθηκα:

Α.
[...] Διαγιγνώσκει (;) σωστά τα λάθη τους και τον ανορθολογισμό τους και σε πολλά σημεία με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Όμως δε με βρίσκει καθόλου σύμφωνο σε μερικά από τα συμπεράσματά του, όπως τουλάχιστον φαίνονται από το editorial, του οποίου παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα σε ελεύθερη απόδοση:



"[μπλα μπλα, οι κακοί παγκοσμιοποιητές, μπλα μπλα]... Σε αυτή την κατεύθυνση η μεγαλύτερη στρέβλωση επιχειρείται μέσα από την πριμοδότηση της ψευδοαρχαιολατρίας, σε ό,τι αφορά στη μετάβαση από τον αρχαίο κόσμο στον μεσαιωνικό ελληνισμό και την ορθοδοξία. Εδώ, με βάση αμφίβολα κριτήρια αξιολόγησης του ιστορικού μας σώματος και της διαχρονίας μας, πραγματοποιείται ένα εγχείρημα μείζονος διχασμού του ενιαίου σώματος του ελληνισμού, μεταξύ ενός υποτιθέμενου «αυθεντικού» ελληνικού κόσμου και ενός «εβραϊκού» ορθόδοξου μεσαιωνικού ελληνισμού...
Σε αυτή την κατεύθυνση η μεγαλύτερη στρέβλωση επιχειρείται [σημ: από τους κακούς παγκοσμιοποιητές] μέσα από την πριμοδότηση της ψευδοαρχαιολατρίας, σε ό,τι αφορά στη μετάβαση από τον αρχαίο κόσμο στον μεσαιωνικό ελληνισμό και την ορθοδοξία."

Όλα ωραία λοιπόν, αλλά έπρεπε να το γυρίσει και αυτός στη συνωμοσιολογία; Δε μας χέζει λέω γω που πριμοδοτούν τους αρχαιολάτρες οι "εκσυγχρονιστές-παγκοσμιοποιητές";

("παγκοσμιοποιητές"; αυτός και αν είναι βλακώδης ανθρωπομορφισμός)

Το μόνο που τους πριμοδοτεί όπως το βλέπω εγώ είναι τα εθνικά μας μυθεύματα -τα οποία απ' ό,τι φαίνεται ασπάζεται σε μεγάλο βαθμό ο συντάκτης- και η βλακεία και αγραμματοσύνη του κόσμου. [...]
 (λόγων τώνδε ρητήρ ο J95)

B.

[...] Δεν έχω προλάβει να διαβάσω όλα τα άρθρα ακόμη, αλλά: συμφωνώ μεν για τους γνωστούς και ευνόητους λόγους με το εγχείρημα του Άρδην, με ενοχλεί όμως το δικό του ιδεολογικό υπόστρωμα (ένας διαφορετικού τύπου εθνικισμός) και το ότι η όλη ανασκευή φαίνεται να γίνεται ακριβώς στο όνομα αυτού του κατά Άρδην σωστού εθνικισμού. Στα παραθέματά σου (σημ. εννοεί τα παραθέματα που δημοσιεύει και εδώ ο Πελασγός, λίγο παρακάτω) φαίνεται μόνο κάπως στο τελευταίο. Λεπτομέρειες; Δεν ξέρω, θα ήθελα τη γνώμη σας [...] (από την Μάρθα Π.)

Θα ήθελα κι εγώ τη γνώμη σας! :)

α.ε. (ανώνυμος ελληνολάτρης)

28.2.05

Η εθνική μας μειονεξία

Θα ξέρετε το τραγουδάκι για την εθνική μας μοναξιά. (Θα ξέρετε επίσης πως είμαστε έθνος ανάδελφον). Μοναχική και σπάνια μες στα Βαλκάνια, η Ελλάδα αγαπά να τραγουδά τα συμπλέγματά της. Εγώ όμως λέω σήμερα να ψάλω κάτι άλλο: την εθνική μας μειονεξία. «Γιατί εθνική», θα μού πείτε, και κυρίως: «γιατί μειονεξία; Το σκέφτηκες πριν το πεις; Βλέπεις καμιά ταπεινότητα γύρω σου; Αντιθέτως, είναι πολλές, δυνατές και επίμονες οι φωνές διεκδίκησης του αρχαίου μεγαλείου και τα περήφανα αιτήματα της επανελλήνισης».

Θα επιμείνω όμως: κόμπλεξ κατωτερότητας και όχι ανωτερότητας βλέπω πίσω από αυτές τις φανφάρες. Και μιας και διάγουμε περίοδο Αποκριών, λέω να προσπαθήσουμε πίσω από τους κάθε λογής μασκαράδες και φασουλήδες των φασιστοκάναλων, να δούμε λίγο και τα πραγματικά τραύματα της νεοελληνικής μας συνείδησης, τραύματα των οποίων φορείς πιστεύω πως είμαστε όλοι, μα με διαφορετική μάσκα ο καθένας.

Πολλοί πιστεύουν –κι εγώ ως ένα βαθμό– πως στην βάση της αντιπαράθεσης υπερπατριωτικών-αντιεπιστημονικών και νηφάλιων-τεκμηριωμένων θέσεων σε ζητήματα γλώσσας, ιστορίας, καταγωγής, κείται η αιώνια αντίθεση «ορθολογισμός:ανορθολογισμός» ή «γνώση-επιστήμη:βλακεία-αμάθεια». Αρχίζω όμως να αναθεωρώ, γιατί αυτή η διάκριση μού φαίνεται να έχει κάποια ελαττώματα:
Α) Είναι λίγο ελιτίστικη: εμείς αυτομάτως τοποθετούμαστε στο πρώτο –το κολακευτικό– σκέλος της αντίθεσης
Β) είναι κάπως μανιχαϊστική: δεν λαμβάνει υπόψη τις πολυάριθμες διαβαθμίσεις αποδοχής αντιεπιστημονικών θέσεων, το γεγονός δηλαδή ότι δεν υπάρχουν μόνο οι κραυγαλέες και γραφικές περιπτώσεις Λιακόπουλων και σία., αλλά και άλλες φωνές, με μανδύα «αντικειμενικότερο», γι’ αυτό και πιο επικίνδυνο.

Θα επιμείνω λίγο στο Β, επεκτείνοντάς το σε περιπτώσεις ανθρώπων που αποδεδειγμένα δεν είναι φορείς ακραίων ιδεολογιών:

-γιατί υπάρχουν και διανοούμενοι με έντονα ελληνοκεντρικές θέσεις; (ο Θεοδωράκης δεν ήταν που έδινε συνεντεύξεις στον Δαυλό;)
-γιατί ο Σαββόπουλος προ ετών προσπαθούσε να αποδείξει ότι η Νέα Ελληνική έχει βραχέα και μακρά φωνήεντα;
-γιατί υπάρχουν αξιόλογοι ηθοποιοί και τραγουδιστές (π.χ. έχω ακούσει τη Χρυσούλα Διαβάτη και τον Νίκο Παπάζογλου να το λένε) που ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν να διαβάσουν χωρίς τόνους και πνεύματα;
-γιατί ο αξιολογότατος κατά τα άλλα μυκηναϊστής και ομηριστής καθηγητής Ι. Προμπονάς σε πρόσφατο άρθρο στο "Άρδην" ταυτίζει τους Προέλληνες με τους Πρωτοέλληνες και διατυπώνει ασύστατες υποθέσεις για την σχέση της Ινδοευρωπαϊκής πρωτογλώσσας με την Ελληνική;

Είναι όλοι αυτοί ανορθολογιστές και αφελείς με μειωμένη ικανότητα λογικών συλλογισμών; Ή τάχα εκφράζουν σε ορισμένες μόνο πτυχές της δράσης τους μια ελλειμματική εγκεφαλική λειτουργία;

Νομίζω τελικά πως δεν είναι η απουσία κριτικής ικανότητας –ή μάλλον όχι αποκλειστικά αυτή- το ελατήριο για την ανάπτυξη -ολίγον ή περισσότερον- μεγαλοϊδεατικών απόψεων, απόψεων που ως κοινό γνώρισμά τους έχουν την κακή σχέση με την αυστηρή λογική και με την πραγματικότητα, την επιστημονική και όχι μόνο. Ο ανορθολογισμός φοβάμαι πως είναι σύμφυτος, πως ενυπάρχει σε όλους ως το «υπανάπτυκτο κομμάτι του εαυτού μας, που μια ευκαιρία χρειάζεται για να εκδηλωθεί» (λόγια που είχε χρησιμοποιήσει κάποτε ο Μάνος Χατζιδάκις, για να χαρακτηρίσει κάτι παρόμοιο, ίσως υπώνυμο του ανορθολογισμού, τον φασισμό). Όσο και να επαιρόμαστε για τον ορθολογισμό μας, την αυστηρή μας προσήλωση στα αξιώματα της λογικής, όλο και κάπου θα συλλάβουμε τον εαυτό μας να κατατρύχεται από ανορθολογικές σκέψεις, εμμονές, προκαταλήψεις, φόβους, εσωτερικευμένες πλάνες (να μιλήσω για θρησκείες; Για ξεματιάσματα; Για αεροπλανο-/υψο-/κλειστο-/κατσαριδο-φοβίες; Για ζήλιες και άλλα παρόμοια βάσανα ων ουκ έστι αριθμός;). Συνεπώς ο ανορθολογισμός δεν μπορεί να είναι το αναγκαστικό και γενεσιουργό αίτιο για την ανάπτυξη ιδεολογημάτων-για να επιστρέψουμε στο θέμα μας-, είναι απλώς το έδαφος. Αυτό που θέτει σε κίνηση τον ανθρώπινο ανορθολογισμό είναι ίσως μια κατάσταση ψυχολογική, ατομική ή συλλογική. Ένα ιστορικό προηγούμενο είναι ίσως ο γερμανικός λαός, ο οποίος μάλλον δεν είναι φορέας του γονιδίου του ναζισμού, αλλά υπέστη μια μεγάλη ταπείνωση ύστερα από τον Α’ Παγκόσμιο.

Τι συμβαίνει όμως με τους νεοέλληνες; Ποια είναι άραγε η αυτοεικόνα μας ως πολιτών της Ελλάδας; Δεν αισθανόμαστε ριγμένοι και παντοιοτρόπως αδικημένοι; Δεν υπέστημεν άδικα μια σκλαβιά 400 χρόνων που μας στέρησε την δυνατότητα ανάπτυξης την κατάλληλη εποχή; Δεν χτυπηθήκαμε άγρια από τη μοίρα σε επίπεδο οικονομικό, τεχνολογικό, βιομηχανικό; Δεν νιώθουμε (τουλάχιστον έτσι εγώ άκουγα στο σχολείο-από το Δημοτικό ακόμα) ότι είμαστε 50-100 χρόνια πίσω από μια μέση ανεπτυγμένη χώρα; Σε εμάς δεν έλαχαν όλοι οι ανάξιοι βασιλείς και οι κακοί κυβερνήτες; Εμείς δεν είμαστε το αιώνιο και αδύναμο άθυρμα στα χέρια των Μεγάλων Δυνάμεων; Δεν είμαστε κατά βάθος ο φτωχός, δαρμένος και (εμφανιζόμενος ως) υποτακτικός Καραγκιόζης; Τι μπορούμε να κάνουμε; Δεν έχουμε φυσικό πλούτο, δεν έχουμε τεχνολογία, είμαστε λίγοι και χρεωμένοι (έχουμε βέβαια τον πολιτισμό μας). Είμαστε παντού τελευταίοι. Το κράτος μας είναι ανύπαρκτο, η παιδεία μας κακή και υπονομευόμενη, η θέση μας διεθνώς ασήμαντη και αντικείμενο χλευασμού.

Μήπως κατά βάθος, όταν ο νεοέλληνας αναγαλλιάζει μαθαίνοντας πόσο αρχαίος και σπουδαίος είναι, απλώς ντρέπεται; Θα έλεγα μάλιστα πως έχει συνηθίσει να ντρέπεται. Ντρέπεται παθολογικά και χρονίως. Για αυτό μιλώ για μειονεξία. Και τείνω να καταλήξω στην άποψη πως η αυξανόμενη τάση για επιμήκυνση της ελληνικής ιστορίας και απόδοσης στο παρελθόν ιδιοτήτων …μεταφυσικών, είναι ένας μηχανισμός υπεραναπλήρωσης αυτής της –στρεβλής επίσης, μα εσωτερικευμένης–μειωμένης αυτοεκτίμησης. Επαναδιατυπώνω λοιπόν την... αιρετική μου θέση: ο Νεοέλληνας δεν είναι φύσει αλαζόνας, σοβινιστής (με την έννοια που το λέμε για τους Γάλλους): αντίθετα πιστεύω πως είναι κακομοίρης, μεμψίμοιρος και γι’ αυτό ψωροπερήφανος.

Είναι φυσικό ο κοινός ανθρωπάκος που βλέπει τηλεόραση, διαβάζει (αν διαβάζει) εφημερίδα και πάει στην εκκλησία να μην κατανοεί τα επιστημονικά πορίσματα, να μην μπορεί να σκεφτεί επιστημονικά. Πιστεύω πως δεν είναι αυτή η μορφή άγνοιας που πρέπει να καταπολεμήσουμε. Κι ούτε πιστεύω πως αξίζει τον κόπο να υποβάλλουμε αυτούς τους ανθρώπους σε ασκήσεις σκεπτικισμού, για να διαπιστώσουμε το αυτονόητο, ότι ναι όντως, θα προτιμήσουν την κολακεία από την επιστημονική αλήθεια. Αυτό που θα έπρεπε να οικοδομήσουμε (σε συνεργασία με… τι να πώ; ψυχολόγους;) είναι μια καλύτερη –και ρεαλιστικότερη– αυτοεικόνα της Ελλάδας, του πολιτισμού της –διαχρονικά και συγχρονικά– και των δυνατοτήτων της. Να οικοδομήσουμε επίσης ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τους ειδικούς κάθε κλάδου- και μόνο αυτούς: να γίνει, έστω και καθυστερημένα, πεποίθηση στον κόσμο ότι, πού να πάρει, για τη γλώσσα θα ξέρει καλύτερα ένας γλωσσολόγος από έναν δικηγόρο ή έναν φυσικό.

Η συνταγή του «σκεπτικισμού» απέναντι στα πάντα είναι μεν σωστή, αλλά μού φαίνεται ανεφάρμοστη και ολίγον διανοουμενίστικη. Είναι αρκετό να καταλάβουμε ότι για να κρίνουμε έναν γνωστικό χώρο –και πολύ περισσότερο να επικρίνουμε– χρειαζόμαστε τα κατάλληλα εργαλεία. Άλλωστε και κάποιοι από τους «γραφικούς» εμφανίζονται ως «σκεπτικιστές» και «αμφισβητίες των παραδεδεγμένων».
Νομίζω πως το πρόβλημα στις σωστές του διαστάσεις το βάζει μια διατύπωση σαν την παρακάτω (πηγή):

[...] Κάπου εκεί, για μένα το πράγμα γίνεται περίεργο και επικίνδυνο. Πώς συναιρούνται οι άσχετοι με τους φιλολόγους, οι έξυπνοι –υπάρχουν και τέτοιοι!– και οι γκάου μπίου; Όλοι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: θεωρούν πως είναι οι αμφισβητίες, αυτοί που θα απειλήσουν το κατεστημένο. Αυτοί που θα αποκαλύψουν αυτά που μας κρύβουν, που θα ψάξουν κτλ. Είναι τραγικό, αλλά η σύγχρονη “εναλλακτική” κουλτούρα κατευθύνεται κυρίως προς αυτήν την κατεύθυνση, όσο διαφορετικά μονοπατάκια κι αν παίρνει. Φτάνει τόσο μακριά όσο στους χώρους των αναρχικών, αντιεξουσιαστών (εξάλλου θεωρητικά όλοι αυτοί είναι αντιεξουσιαστές, αυτή είναι μια άλλη τους καραμέλα).

αυτόχθονος του Έλληνος

Baragmi

Γλωσσικό κόμπλεξ;;

Θυμάμαι κατά καιρούς διάφορους αυτόκλητους γλωσσαμύντορες, είτε εθνικιστικής είτε καθαρά φασιστικής είτε ελληνορθοδοξοχριστιανικής (φτου!) ιδεολογίας, που είχαν βαλθεί να σώσουν την ελληνική μας γλώσσα από τον αφανισμό, ο οποίος σύμφωνα πάντα με αυτούς είχει πάρει τη μορφή δανείων από ξένες γλώσσες και greeklish. Δεν μπορούσαν να αποδεχτούν το γεγονός του δανεισμού ως κάτι φυσιολογικό βρε αδερφέ, να δουν τα greeklish ως εξυπηρέτηση για όσους χρησιμοποιούσαν υπολογιστή και κινητό τηλέφωνο, να ανεχτούν ότι δεν είναι δυνατόν να μεταφράζεται και μάλιστα αρχαιοπρεπώς όλη η τεχνολογική ορολογία η οποία εισέρχεται στη γλώσσα με τεράστια ταχύτητα. Δεν συμφώνησα ποτέ μαζί τους, και πάντα τους έβλεπα σαν υπερβολικά άτομα που βασανίζονταν από μανία καταδίωξης, εφευρίσκοντας συνεχώς αόρατους εχθρούς που μηχανορραφούσαν –από φθόνο φυσικά– είτε εναντίον της ελληνικής γλώσσας, είτε της ιστορίας, είτε ολόκληρης της Ελλάδας τέλος πάντων.

Αυτή η εισαγωγή μάλλον ήταν μια προσπάθεια να διαχωρίσω τον εαυτό μου από αυτά τα άτομα, γιατί αφού διαβάσετε τα παρακάτω μπορεί να με κατατάξετε εκεί..

Να ξεκαθαρίσω λοιπόν ότι ανήκω στην κατηγορία των μη γλωσσολόγων, η οποία έχει όμως και υποκατηγορίες. Μία από αυτές είναι οι πολέμιοι των πραγματικών γλωσσολόγων, που πιστεύουν ότι παρά την έλλειψη γλωσσολογικής παιδείας είναι ικανότατοι να σχηματίζουν επιστημονικές (γκουχ) θεωρίες και να αποφαίνονται πάνω σε καθαρά επιστημονικά θέματα, και μάλιστα έχουν και το δικαίωμα (ή μάλλον το βαρύ καθήκον) να διαφωτίσουν και το λαό μέσω των ΜΜΕ. Όσον αφορά την εκπαίδευση και την κατάρτιση, δεν την περιφρονούν, απλά πιστεύουν ότι οποιοσδήποτε που έχει πτυχίο πανεπιστημιακού ιδρύματος, και κυρίως στις θετικές επιστήμες, μπορεί να ασχοληθεί με ένα γλωσσικό θέμα. Η άλλη κατηγορία λοιπόν, στην οποία κατατάσσω εγώ τον εαυτό μου, είναι οι κολλητσίδες (γνωστοί και ως τσιμπούρια) των γλωσσολόγων, που παρόλο που δεν είναι γλωσσολόγοι κι ένας θεός το ξέρει αν ποτέ θα ικανοποιηθεί ο διακαής τους πόθος να γίνουν, τη βρίσκουν με το να παρενοχλούν (κυριολεκτικά) τους γλωσσολόγους με ερωτήσεις, να μπαίνουν στα αμφιθέατρά τους και να τους πιάνουν τις θέσεις, να γνωρίζονται με τους καθηγητές τους, να γράφουν στα fora και τα blog τους, και παρόλο το σεβασμό ή ακόμη και το δέος που νιώθουν για τους δύσμοιρους γλωσσολόγους, έχουν βαλθεί στο να τους κάνουν τη ζωή δύσκολη!

Αυτή ήταν μάλλον άλλη μια εισαγωγή για να προειδοποιήσω και να προσπαθήσω να δικαιολογήσω την ημιμάθειά μου, την τυχόν κακή ορθογραφία μου, να κερδίσω την εύνοια του ακροατηρίου και κυρίως για να ζητήσω συγγνώμη για την παρουσία μου σε έναν γλωσσολογικό ιστοχώρο. Αν μου δώσατε άφεση αμαρτιών, προχωρήστε παρακάτω.

Είχα σκοπό λοιπόν να γράψω για ένα φαινόμενο που εγώ αυθαίρετα βάφτισα γλωσσικό κόμπλεξ και που κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι και πολιτισμικό κόμπλεξ. Το γεγονός ότι, για να θεωρήσουμε κάτι αξιόλογο, γοητευτικό, ποιοτικό, πρέπει απαραίτητα και να έχει έναν ξένο τίτλο, ή να είναι αλλοδαπής προελεύσεως, νομίζω αποτελεί ένα σύμπτωμα γλωσσικού κόμπλεξ. Τώρα θα μου πείτε, μα καλά, είναι δυνατόν από τη μία να λέω ότι είμαστε αλαζόνες ως λαός, ότι πιστεύουμε στη φυλετική-γλωσσική-πολιτισμική-θρησκευτική ανωτερότητά μας, και από την άλλη να κάνω και διάγνωση γλωσσικού κόμπλεξ;; Όσο παράδοξο κι αν φαίνεται αυτό (που μάλλον φαίνεται), κατά την ταπεινή μου γνώμη ισχύει. Και οι δύο είναι παθολογικές καταστάσεις που οφείλονται στον λανθασμένο προσανατολισμό μας. Και δεν εννοώ ότι έχουμε γλωσσικό κόμπλεξ επειδή δεν λέμε το φαξ «τηλεομοιότυπο» ή όπως αλλιώς το μεταφράσαμε, αλλά επειδή όταν ήδη υπάρχει μια ελληνική λέξη, όχι αρχαΐζουσα, ούτε καν περίεργη, αλλά μια χαρά λέξη, πολλοί από εμάς προτιμάμε να χρησιμοποιήσουμε μια ξένη, άγνωστη σε αρκετούς συμπατριώτες μας, γιατί έτσι πιστεύουμε ότι θα προξενήσουμε το θαυμασμό των γύρω, ότι θα φανούμε πιο .. τρέντυ (είδατε που το κάνω κι εγώ;;) και μοδάτοι. Επίσης αν προσέξουμε γύρω μας, θα παρατηρήσουμε ότι τα πιο ακριβά και δημοφιλή καταστήματα, εστιατόρια, κέντρα διασκεδάσεως, έχουν ξένα ονόματα ή συνθήματα, ή ακόμη χειρότερα, απευθύνονται στους πελάτες τους αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα. Θυμάμαι μια διαφήμιση στην τηλεόραση για ένα ουίσκι, όπου τρία στελέχη μεγαλοεταιριών έμπαιναν καθημερινά στο ίδιο βαγόνι του μετρό και δεν είχαν ποτέ ανταλλάξει μια κουβέντα. Όταν τελικά αποφάσισαν να την ανταλλάξουν τη ρημάδα, χρησιμοποίησαν αγγλικά, παρόλο που ήταν σε ελληνικό έδαφος. Θα μου πείτε, μπορεί να ήταν ξένοι που δούλευαν στην Ελλάδα, αλλά έλα που αυτό είναι ένα από αναρίθμητα παραδείγματα. Προχτές είχα την τιμή να περπατήσω στην Ιωάννου Μεταξά, τη γνωστή αυτή εμπορική οδό της Γλυφάδας, και πήρε το μάτι μου μια βιτρίνα ενός καταστήματος Prince Oliver, που απ’ότι έχω ακούσει ψωνίζουν μέλη μιας κάποιας κοινωνικής τάξης. Στη βιτρίνα έγραφε με πολύ μεγάλα γράμματα: «Who gives more discount? We do – Prince Oliver», ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα, αν η βιτρίνα έγραφε «Ποιός έχει τις μεγαλύτερες εκπτώσεις; Εμείς, η μπουτίκ Prince Oliver» (είπαμε, δεν θα το μεταφράσουμε ο Πρίγκηπας Όλιβερ), θα διατηρούσε αυτή την εικόνα κύρους και φινέτσας που της είχε εξασφαλίσει η χρήση της αγγλικής γλώσσας; Θα έβλεπαν οι πελάτες το κατάστημα με τα ίδια μάτια; Υποψιάζομαι πως όχι, κι αν πράγματι είναι έτσι, τότε ίσως να υπάρχει γλωσσικό κόμπλεξ. Πολλές ξένες λέξεις μας είναι πραγματικά απαραίτητες, είτε γιατί δεν βρίσκουμε ακριβή μετάφραση, είτε γιατί έτσι τις συνηθίσαμε και μας εξυπηρετούν. Αρκετές φορές όμως αφήνουμε στο περιθώριο ελληνικές λέξεις, που μας εξυπηρετούν καλύτερα και γίνονται κατανοητές από όλους τους συνομιλητές μας, για να χρησιμοποιήσουμε για ξένη λέξη μόνο και μόνο γιατί έτσι πιστεύουμε ότι θα εντυπωσιάσουμε.

Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι οι Νεοέλληνες έχουμε πάρει λίγο στραβά τα πράγματα. Από τη μία πιστεύουμε ότι το παρελθόν μας αποδεικνύει την καθολική ανωτερότητα μας, από την άλλη νιώθουμε μάλλον ντροπή για το παρόν μας και αρεσκόμαστε στο να ρίχνουμε το φταίξιμο στους άλλους (π.χ. 400 χρόνια Τουρκοκρατίας) και να αφηνόμαστε σε μιμητικές συμπεριφορές άλλων λαών που πιο πολύ ζηλεύουμε παρά θαυμάζουμε (π.χ. Δυτικοευρωπαϊκές χώρες, Β. Αμερική). Κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα πρέπει μέσα από την παιδεία να γνωρίσουμε καλύτερα και να αποδεχτούμε την Ελλάδα έτσι όπως είναι σήμερα, να τη σεβαστούμε και να μη τη θεωρούμε ούτε την παρακμή του αρχαίου ελληνικού μεγαλείου, ούτε το φτωχό ανάπηρο συγγενή άλλων χωρών, τις οποίες πρέπει και να μιμούμαστε.

Όπως ανέφερα και πριν, δεν είμαι γλωσσολόγος, και το ότι είμαι τσιμπούρι γλωσσολόγων δεν δίνει κανένα ιδιαίτερο κύρος σε όσα έγραψα. Στο τέλος αυτού του κειμένου, και αφού είχα την ατυχία να το ξαναδιαβάσω, διαπιστώνω αρκετές αντιφάσεις και μια δόση βλακείας. Αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να πιάσω δουλειά στο plegma...

Συγγραφέας:

Αυτόχθων Ιάπων (η) (σημ. η Ιαπωνία είναι αποικία -από τις πρώτες- των Ελ και από το 23.263 π.Χ. μιλάει την πελασγική ελληνική!)

12.2.05

Έστιν ουν περιγλώσσιο

Αγαπητοί συνέλληνες, καλωσορίσατε στο «περιγλώσσιο». Ημείς ο αυτόχθων αισθανόμαστε την ανάγκη να σάς συστηθούμε, ωστόσο δεν θα το κάνουμε –ακόμα… Για αρχή, θα σας συστήσουμε το περιγλώσσιο.

Το περιγλώσσιο λοιπόν είναι ένα τρακάρισμα. Συγκεκριμένα, τράκαρε η λέξη «περισκόπιο» με την λέξη «υπογλώσσιο». Οι δράστες του παρόντος ημερολογίου (είπαμε ποιοι: ημείς ο Αυτόχθων) εμφορούνται από προθέσεις δόλιες και σχιζοφρενικές, εθνοπροδοτικές και εθνοσωτήριες την ίδια στιγμή. Κέντρο των συζητήσεων θα είναι η γλώσσα και κάτι μας λέει ότι σύντομα θα παρατηρηθεί μεγάλη αποκέντρωση!

Για να μην είναι αυτή η εγγραφή ένα τυπικό καλωσόρισμα, ο Αυτόχθων ο Έλλην κρίνει σκόπιμο να παρουσιάσει και μια ενδιαφέρουσα, καλλιτεχνική ως επί το πλείστον, είδηση. Όταν ακούει κανείς να συνενώνεται η ποίηση του Παλαμά με μια …δισκογραφική πρωτοβουλία του Πανεπιστημίου Αθηνών, τι μπορεί κανονικά να περιμένει, πέρα από ένα ακαδημαϊκό έως και μουχλιασμένο αισθητικά αποτέλεσμα; Κι όμως. Ο δίσκος «Δεν ξέρω παρά να τραγουδώ», ο οποίος κυκλοφορεί νομίζω εδώ και λίγες εβδομάδες, είναι μια συλλογή αξιοπρόσεκτων τραγουδιών που προέρχονται από τους καλύτερους ίσως σημερινούς συνθέτες στην χώρα μας. Μεταξύ αυτών ο Νίκος Ξυδάκης, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Φοίβος Δεληβοριάς, ο Λουδοβίκος των Ανωγείων (όσοι φανταστήκατε, σωστά φανταστήκατε: Ξυδάκης και Λουδοβίκος μελοποίησαν τον «Τάφο»). Από τα τραγούδια αυτά, που μεταδόθηκαν συγκεντρωμένα προσφάτως από το Τρίτο Πρόγραμμα, ο συντάκτης του παρόντος ξεχώρισε το εξής, το οποίο τού φαίνεται διπλά απίστευτο (1. φαίνεται απίστευτο ότι οι στίχοι αυτοί είναι του –συνήθως μεγαλόστομου– Παλαμά 2. φαίνεται απίστευτο ότι ο συνθέτης της συγκλονιστικής μουσικής αυτού του τραγουδιού –Τάσος Ρωσόπουλος– είναι ακόμα σχετικά άγνωστος):

Μέσα μου ανοίχτηκε βαθύ πηγάδι
Σκοταδερό.
Μέσα του κάθε φωνούλα βόγγισμα
Λυπητερό.
Μέσα μου ολάνοιχτο βαθύ πηγάδι
Χωρίς νερό.

Κι η πέτρα μέσα του πάει πέφτει
Χάνεται και δεν χτυπά
Βαθιά όλα μέσα μου και άδεια
Και τίποτε δεν φέγγει
Τίποτε που ν’ αγαπά.

(προέρχεται από την ποιητική συλλογή «Οι Πεντασύλλαβοι» την οποία δεν έχουμε στα χέρια μας, γι’ αυτό και η στίχωση έγινε κατά το δοκούν, σύμφωνα με την εντύπωση που άφησε το τραγούδι)


Αυτόχθων ο Έλλην.

Αυτό που λένε, αυτό που εννοούν. Μια (αν)ηθικη πραγματολογία

(…) Φάγαμε αυτά που είχαμε αγοράσει και ξαφνικά, όπως συζητούσαμε, ακούσαμε ένα μπαμ δυνατούτσικο. Αρκετά κοντά σε μας, για να ακούσουμε κα...