6.10.07

Ο Καβάφης και η εποχή μας

Το ανέκδοτο ποίημα «Ποσειδωνιάται», αν και γραμμένο στα 1906, δεν είχε ανακαλυφθεί όταν ο Σεφέρης εσχολίαζε ένα-ένα τα ποιήματα του Καβάφη. Συνεπώς, θέλοντας και μη, θα δοκιμάσω τώρα να πορευτούμε χωρίς την έμπειρη συντροφιά του. Με την ευκαιρία, σημειώνω πως, στις 23 Σεπτεμβρίου 1944, ο Σεφέρης, όταν βρισκόταν στην Cava dei Tirreni, είχε την ηθική άνεση να περιδιαβάσει στον κοντινό αρχαιολογικό χώρο της Ποσειδωνίας, που είναι διεθνώς φημισμένος με το όνομα Paestum. Όχι πως το πράγμα έχει, για μας εδώ, σημασία ―ιδίως που ο Καβάφης, το μόνο μέρος της Κάτω Ιταλίας που είδε ποτέ του, ήταν, τυχαία, το Brindisi. Στο ποίημα, με οδηγό ένα χωρίο του Αθήναιου, μεταφερόμαστε στην Ποσειδωνία τουλάχιστον τέσσερεις αιώνες μετά την κατάκτησή της από τους Ρωμαίους στα 273 π.Χ. Σημειωτέον πως τούτη η αποικία των Συβαριτών είχε ήδη μετονομαστεί σε Παίστον, από τους Λουκανούς. Ας διαβάσουμε τώρα ολόκληρο το ποίημα, μαζί με την επιγραφή του:

Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Tυρρηνικώ κόλπω το μεν εξ αρχής
Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Tυρρηνοίς ή Pωμαίοις γεγονόσι και
την τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τα τε πολλά των επιτηδευμάτων,
άγειν δε μιαν τινα αυτούς των εορτών των Eλλήνων έτι και νυν, εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων όνομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους και δακρύσαντες
απέρχονται. ΑΘΗΝΑΙΟΣ

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ' είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων' η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες―
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά,
βγαλμένοι ―ω συμφορά!― απ' τον Ελληνισμό.

Η σκηνή, λοιπόν, τοποθετείται ―«έτι και νυν», λέει ο Αθήναιος― μεταξύ δεύτερου και τρίτου αιώνα μ.Χ. Πέρα από την μελαγχολικήν ειρωνία της επιβίωσης ελληνικής εορτής με ονόματα πλέον ακατανόητα, ήγουν κυριολεκτικώς βαρβαρικά, αξιοσημείωτη, θαρρώ, είναι η προβολή μιας αντίληψης του Ελληνισμού ως ένα είδος επίγειου, πολιτισμικού παραδείσου, του οποίου κλειδί είναι η ελληνική γλώσσα. Από αυτήν την άποψη, τούτο το ποίημα υπάγεται και σε μιαν άλλη σειρά συνθέσεων του Καβάφη, οι οποίες έχουν, εν μέρει ή εν όλω, αντικείμενο την γλωσσική ταυτότητα του Ελληνισμού. Η σειρά αυτή ξεκινάει στα 1893 με το ανέκδοτο «Επιτάφιον» και σταματάει στα 1931 με το ποίημα «Στα 200 π.Χ.» ―το προτελευταίο που ο Καβάφης επρόβαλε να τυπώσει σε μονόφυλλα. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη, από την σκοπιά μας, είναι η πρώτη εμφάνιση, στο Καβαφικό έργο, της λέξης Ιταλιώτης ― βάσει της οποίας λέγεται πως ο ίδιος ο ποιητής έπλασε την λέξη Αιγυπτιώτης. Αφ' ετέρου, ομολογώ πως δεν μπορώ να φανταστώ γιατί ο Καβάφης άφησε αδημοσίευτο τούτο το άρτιο ποίημα. Τέλος, είναι ίσως ενδιαφέρον να σημειώσουμε πως, από τα επτά ποιήματα που μας απασχολούν κυρίως εδώ, μονάχα το «Ποσειδωνιάται» διδάσκεται επισήμως στην κρυπτοφασιστικήν Ελληνική Μέση Εκπαίδευση. Βρίσκεται από το 1984 στο κρατικό αναγνωστικό της Β΄ Γυμνασίου Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (σ. 195). ― Μήπως και επειδή είναι από τα σπάνια μη ερωτικά ποιήματα του Καβάφη, που δεν φαίνονται να αυτοϋπονομεύονται ειρωνικά;

Γ.Π. Σαββίδης, «Η Μεγάλη Ελλάδα του Καβάφη» (1990)


Ίσως εδώ χρειάζεται προσοχή. Ο Σαββίδης λέει "δεν φαίνεται να", αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι δεν "αυτοϋπονομεύεται". Αν δεν αυτοϋπονομεύεται, πάει να πει ότι ο ποιητής συμμερίζεται τον ολοφυρμό των Ποσειδωνιατών. Ίσως. Ίσως ακριβώς λόγω της επίζηλης ιδιότητας του "Ιταλιώτη", να έκρινε ότι και οι -ακόμη- Έλληνες της Αιγύπτου πρέπει να λέγονται "Αιγυπτιώται" (αν όπως "λέγεται", αυτός "ο ίδιος έπλασε τη λέξη").

Ίσως πάλι όχι. Είναι πολλά τα καβαφικά ποιήματα όπου ο θρήνος, η συντριβή και η απώλεια εκφράζονται με ρητορικές αναφωνήσεις του τύπου "ω συμφορά", "ωιμέ", "οίμοι τάλας", και μάλιστα σ'αυτόν τον ιδιότυπο ελεύθερο πλάγιο λόγο, με τις παρενθετικές παύλες και το θαυμαστικό; Είναι και το άλλο που παρατηρεί ο Σαββίδης και πρώτη φορά σήμερα συνειδητοποίησα: "ονόματα πλέον ακατανόητα, ήγουν κυριολεκτικώς βαρβαρικά". Αυτό δεν είναι απλώς καβαφική, είναι ό,τι θα λέγαμε τραγική ειρωνεία. Ο Σαββίδης εντοπίζει μόνο/κυρίως μελαγχολική ειρωνία στη ματαιοπονία της επιβίωσης της νοσταλγικής γιορτής και στην "αντίληψη του Ελληνισμού ως ένα είδος επίγειου, πολιτισμικού παραδείσου, του οποίου κλειδί είναι η ελληνική γλώσσα". Δηλαδή διαβάζει στο ποίημα ένα είδος συγκατάβασης για τους Ποσειδωνιάτες (και πάλι βέβαια αυτό απέχει πολύ από τη συνηθισμένη πατριωτική ανάγνωση του ποιήματος ως διδαχής για γλώσσα και ταυτότητα).

Και όντως πρέπει να υπάρχει συγκατάβαση. Αλλά πρέπει να υπάρχει και ένα στραβό χαμόγελο. Οι Ποσειδωνιάται είναι σαν τους γόνους ξεπεσμένων αριστοκρατικών οικογενειών, με τη διαφορά ότι οι αριστοκράτες πρόγονοι ήταν πολύ παλιά, και δεν καλοθυμούνται και τα ονόματά τους, θυμούνται όμως ότι περνούσαν καλά, είχαν έθιμα αριστοκρατικά. Και βέβαια η άλλη διαφορά είναι ότι δεν πολυκαμαρώνουν: ξέρουν πως οι λέξεις που θυμούνται σε εορτές και πανηγύρεις δεν έχουν αρκετή μαγική δύναμη για να αναστήσουν το παρελθόν που κατασκευάζουν σε αυτές τις θλιβερές τελετές. Απλώς μισούν τον περίγυρό τους και τον εαυτό τους και αυτοτιμωρούνται που άφησαν τον "ελληνισμό" να φύγει από πάνω τους από ολιγωρία. Δηλαδή μαζί με το παρελθόν μεγαλείο που κατασκεύασαν, βρήκαν και τον (αρκούντως ανορθολογικό και μοιρολατρικό) λόγο για τον τωρινό τους ξεπεσμό: άφησαν τη γλώσσα να ξεχαστεί, άφησαν να πάθουν κάτι που δεν έχει γυρισμό (εύλογα ο Σαββίδης υπαινίσσεται τον μύθο του "χαμένου παράδεισου"). Αυτομαστίγωση και παραίτηση.

Παρεμπιπτόντως, για τους φίλους κινδυνολόγους, το ιστορικό γεγονός στο οποίο πατάει το ποίημα, είναι μια πραγματική περίπτωση "γλωσσικής υποχώρησης" και "σταδιακού γλωσσικού θανάτου", για να ξέρουμε για τι μιλάμε και να μην επικαλούμαστε τέτοιους όρους εκεί που καμιά θέση δεν έχουν.

Τέλος, η "σειρά συνθέσεων του Καβάφη, οι οποίες έχουν, εν μέρει ή εν όλω, αντικείμενο την γλωσσική ταυτότητα του Ελληνισμού", όπως λέει ο Σ., μάλλον περιλαμβάνει (χρονολογικά τουλάχιστον επιβεβαιώνεται) και ποιήματα όπως Επάνοδος από την Ελλάδα, Φιλέλλην ("ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ") και, φυσικά, Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης. Δεν μπορεί παρά να υπάρχει συνέχεια. Θυμίζω, άλλωστε, και την κριτική του Καβάφη στη Γραμματική του Hubert Pernot, που είχα δημοσιεύσει αποσπασματικά παλιότερα, όπου οι ενδείξεις για τη γλωσσική ιδεολογία του ποιητή είναι πιο σαφείς από κάθε άλλη πηγή. Τώρα που το θυμάμαι, και στο Ας φρόντιζαν υπάρχει ωραιότατη σάτιρα για την "ελληνική παιδεία" του αφηγητή.

Φαίνεται πως οι Ποσειδωνιάτες είναι αρκετά απατηλό ποίημα. Δεν "φαίνεται". Αλλά μάλλον είναι. Ίσως επειδή ήξερε ότι θα μας παιδέψει να το άφησε ο Καβάφης στα Ανέκδοτα. Αλλά όπως με τις Θερμοπύλες και άλλα, η μοίρα ενός τέτοιου ποιήματος ήταν να γίνει το τάχα προφητικό ποιητικό επιχείρημα στα στόματα γλωσσαμυντόρων. Τους Πολυτονιάτες, πριν από καιρό, τους είχα γράψει σαν ανακλαστική αντίδραση όταν είδα τους Ποσειδωνιάτες αναρτημένους στο ιστολόγιο ενός ευήθους ακροδεξιού κοκκοράκου (που τώρα -ω συμφορά!- έχει και κοινοβουλευτική εκπροσώπηση). Αλλά αν παθαίνει τέτοια ο Καβάφης, γιατί να γκρινιάζω εγώ που βλέπω τους Πολυτονιάτες συχνά να κοσμούν πατριωτικά ιστολόγια; Απλώς να ξέρουμε ότι και οι Ποσειδωνιάται και οι Πολυτονιάται είμαστε εμείς. Δεν παρωδούν οι Πολυτονιάται τους Ποσειδωνιάτες. Οι Ποσειδωνιάται παρωδούν εμάς.

4.8.07

Ζήτηματα Μεθοδολογίας

Σε αυτό το 'κλασικό' άρθρο του Bernard Comrie (1979) δίνονται πληροφορίες για την φωνολογική μεταβολή, αποδεικνύεται δε πέραν πάσης αμφιβολίας η σχέση του 'come' με το 'ἀνάβασις' (πβ. Comrie, 1977). Σε κάθε περίπτωση η γλωσσική μεταβολή δεν έχει προσεγγιστεί από τότε με σωστό τρόπο, γι'αυτό και η γλωσσολογία δεν έχει καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα για την προέλευση των λέξεων.

On Being Further Tempted From Go to Went
Bernard Comrie
University of Southern California, Los Angeles


In an earlier article (Comrie 1978) I argued, in my role as devil’s advocate, that the go - went alternation should not be treated as suppletive, but rather that there is a single underlying morpheme /gw / from which both allomorphs can be derived by independently motivated rules. Now, as is well known, the devil will always find work for idle hands, so that his advocate has now turned up some further evidence in favor of this analysis.


In Comrie (1978), the g - w alternation in word-initial position was effectively considered only for go - went, since no underlying initial /gw/’s were posited for other lexical items (other than transparent recent loans where phonetic [gw] remains, e.g. Gwen, guano). However, there are several other instances of initial g - w alternation, e.g. guard - ward, guarantee - warranty, war - guerrilla; in addition, there are other velar-labial alternations, e.g. cow - bovine, come - anabasis, although I shall not here be concerned with these—they serve only to show how general the phenomenon is. This calls into question the phonetic environment posited for gw Development in Comrie (1978:60) (giving [g] before a rounded vowel [w] elsewhere), and indeed the possibility of giving a phonetic environment, but does indicate that the analysis is not an ad hoc response to the go - went alternation.


In many regional varieties of English, for instance in the area around Sunderland and Newcastle-upon-Tyne, the citation form for go is gan, so that for such dialects one has an alternation gan - went. Speakers of such dialects have no feeling that gan - went is more or less suppletive than standard go - went (with which they are also familiar). Yet in these dialects the derivation of gan and went is much simpler than for standard go - went: while the standard language requires four rules for go and seven for went (Comrie 1978:62), such dialects require only one rule for gan and three rules for went, as can be seen in the derivations in (1):



(For Boundary Readjustment with verbs ending lexically in a lax vowel followed by a resonant, compare spell - spelled/spelt, spill - spilled/spilt, in the dialect also tell - [telt].) while such facts do not necessarily tell us anything about the standard language, they do indicate that there are dialects for which the nonsuppletive analysis is even more strongly justified.

Reference
Comrie, Bernard. 1978. On the go - went alternation: a contribution (?) to the Generative Phonology of English. In T. Ernst & E. Smith (eds.), Lingua Pranca. Bloomington, Indiana: Indiana University Linguistics Club, pp. 59-63.

1.8.07

Στη μάνα σου τόπες;

Μόνο στα ζώα ο τρόπος επικοινωνίας
παραμένει «αυθεντικός» και «αναλλοίωτος»,
στους ανθρώπους η γλωσσική αλλαγή
είναι αναγκαία συνέπεια της
βιολογικής και κοινωνικής τους εξέλιξης.

Επικοινωνιακό χάσμα δημιουργεί συχνά ο σύγχρονος τρόπος ζωής, όπως διαφαίνεται με χιουμοριστικό τρόπο σε τηλεοπτική διαφήμιση, όπου ο λόγος νεαρής κοπέλα είναι εντελώς ακατάληπτος για τον πατέρα της. Αυτό, που παρουσιάζεται με υπερβολή για τους σκοπούς της διαφήμισης, είναι ως ένα σημείο μία πραγματικότητα που προκαλείται από τον τρόπο που προσαρμόζεται η γλώσσα στις καινούργιες ανάγκες.

Οι πηγές εμπλουτισμού και ανανέωσης της γλώσσας είναι πολλές όπως λχ.:

(α) οι μετακινήσεις πληθυσμών που διενεργούνται για εκπαιδευτικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς, για ανεύρεση καλύτερης ποιότητας ζωής, για τουρισμό κτλ.
(β) οι διάφορες επαγγελματικές και επιστημονικές κοινότητες, οι οποίες με τις επαφές που έχουν μεταξύ τους, με διάφορες εκδόσεις περιοδικών κτλ. επενεργούν δυναμικά και διαμορφώνουν κώδικες επικοινωνίας με κειμενικά είδη, τεχνικά λεξιλόγια κ.ά.
(γ) η εκμάθηση από τους περισσότερους ιδιαίτερα στην Ευρώπη, μίας ή και περισσότερων γλωσσών.
(δ) οι μεταφράσεις βιβλίων, άρθρων, λογισμικού κ.τ.ό. συμβάλλουν στην ανταλλαγή γλωσσικού υλικού.
(ε) τα ΜΜΕ και το διαδίκτυο.

Η συνεισφορά αυτών των μέσων επικοινωνίας είναι σημαντική, καθώς δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη κοινών γνωστικών πλαισίων, σε μέλη διαφορετικών γλωσσικών κοινοτήτων. Μία συζήτηση με άτομα από διαφορετικές γλωσσικές κοινότητες και κράτη για την εθνική Βραζιλίας, την αγαπημένη ταινία, τον διαγωνισμό Eurovision, την μόλυνση του περιβάλλοντος, είναι δυνατή σήμερα γιατί οι άνθρωποι έχουν πολύ περισσότερα κοινά αντικείμενα αναφοράς σε σχέση με προηγούμενες εποχές.

Ωστόσο, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο οι αλλαγές να επηρεάζουν ορισμένα μόνο μέλη των γλωσσικών κοινοτήτων. Αντίθετα άλλα μέλη συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας από έλλειψη κυρίως οικειότητας με τον σύγχρονο τρόπο ζωής, με την σύγχρονη τεχνολογία και τα καινούργια μέσα επικοινωνίας, αδυνατούν να προσαρμοστούν στους καινούργιους κώδικες επικοινωνίας. Συχνά, αυτό προκαλεί αντιδράσεις σε μερικά από αυτά τα άτομα, τα οποία θεωρούν ότι η γλώσσα διαρκώς αλλοτριώνεται ή και καταστρέφεται.

Θεωρούμε ότι οι αντιδράσεις αυτές έχουν λανθασμένη αφετηρία, δηλ. την θεώρηση της γλώσσας ως 'αμόλυντου' αγαθού ανεξάρτητου από την γλωσσική κοινότητα, η οποία έχει ανάγκη προστασίας. Η γλώσσα όμως, δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνία αλλά διαμορφώνεται από αυτήν και ως εκ τούτου όταν η κοινωνία και οι κοινωνικές ανάγκες αλλάζουν, προσαρμόζεται και η γλώσσα, η κάθε γλώσσα.

Όταν, για παράδειγμα, το μορφωτικό επίπεδο ενός λαού ανεβαίνει και δημιουργούνται καινούργιες απαιτήσεις, τότε η γλώσσα συνεπικουρεί. Αντίθετα, όταν το μορφωτικό επίπεδο μειώνεται, συνεπεία αλλαγών κοινωνικών, όπως είναι οι πόλεμοι, οι κατακτήσεις κτλ. τότε και η γλώσσα τροποποιείται ανάλογα με εκείνες τις ανάγκες.

Η γλώσσα, επομένως, προσαρμόζεται στις κοινωνικές ανάγκες και απαιτήσεις κατά τρόπο φυσικό, διαμορφώνοντας συστηματικά ιδιαίτερα το επίπεδο του λεξιλογίου. Ο σύγχρονος πολιτισμός και ανάγκες επιβάλλουν συνεχείς γλωσσικές προσαρμογές. Άλλωστε, ποια γλώσσα ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή ήπειρο και όχι μόνο, δεν έχει μία ή και περισσότερες λέξεις για το κινητό τηλέφωνο, την τηλεόραση ή τον ηλεκτρονικό υπολογιστή;

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά το Φοινικιστή για την πρόσκληση που μου απέστειλε για συμμετοχή στο Περιγλώσσιο. 1.08.2007.

21.2.07

penkwe, quinque, cinque, five, πέντε

Αυτά τα παιχνίδια με φέρνουν σε δύσκολη θέση, όχι γιατί δεν μου αρέσει να περιαυτολογώ, αλλά γιατί συνειδητοποιώ ότι δεν έχω να πω και τόσο πολλά. Μου θυμίζει την πρώτη βδόμαδά μου εδώ στα εξωτερικά, με τα αλλεπάλληλα τουνοουαζμπέτερ: σε ένα από αυτά παίζαμε φρίσμπι και όποιος έπιανε και ακολούθως έριχνε έπρεπε να λέει κάτι για τον εαυτό του. Επειδή σύντομα στέρεψα, πρότεινα να το γυρίσουμε σε αποφατική θεολογία, του τύπου "δεν έχω σκύλο, δεν καπνίζω, δεν μου αρέσει να τρώω γόμες" και τα τοιαύτα. Όμως, με κάποιο τρόπο πρέπει να ξεπληρώσω τους θριαμβευτικούς γύρους που έκανα γύρω από την καρέκλα, αναφωνών "με διάλεξε ο thas!". Άρα:

1. Δεν ήμουν καθόλου καλός στην ορθογραφία στην πρώτη δημοτικού. Για την ακρίβεια, δεν είχα καταλάβει τι είναι και προσπαθούσα να κάνω κάτι πιο δημιουργικό. Έγραφα τις λέξεις κάνοντας χρήση όλου του διαθέσιμου οπλοστασίου, ιμπρεσιονιστικά, χαιρόμουν την ελευθερία που δίνει το ελληνικό αλφάβητο, κάθε /i/ πίστευα ότι μπορεί να έχει ό,τι ρούχο θέλει και πίστευα επίσης ότι κάθε γράμμα δικαιούται έναν τόνο, αλλά δεν μπορούν να έχουν όλα, για λόγους πάντα αισθητικούς. Γι' αυτό και έβαζα το πολύ (ήθελα παραπάνω) 3 τόνους σε κάθε λέξη, πάνω από έψιλα, πάνω από λάμδα και κάποτε ασαφώς κάπου στο ενδιάμεσο γραμμάτων για να τον μοιράζονται. Δεν φαντάζεστε την χαρά που έπαθα όταν ανακάλυψα το πολυτονικό (στο αναγνωστικό της πρώτης μάς είχαν αυτούσιο και ένα κείμενο από παλιό αναγνωστικό -νοσταλγικόν, για να μας ξυπνούν αναμνήσεις που δεν είχαμε), κι ας μην έκανα αμέσως χρήση. Για καιρό δεν απόρησα που αυτή η δημιουργική μου ματιά δεν επιβραβευόταν με τις σφραγιδούλες, τα αυτοκόλλητα, τις καραμελίτσες και τα μπαλονάκια τα οποία επιδαψίλευε η δασκάλα στα άλλα παιδιά. Αλλά όταν η μάνα μου είδε την κατάντια μου, παράτησε την δουλειά της έντρομη (ναι, παραιτήθηκε) και ανέλαβε να με μυήσει στο μυστικισμό της θάλασσας με τα δυο της σίγμα. Είχα τόσο ενθουσιαστεί με αυτή την αποκάλυψη που στην επαναληπτική ορθογραφία δεν κρατιόμουν να ακούσω τη λέξη για να δείξω την προσαρμογή μου στη νόρμα που χαρίζει και "άριστα" και "μπράβο", πέρα από μια ξερή μονογραφή. Και πάνω στην ορμή και τον ενθουσιασμό να παρατάξω τα δυο μου σίγμα, φτάνω στο απόγειο της δημιουργικότητας, κάνω την υπέρβαση, πηδάω κάθε φράχτη και γράφω "θάσσα". Πάλι μονογραφή.

2. Δεν μου έλειπαν -μέχρι ένα παρελθόν που δεν είναι ακόμα και τόσο μακρινό- οι μεταφυσικές αντιλήψεις για την ελληνική γλώσσα. Τώρα βέβαια με ενδιαφέρει ακόμα η μεταφυσική της γλώσσας, αγαπώ με πάθος τα αρχαία ελληνικά, αλλά δεν κυνηγώ πρωτοτυπίες, μεγαλεία και εξω-λογικές ιδιότητες εκεί που δεν υπάρχουν. Πιστεύω πως αν ψάξεις ιδιαιτερότητες και όχι μόνο απροκατάληπτα εκεί που πραγματικά υπάρχουν (λέω στη λογοτεχνία, στα κείμενα, αλλά και στο σύστημα της γλώσσας), έχεις πιθανότητα να βρεις πολύ πιο αξιόλογα και εντυπωσιακά πράγματα. Καταλαβαίνω πλέον αυτούς που η επιδερμική επαφή με τα a priori "ανυπέρβλητα" τους φάνηκε απογοητευτική και δύσβατη (ο κανόνας είναι π.χ. τα "μεγάλα κείμενα" να μη λένε και πολλά και ενδιαφέροντα και καινούργια εκ πρώτης όψεως) και τους έκανε να αναπληρώσουν την ανατριχίλα που δεν βρήκαν με την μία με υπερερμηνείες -στην καλύτερη περίπτωση- ή με παραισθήσεις ψυχιατρικού συχνά ενδιαφέροντος. Για να μην πάω πάλι σε περιπτώσεις ιδεολογικών παρεμβολών, χαρακτηριστικό πάντα παράδειγμα είναι οι παραστάσεις και πολλές μεταφράσεις του Αριστοφάνη.


3. Μια αποφασιστική αλλαγή στη ζωή μου έγινε όταν, περί τη Β' Γυμνασίου, στο πικάπ, αντί για τον δίσκο με την Έβδομη (μάλλον) συμφωνία του Μπετόβεν (ήμουν σίγουρος ότι αυτόν είχα αφήσει), βρέθηκε το Χαμόγελο της Τζοκόντας. Επιστράτευσα όλο τον ωδειακό μου σνομπισμό για να βρω ψεγάδια και ευτέλειες σε αυτή τη μουσική. Δεν τα κατάφερα κι από τότε με στοίχειωσε. Πού είναι το "δεν" αυτής της εξομολογήσεως; Τελικά δεν μου πολυαρέσει ο Μπετόβεν. Προτιμώ τον Μότσαρτ. (Δεν μου αρέσει καθόλου ο Θεοδωράκης, μουσικός και μη, και ακόμα δεν έχω καταλήξει αν φταίω για αυτό). Με τον Σοστακόβιτς έμαθα την κυριολεξία της φράσης "γέλια μέχρι/μετά δακρύων", τον (αυτομαστιγωτικό) σαρκασμό, την διακριτική σοφία του επιδεικτικά λάθους.

4. Στο πανεπιστήμιο, τα περισσότερα μαθήματα πρώτα τα πέρασα και μετά τα κατάλαβα (μερικά τα διάβασα κιόλας).

5. Δεν πίνω μπίρα ούτε επί πληρωμή, γι' αυτό στις βρετανικές παμπ πίνω άσπρο κρασί και με παρεξηγούν κακεντρεχείς Κύπριοι καθηγητές από τη Θεσσαλονίκη.


Το μπαλάκι το πετάω στον Φοινικιστή, στους Ανορθόγραφους (είτε ως ομάδα, είτε στον καθένα ξεχωριστά), στον hominid, στον Dr Moshe, στον Γιάννη Χάρη και (επειδή μάλλον οι ανορθόγραφοι έχουν ξαναπροσκληθεί) στον funel, εάν και εφόσον θέλουν. Δόξα να'χει ο Τσόμσκι, είμαστε πλέον πολλοί οι γλώγκερς (ωχ, το χειρότερο φύλαγα για το τέλος).

14.1.07

Τα Αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος (2)

Στην ανακοίνωση αυτή θα σχολιάσω ορισμένα σημεία από το βιβλίο Τα Αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος (Αθήνα 2004: εκδ. Επτάλοφος) του Σταύρου Θεοφανίδη. Προτού διαβάσετε αυτό εδώ το κείμενο, σας προτείνω να δείτε μια παλαιότερη δημοσίευση στο Περιγλώσσιο για το ίδιο θέμα, αλλά και τα σχόλια του κ. Ν. Σαραντάκου.

Ο Σταύρος Θεοφανίδης στην πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου του σπεύδει να διευκρινίσει:
«Για όσους νομίζουν ότι είμαι "Ελληνοκεντρικός" και πάσχω από "Ελληνομανία", τούς γνωρίζω ότι η κεντρική θέση τού βιβλίου είχε ως αφετηρία την υποσυνείδητη διάγνωση τής Πόντιας Μάνας μου (βλ. Πρόλογος) [...]».


Στον Πρόλογο του βιβλίου (σελ. 7) ο Σταύρος Θεοφανίδης αφηγείται το εξής περιστατικό από την παιδική του ηλικία. Μόλις είχε επιστρέψει στο σπίτι από το πρώτο μάθημα Αγγλικών και ανέφερε στη μητέρα του τα αγγλικά I am, I have και I can. Και η μητέρα του, χωρίς να γνωρίζει Αγγλικά, κατάλαβε ότι πρόκειται για τα είμαι, έχω και κάνω.

Ο Σταύρος Θεοφανίδης στο τέλος του προλογικού σημειώματος γράφει (δικά του τα κεφαλαία και τα έντονα γράμματα):
«ΠΡΟΣΕΞΤΕ: Είπα τρία από τα πιο πολυχρησιμοποιημένα ρήματα της "Αγγλικής" και ήταν, και τα τρία, Αρχαία Ελληνικά...
Η Πρωτοελληνική / Πελασγική ΑΚΟΥΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΟΦΟΡΑ, που είχαν οι Πόντιοι Γονείς μου, ήταν η ίδια με εκείνη την οποίαν οι Πρωτοέλληνες / Πελασγοί θαλασσοπόροι μετέδωσαν στους άγλωσσους Άγγλους τις ΠΡΩΤΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ, φωνητικά, γιατί τότε, φυσικά, δεν υπήρχε Γραφή στην παρθενική τους επικοινωνία... Τους ίδιους φωνητικούς τόνους (φθόγγους) τών Πελασγών χρησιμοποίησε και η Μάνα μου (όπως τους κληρονόμησε από τους Γονείς της) και κατάλαβε αμέσως, με τη ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΓΟΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ, τις τρεις "Αγγλικές" λέξεις, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ "Αγγλικά"...».


Πόση αξία μπορεί να έχει η διαβεβαίωση του Σταύρου Θεοφανίδη ότι δεν είναι «Ελληνοκεντρικός», εφόσον στο βιβλίο του μεταφέρει «επιχειρήματα» και «αποδείξεις» από περιοδικά του «ελληνοκεντρικού» χώρου, όπως ο Δαυλός; Για παράδειγμα, στη σελ. 22 του βιβλίου του κάνει λόγο μεταξύ άλλων για την «εμφάνιση του αυτόχθονα Ελληνάνθρωπου» 11.000.000 χρόνια π.Χ., καθώς και για την επιγραφή του Δισπηλιού της Καστοριάς (5.260 π.Χ.). Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο που να αποδεικνύει ότι υπήρχαν Έλληνες 11.000.000 χρόνια π.Χ. ή ότι η επιγραφή του Δισπηλιού είναι ελληνική.

Γενικότερα, σε όσους έχουν πάρει στα σοβαρά αυτά τα αποκυήματα της φαντασίας των «ερευνητών» του «ελληνοκεντρικού» χώρου συνιστάται το εκτενές αφιέρωμα τoυ περιοδ. Άρδην (τεύχος 52-53, Ιανουάριος-Μάρτιος 2005) στους «αρχαιολάτρες», με τίτλο Έλληνες, Ινδοευρωπαίοι ή ...εξωγήινοι (από τους αρχαίους Έλληνες στα ...UFO), ειδικότερα τα άρθρα των Γ. Ρακκά, Σ. Φανού, Γ. Σχίζα, Γ. Καραμπελιά, Ν. Ξηροτύρη· επίσης, από το επόμενο τεύχος του περιοδικού (53, Απριλίου-Μαΐου 2005), προτείνονται τα άρθρα των Σ. Φανού, Γ. Καραμπελιά, Ορ. Ηλιανού, καθώς και η επιστολή του Γ. Τάχου.

Για την ετυμολογία των αγγλικών I am, I have και I can, μπορεί να ανατρέξει κανείς σε έγκυρα ξένα λεξικά, σε έντυπη ή και ηλεκτρονική μορφή, και να διαπιστώσει αν είναι ελληνικά. Δεν θα σταθώ εκεί, αλλά στο μεθοδολογικό σφάλμα που υπόκειται στις ετυμολογικές αυτές προσεγγίσεις.

Κατ’ αρχήν, μπορεί να γίνει λόγος για «υποσυνείδητη διάγνωση» (ενν. της μητέρας του κ. Θεοφανίδη) ότι τρεις αγγλικές λέξεις έχουν ελληνική ετυμολογική προέλευση; Επίσης,
μπορεί να υποστηριχθεί ότι «με τη δύναμη της προγονικής παράδοσης» γίνεται κατανοητή η ετυμολογία μιας λέξης;

Η εντύπωση που έχει ένας απλός ομιλητής για την ετυμολογική σύνδεση δύο λέξεων δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη ή ένδειξη ότι οι δύο λέξεις πράγματι αλληλοσυνδέονται ετυμολογικά. Γιατί μπορεί απλώς να εμφανίζουν ορισμένους κοινούς φθόγγους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι π.χ. η μία λέξη αποτελεί εξέλιξη της άλλης.

Όμως, ακόμη και να υπάρχει ετυμολογική σχέση π.χ. μεταξύ του can και του κάνω, η μητέρα του κ. Θεοφανίδη κατάλαβε την ετυμολογική αυτή σχέση «με τη δύναμη της προγονικής παράδοσης» ή απλώς επειδή μερικοί φθόγγοι είναι κοινοί;

Ακόμη και η χρήση των λέξεων Πρωτοελληνική και Πελασγική από τον Σταύρο Θεοφανίδη ως συνωνύμων δείχνει ότι ενημερώνεται για τέτοια θέματα από «ελληνοκεντρικά» περιοδικά. Στις σελ. 74 και 75 μάλιστα ο Θεοφανίδης παραπέμπει στον Δαυλό, ο οποίος κάνει λόγο μεταξύ άλλων για ελληνική γραφή του 7.500 π.Χ. σε υποβρύχια πόλη σε κόλπο της Ινδίας... Και προσθέτει ο Θεοφανίδης με κεφαλαία γράμματα (δικά του τα αποσιωπητικά): «Η ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ....». Σημειωτέον ότι προκαλεί μεγάλη εντύπωση η ευκολία με την οποία ο Θεοφανίδης χρησιμοποιεί τη λ. απόδειξη σε διάφορα σημεία του βιβλίου του.** Στην πραγματικότητα βέβαια, ο Θεοφανίδης δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Για παράδειγμα, πώς αποδεικνύεται ότι οι Άγγλοι, όταν έμαθαν τις πρώτες ελληνικές λέξεις, ήταν «άγλωσσοι»; Η θεωρία ότι τα Αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος δεν έχει γλωσσολογικά ερείσματα. Ο συγγραφέας του βιβλίου θα ήθελε να είναι
έτσι τα πράγματα. Το βιβλίο αυτό είναι απλώς ένα παραμύθι. Οι Έλληνες ναύτες πλησιάζουν, λέει, τα βρετανικά νησιά, και μαθαίνουν στους Άγγλους τη λέξη οὖλε (= γεια σας) από την οποία προέρχεται το hello...

Ο Θεοφανίδης στη σελ. 12 του βιβλίου του ισχυρίζεται ότι τα «Πρωτοελληνικά / Πελασγικά» είναι η «Μητέρα-Πηγή-Ρίζα όλων των Γλωσσών και Διαλέκτων του Δυτικού Κόσμου». Έχουμε εξηγήσει γιατί μια τέτοια άποψη δεν στέκει με γλωσσολογικούς όρους (βλ. εδώ).

Στην ίδια σελίδα (12) όμως –και εδώ ήθελα να καταλήξω– ο συγγραφέας δηλώνει ότι τα Ελληνικά είναι η «Μητέρα-Πηγή-Ρίζα» και των Εβραϊκών! Και παραπέμπει στο βιβλίο του J. Yahuda, το οποίο όμως δεν είναι έγκυρο και έχει επικριθεί με επιστημονικά επιχειρήματα από τον Θεόδωρο Μωυσιάδη στην ηλεκτρονική-διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια
Βικιπαίδεια και ειδικότερα στο άρθρο Γιοσέφ Γιαχούντα. Ο Μωυσιάδης γράφει μεταξύ άλλων:

«στο βιβλίο του Hebrew is Greek ο συγγραφέας συνέκρινε λέξεις βάσει επιφανειακής ομοιότητας και απέτυχε να εφαρμόσει το κριτήριο της ομοχρονίας. Επί παραδείγματι, συνέκρινε μια εβραϊκή λέξη του 15ου αι. π.Χ. με μια μέση αγγλική τού 10ου αι. μ.Χ., επειδή ταιριάζει η μορφή τους, αγνοώντας ωστόσο τους αιώνες που χωρίζουν τις εν λόγω λέξεις και τις εν τω μεταξύ μεταβολές τους».


Επίσης, ο Θεοφανίδης (σελ. 64) ετυμολογεί το αγγλ. do (θέτει μάλιστα σε εισαγωγικά τη λ. αγγλικό!) από το ελλην. θοῦ, που «είναι πασίγνωστο από τη γνωστή ρήση Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου» (!) Το θέμα είναι ότι ένας σοβαρός ετυμολόγος θα δαπανήσει αρκετή ώρα ανατρέχοντας σε έγκυρες πηγές, προκειμένου να εξηγήσει αναλυτικά ποια είναι η ετυμολογία του αγγλικού do. Απεναντίας, ο συγκεκριμένος συγγραφέας με συνοπτικές διαδικασίες
ετυμολογεί το do από το θοῦ. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο εγχείρημα η ετυμολόγηση μιας λέξης. Τότε θα γινόμασταν όλοι ετυμολόγοι, χωρίς γνωστικά εφόδια, χωρίς γλωσσολογική μέθοδο, με μόνο ίσως όπλο τη φαντασία. Και, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Σαραντάκος (2007: 60),

«αυτό είναι το πρόβλημα με τις ωραίες και άπιστες ετυμολογήσεις: ρίχνει ο παλαβός μια πέτρα στο πηγάδι, και μετά πρέπει ο γνωστικός να πέσει μέσα για να τη βγάλει· δηλαδή, πρέπει να αφιερώσεις χρόνο και κόπο για να ανασκευάσεις μια άποψη που ο άλλος βγάζει από την κοιλιά του στο πι και φι».


Γράφει ο Θεοφανίδης (2004: 1): «η κεντρική θέση τού βιβλίου είχε ως αφετηρία την υποσυνείδητη διάγνωση τής Πόντιας Μάνας μου [...]». Δεν ξέρω με ποια σημασία χρησιμοποιεί τη λ. αφετηρία. Προφανώς εννοεί ότι πήρε «αφορμή» από τα λεγόμενα της μητέρας του. Αν είναι έτσι, δεκτό. Θα μπορούσα να προσθέσω και κάτι άλλο που είχα στον νου και που αποτελεί διαφορετική περίπτωση: π.χ. το αρχαίο εἷς και το σημερινό ένας. Αν πούμε σε έναν ομιλητή χωρίς γνώσεις Αρχαίων
το πρώτο, αποκλείεται να καταλάβει το δεύτερο. Κι όμως, οι δύο τύποι συνδέονται ετυμολογικά μεταξύ τους. Με απασχολεί δηλ. το μεθοδολογικό θέμα. Ότι ο Σ. Θ. μάλλον θεωρεί βάσιμο στοιχείο σε μια ετυμολογική έρευνα την εντύπωση που θα σχηματίσει ένας ομιλητής στο άκουσμα μιας λέξης.

** Μπορώ και εγώ να γράψω ένα βιβλίο όπου να «αποδεικνύω» ότι στην αρχαιότητα δεν υπήρχαν μόνο οι Ολυμπιακοί Αγώνες, αλλά και η ομάδα Ολυμπιακός. Και σε διάφορα σημεία του βιβλίου να γράφω με έντονα και κεφαλαία γράμματα, για έμφαση, τη λέξη απόδειξη. Με λίγη φαντασία, γιατί να μην υποστηρίξουμε ότι η αγαπημένη μας ομάδα έχει ιστορία χιλιάδων χρόνων;



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ Σαραντάκος Ν. 2007: Γλώσσα μετεμποδίων. Συμβολή στη χαρτογράφηση του γλωσσικού ναρκοπεδίου (Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).