1.12.06

«ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ, ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΞΕΥΡΗΜΑ»

Το τεύχος 25 του περιοδικού Ελλήνων Ιστορία είναι αφιερωμένο στο θέμα της καταγωγής του ελληνικού αλφαβήτου. Η φιλόλογος Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου προσπαθεί να αναιρέσει τη φοινικική καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου.

Ο εκδότης του περιοδικού Άδωνις Γεωργιάδης στα προλεγόμενα γράφει μεταξύ άλλων (σελ. 5):
«Όσα θα διαβάσετε στις σελίδες που ακολουθούν δεν είναι πολιτική, είναι επιστήμη». Επίσης, στην ίδια σελίδα: «Θα ήμουν ευτυχής εάν το παρόν τεύχος το κάνατε δώρο και στους φίλους σας, διότι με την διάδοσι των επιχειρημάτων που ακολουθούν θα μπορέσουμε να ανατρέψουμε μία κατεστημένη εδώ και χρόνια άποψι και θα δώσουμε στον ελληνικό πολιτισμό και στην ελληνική ιστορία κάτι που του ανήκει και που του το έκλεψαν».

Ας δούμε για αρχή ένα επιχείρημα της φιλολόγου, ίσως το πιο χαρακτηριστικό. Στη σελίδα 55 του περιοδικού η Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου επαναλαμβάνει κάτι που έχει γράψει στο βιβλίο της Έλλην Λόγος (Αθήνα: εκδόσεις Γεωργιάδη 2003: 86):

«Το αλφάβητό μας δεν είναι "εισαγωγής", δεν είναι ΦΟΙΝΙΚΙΚΟΝ. Το "φοινικικόν ψεύδος" κατέρρευσε.

Το γαλλικό περιοδικό L’Express International, τ. 2611, 19/8/2001, περιέχει εκτενή αναφορά στον Ελληνικό Πολιτισμό και στο πόσα του οφείλει η σημερινή Δύσις. Πρώτη οφειλή κατά την αξιολόγησι, το ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ.
Στο εξώφυλλό του γράφει:

Η ΕΛΛΑΣ, της οφείλουμε τα πάντα, αλφάβητον, δίκαιον, δημοκρατία, θέατρον, αθλητισμόν, φιλοσοφία, μαθηματικά, ιατρική, ηθική, αστρονομία, τέχνη...».

Ας σημειωθεί ότι στην αμέσως προηγούμενη σελίδα (54) του Ελλήνων Ιστορία παρατίθεται το εξώφυλλο του περιοδικού L’Express International.

Ωστόσο, αυτά που γράφονται στο εξώφυλλο του γαλλικού περιοδικού δεν μπορούν να αναιρέσουν τη φοινικική καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου για τον εξής λόγο: τα γραφόμενα από τους Γάλλους δεν αφορούν την καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου, φοινικική ή μη, αλλά την ελληνική καταγωγή του λατινικού αλφαβήτου. Οι Γάλλοι στο περιοδικό τους μιλάνε για την καταγωγή του δικού τους αλφαβήτου, δηλ. του λατινικού. Εφόσον είναι δεκτό ότι το λατινικό αλφάβητο έχει ελληνική καταγωγή (το λατινικό αλφάβητο προέρχεται από το δυτικό ελληνικό-χαλκιδικό), δικαιολογημένα γράφουν ότι οφείλουν στην Ελλάδα μεταξύ άλλων και το αλφάβητο. Για το λατινικό αλφάβητο κάνουν λόγο, όχι για το ελληνικό. Τα όσα γράφουν όχι μόνο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα κατά της φοινικικής καταγωγής του ελληνικού αλφαβήτου· είναι άσχετα με το θέμα της προέλευσης του δικού μας αλφαβήτου.

Αυτά για αρχή. Τις προσεχείς μέρες θα ανανεώνω αυτό εδώ το κείμενο κάνοντας σύντομα σχόλια με αφορμή άλλα επιχειρήματα της Ά. Τζιροπούλου.

Προσθήκη (3/12)
Ο Άδωνις Γεωργιάδης στην αρχή του προλογικού σημειώματος γράφει (σελ. 4):
«Ο κυριώτερος σκοπός της εκδόσεως του περιοδικού "ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑ" ήταν να έχουμε την δυνατότητα να ενημερώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερους συμπολίτες μας, για μία σειρά ζητημάτων που άπτονται της ιστορίας και έχουν τελείως διαστρεβλωθή από αυτούς που μάχονται ο,τιδήποτε το ελληνικόν. Κατά συνέπεια η έκδοσις ενός τεύχους αφιερωμένου στην ελληνικότητα του Αλφαβήτου ήταν αυτονόητη».


Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς;

Δεν θα σταθώ στην ορθογραφία του Ά. Γεωργιάδη - π.χ. το οτιδήποτε δεν χρειάζεται κόμμα· απεναντίας, το αοριστολογικό ό,τι (π.χ. θα σου φέρω ό,τι θέλεις) χρειάζεται, γιατί έτσι διακρίνεται από τον ειδικό σύνδεσμο ότι (π.χ. νομίζω ότι...).

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο αρθρογράφος θεωρεί δεδομένα τα εξής:

- ότι η καταγωγή του αλφαβήτου αποτελεί ζήτημα που έχει «τελείως διαστρεβλωθή».

- ότι η διαστρέβλωση αυτή έχει γίνει «από αυτούς που μάχονται ο,τιδήποτε το ελληνικόν».

Ο συντάκτης του προλογικού σημειώματος δεν αισθάνεται την ανάγκη να αποδείξει αυτά που γράφει. Από την πρώτη κιόλας παράγραφο του κειμένου του τα θεωρεί δεδομένα. Αυτονόητη είναι και η έκδοση ενός τεύχους αφιερωμένου στην «ελληνικότητα του Αλφαβήτου», που και αυτή είναι δεδομένη.

Στη δεύτερη παράγραφο ο Άδωνις Γεωργιάδης γράφει:
«Από τα σχολικά μας ήδη χρόνια όλοι έχουμε διδαχθή ότι το Αλφάβητον αποτελεί μία εφεύρεση των Φοινίκων, που εισήχθη στην Ελλάδα από τον Κάδμο».


Ο Ά. Γεωργιάδης έχει μπερδέψει τελείως τα πράγματα. Κατ'αρχήν, το αλφάβητο με τη σημασία της αλφαβητικής γραφής αποτελεί επινόηση των Ελλήνων. Απλώς οι Έλληνες χρησιμοποίησαν σαν πρώτη ύλη μερικά φοινικικά σύμβολα, προκειμένου να περάσουν από το συλλαβογραφικό στο αλφαβητικό σύστημα γραφής. Αυτά τα φοινικικά σύμβολα κατά πάσα πιθανότητα δεν έχουν επινοηθεί από τους ίδιους τους Φοίνικες και έχουν προέλευση αιγυπτιακή. Επομένως, με όποια σημασία κι αν χρησιμοποιεί τη λέξη Αλφάβητον ο Γεωργιάδης, το αλφάβητο δεν αποτελεί «εφεύρεση των Φοινίκων». Αν Αλφάβητον σημαίνει «αλφαβητική γραφή», σε αντιδιαστολή π.χ. με τη συλλαβογραφική, το αλφάβητο αποτελεί εφεύρεση των Ελλήνων. Αν Αλφάβητον σημαίνει τα ίδια τα σύμβολα του φοινικικού συστήματος γραφής, ούτε σε αυτή την περίπτωση το αλφάβητο αποτελεί «εφεύρεση των Φοινίκων»· πρόκειται απλώς για φοινικικά σύμβολα με αιγυπτιακή μάλλον προέλευση, τα οποία δανείστηκαν οι Έλληνες.

Προσθήκη (9/12)
«Όμως η αληθινή επιστήμη βασίζεται στην έρευνα, στις διαδοχικές ανακαλύψεις, στην συνεχή ανασκευή των θεωριών και των αρχών της. Η Επιστήμη δεν δογματίζει. Τα ακίνητα και απαρασάλευτα δόγματα είναι αντιεπιστημονικά. Φθάνει να σκεφτούμε ότι πριν ακόμη από 60 χρόνια, οι Εγκυκλοπαίδειες ανέγραφαν ότι το άτομον δεν διασπάται, ότι η μυκηναϊκή-μινωική διάλεκτος ήτο σημιτικής προελεύσεως και ότι τα Ομηρικά έπη μετεδίδοντο τάχα από γενεάς εις γενεάν προφορικώς, μέχρι την επί άρχοντος Πεισιστράτου περισυλλογή και καταγραφή τους (ΣΤ' μ.Χ. αι.». (Ά. Τζιροπούλου, σελ. 9)


Δεν ξέρω τι έγραφαν οι εγκυκλοπαίδειες πριν από 60 χρόνια, πράγματι όμως έτσι λειτουργεί η αληθινή επιστήμη. Μόνο που τα σχόλια της Ά. Τζιροπούλου μπορούν να εκληφθούν ως κριτική για τη δική της δραστηριότητα. Η ίδια δογματίζει σε διάφορα γλωσσικά θέματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι αναρίθμητες παρετυμολογίες που περιλαμβάνονται στο πόνημά της Έλλην Λόγος. Όταν υποστηρίζει διάφορες «ετυμολογίες» χωρίς κανένα στοιχείο και -το κυριότερο- χωρίς ίχνος γλωσσολογικής μεθόδου, δεν δογματίζει;

Για τα υπόλοιπα (σχετικά με τις εγκυκλοπαίδειες κτλ.): είναι γνωστό το επιχείρημα ότι λ.χ. αν κάποιος πριν από μερικές δεκαετίες έλεγε ότι η Γραμμική Β' ήταν ελληνική, θα δεχόταν αρνητική κριτική. Η απάντησή μου είναι πολύ απλή: δικαιολογημένα θα δεχόταν τέτοια κριτική, γιατί θα υποστήριζε την ελληνικότητα της Γραμμικής Β' χωρίς στοιχεία. Εφόσον στο μεταξύ αποκρυπτογραφήθηκε και αποδείχτηκε ελληνική, μπορούμε να μιλάμε για την ελληνικότητα της Γραμμικής Β' με στοιχεία πλέον.

Ας εφαρμόσουμε όμως την ίδια μέθοδο και στις ετυμολογίες του Έλληνος Λόγου. Η Ά. Τζιροπούλου ισχυρίζεται ότι το χατίρι είναι το αρχαίο ήτορ. Για να γίνει δεκτή μια τέτοια ετυμολογία, πρέπει να αποδειχθεί με κάποιον τρόπο, εφόσον η επιστήμη δεν δογματίζει, όπως είπαμε. Μπορεί στο μέλλον να παρουσιαστεί ένα στοιχείο που να αποδεικνύει περίτρανα ότι το χατίρι είναι ελληνική λέξη. Και πάλι όμως, ερασιτέχνες είναι όσοι υποστηρίζουν τώρα, χωρίς κανένα στοιχείο,
ότι το χατίρι είναι ελληνικό.

Τα ίδια ισχύουν και για την ΙΕ θεωρία και για άλλα θέματα. Π.χ. έχουμε πει γιατί οι ΙΕ λέξεις με γλωσσολογικούς όρους δεν μπορεί να είναι ελληνικές. Η σχετική συζήτηση έχει γίνει εδώ:

Βλ. ειδικά το σχόλιο που έγινε 21/6/06, 19:43.

Εγώ να δεχτώ ότι είναι ελληνικές. Η επιστήμη δεν δογματίζει. Ας το αποδείξουν όμως οι «ελληνοκεντρικοί» και ας μη δογματίζουν.

Προσθήκη (13/12)
«Θεωρείται βέβαιον, ότι σαν διαβασθή [sic] ο "φθεγγόμενος πίναξ" της Καστοριάς, η ελληνική γλώσσα θα κερδίση αυταπόδεικτα τουλάχιστον 3 επί πλέον χιλιετίες, [...]». (Ά. Τζιροπούλου, σελ. 31, για την πινακίδα του Δισπηλιού της Καστοριάς)


Θαυμάστε λογική. Όταν αποκρυπτογραφηθεί η γραφή (όχι αν, αλλά όταν...), θεωρείται βέβαιο (από ποιους «θεωρείται»;) ότι θα αποδειχθεί ελληνική! Δηλ. δεν υπάρχει περίπτωση να μην είναι ελληνική, κατά την κ. Τζιροπούλου.

17.11.06

Τη γλώσσα του έδωσαν ελληνική

Και αυτό που κατάλαβε είναι ότι δεν του έδωσαν γλώσσα, του έδωσαν την κιβωτό του Ισραήλ (παρντόν, παραείναι σιωνιστικό αυτό, αποκαλύπτομαι). Η ελληνική, ως γνωστόν, είναι μια δοτή γλώσσα. Δηλαδή πάνω από γλώσσα, πάνω από δύναμη έκφρασης, δημιουργίας και επικοινωνίας, πάνω από όλα αυτά είναι παρά-δοση. Είναι κληρονομιά. Είναι αξία και ευθύνη. Είναι ο θησαυρός του μακαρίτη και ο δεκάλογος του Μωυσή (έστω και πεντάτομος) μαζί. Όπως και να το κάνουμε, είναι λαχείο από τα λίγα.

Δεν είμαστε απλοί ομιλητές, λοιπόν, είμαστε θεματοφύλακες. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ. Και, ακόμα περισσότερο, για να είσαι/θεωρείσαι ειδικός σε μια τέτοια γλώσσα, πρέπει ακριβώς να ασκείς και χρέη θησαυροφύλακος και υποθηκοφύλακος των κλίσεων και της προφοράς, των πιστών στην ετυμολογία χρήσεων και των ορθόδοξων συντάξεων. Και, αντιστρόφως, διαδηλώνοντας και μόνο την αγάπη σου και την ανησυχία σου για τούτα τα ιερά και απαραβίαστα, είσαι ειδικότερος των ειδικών και νομιμοποιείσαι να κατακεραυνώνεις και να λοιδορείς οποτεδήποτε τους τάχαμου «ειδικούς» και τα περίφημα «ακαδημαϊκά κατεστημένα» (που και σε αυτά ευτυχώωως υπάρχουν οι φωτεινές εξαιρέσεις –μια τέτοια υπαινίσσομαι με τον τίτλο του παρόντος).

Είναι ιδιαίτερη, άρα, γλώσσα η ελληνική από αυτήν ακριβώς την άποψη. Και συνειδητοποιώ ότι το γλωσσολογικό δόγμα που θέλει την γλωσσολογία «επιστήμη περιγραφική» (και ενίοτε «ερμηνευτική») αποκτά άλλη χροιά και ειδικό βάρος στην περίπτωση των ελληνικών. Για τον γλωσσολόγο αλλού ίσως δεν είναι παρά ένας κοινός τόπος, μια αρχή μεθοδολογική και ουδέτερη, του τύπου «η κοινωνιολογία είναι επιστήμη εμπειρική» (δεν ξέρω αν είναι, αυθαίρετο το παράδειγμα). Για τον Έλληνα γλωσσολόγο ή γλωσσολογούντα είναι μια έκφραση πολιτική σχεδόν, γι΄αυτό και μπορεί να γίνει λάβαρο ή κόκκινο πανί. Ο Αντρέ Μαρτινέ κάπου στις πρώτες σελίδες των Στοιχείων Γενικής Γλωσσολογίας, αν θυμάμαι καλά, λέει ότι ο γλωσσολόγος δεν συμμερίζεται ούτε την ιερή αγανάκτηση του καθαρολόγου, ούτε την άγρια χαρά του εικονοκλάστη μπροστά στα «γλωσσικά λάθη». Φαίνεται πως για τον Έλληνα γλωσσολόγο αυτό είναι αδύνατο. Αυτό που οι γλωσσικά ευαίσθητοι συμπολίτες μας περιμένουν από έναν ειδικό της γλώσσας είναι να υιοθετήσει την πρώτη στάση και, αν δεν την υιοθετήσει, θα θεωρηθεί ότι υιοθετεί την δεύτερη.

Από αυτό κανείς δεν μπορεί εύκολα να ξεφύγει. Και για έναν ακόμα λόγο: γιατί κανείς μας δεν είναι πραγματικά ουδέτερος, φυσικά. Κι οι γλωσσολόγοι άνθρωποι είναι. Οι ίδιες μας οι γλωσσικές επιλογές το δείχνουν. Δείχνουν προτιμήσεις. Κλίσεις και αποκλεισμούς. Μπορεί μια χαρά να καταλαβαίνω και να δικαιολογώ τον τύπο «του συνήθη», όμως δεν θα τον χρησιμοποιήσω –τουλάχιστον όταν γράφω. Και δεν παίρνω όρκο φυσικά ότι είναι το γλωσσικό μου αίσθημα που θα με εμποδίσει. Είπα παραπάνω ότι έχει αυξημένα βάρη ο Έλληνας ομιλητής και ευθύνες απέναντι στη γλώσσα του και το να αρθρώσεις τελικά λόγο στα ελληνικά είναι μια πράξη γενναία, ακόμα κι αν είσαι φυσικός ομιλητής (αν είσαι ξένος, εξαρτάται από το αν είσαι μετανάστης ή ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν/Ζακ Ρογκ). Είναι η περίφημη «αγωνία του λόγου» α λα ελληνικά. Την ανάλογη αγωνία έχει, φαντάζομαι, και ο ειδικός –μένει να μου το επιβεβαιώσει και κανένας ειδικός. Με την πρόσθετη ίσως επίγνωση των προεκτάσεων που έχουν οι επιλογές του και την επίγνωση επίσης της αναπόφευκτης δήλωσης «γλωσσικών φρονημάτων».


Θυμήθηκα ένα χαριτωμένο περιστατικό. Μια φίλη και πάλαι συμφοιτήτρια έκανε μια εργασία Ανάλυσης Ομιλίας –νομίζω διάσημη μεταξύ σχετικά πρόσφατων αποφοίτων του Αθήνησι- που απαιτούσε μαγνητοφώνηση και απομαγνητοφώνηση ενός σύντομου καθημερινού διαλόγου και ζήτησε τη συνδρομή μας. Ένας από τους παρευρισκόμενους έδειξε έντονη ανησυχία και δίσταζε και ήθελε να το αποφύγει, γιατί έλεγε ότι «τα ελληνικά του είναι χάλια». Σας διαβεβαιώ ότι είχε γεννηθεί στην Αθήνα και ότι τα τελευταία 20+x χρόνια διέμενε σε βόρειο προάστιο. Επίσης δεν τον είχα πιάσει ποτέ να κάνει «λάθη», ούτε τα συνήθως στηλιτευόμενα. Τον είχαν ωστόσο πείσει ότι δεν μιλάει σωστά ελληνικά.

Όπως κάποτε είχε γίνει ένα κίνημα γλωσσικού καθαρισμού, το οποίο ακόμα πολλοί το αποτιμούν θετικά, πιστεύω πως σήμερα στην Ελλάδα επείγει ένα κίνημα «γλωσσικής απενοχοποίησης». Και θέλω, τέλος, να τονίσω αυτό που γράφει παρακάτω ο περιγλώσσιος. Ακόμα κι αν εμείς, ως/σαν ομιλητές που είμαστε, δεν καταφέρνουμε πάντα να αποστασιοποιηθούμε από τις συνήθειες, τις επιρροές ή και τις προκαταλήψεις μας, ακόμα κι αν είμαστε ρυθμιστές και καθόλου «αθώοι»* (έχω δει άρθρο και για τον prescriptivism των anti-prescriptivists), η γλωσσολογία καθαυτή (σόρι, καθ’ εαυτήν) –δηλαδή η σχετική θεωρία και έρευνα- δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, δεν έχει νόημα να είναι, δεν το αφήνει να συμβεί η ίδια η επαφή με τη γλωσσική πραγματικότητα.
*Μα εμείς δεν είμαστε άγγελοι, δεν είμαστε από σόι,
ούτε φονιάδες ή ληστές, ούτε πολύ αθώοι.
(Αγαθή Δημητρούκα)

25.9.06

Ο σουγιάς και το νυστέρι: Ετυμολογικά νύγματα

Όποιος έχει δει από κοντά χειρουργικό νυστέρι συχνά εκπλήσσεται από την ομοιότητά του με τον κοινό σουγιά. Η διαφορά, όμως, φαίνεται αμέσως όταν πιάσει κανείς στο χέρι του καθένα από αυτά τα εργαλεία. Ο σουγιάς, όσο κοφτερός και αν είναι, δεν είναι σχεδιασμένος για λεπτές τομές, που να μην τρυπούν τους εν τω βάθει ιστούς κατά τη λύση τής συνέχειας του δέρματος. Για τον λόγο αυτόν, ο χειρουργός θα προτιμήσει το νυστέρι και δεν θα βασιστεί απλώς στην πείρα του. Δεν θα υποστηρίξει ότι, ως καλός γνώστης τής ανατομικής, εκείνος ξέρει πώς να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε εργαλείο.

Η ετυμολογία έχει τα γνωστικά εργαλεία της. Αυτά έχουν προέλθει, όχι απλώς από αγάπη για τη γλώσσα, αλλά από βαθιά γνώση τής δομής και της λειτουργίας της. Έχουν επαληθευτεί σε σύγχρονες ή μαρτυρημένες γλώσσες και έχουν προβληθεί μέσω της επανασυνθέσεως ή αποκαταστάσεως (γερμ. Rekonstruktion) στις αρχαίες γλώσσες. Έχουν αποδώσει καρπούς, οι οποίοι συνιστούν αυτό που αποκαλούμε επιστημονικά τεκμηριωμένη «αλήθεια».

Πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι, με αγάπη για τη γλώσσα, έχουν επίσης ασχοληθεί με την ετυμολογία. Πρόσφατα αναδημοσιεύθηκαν σε διάφορα ιστολόγια μερικές ετυμολογικές προτάσεις, οι οποίες αμφισβητούν όσα αναγράφονται στα λεξικογραφικά έργα. Επειδή η δημοφιλία των εν λόγω προτάσεων τείνει να αυξάνεται, ακόμη και σε κύκλους μορφωμένων ανθρώπων, και επειδή τα στοιχεία αυτά αναπαράγονται όσο μένουν αναπάντητα, αξίζει να σταθούμε με περισσότερη προσοχή στο εξής ερώτημα: Αντανακλούν τέτοιες προτάσεις έγκυρη ή επιφανειακή γνώση τής γλώσσας και της ιστορίας της; Είναι το υπόβαθρό τους επιστημονικό ή ιδεολογικό; Τελικά, ο συντάκτης τους κρατούσε σουγιά ή νυστέρι;

Δεν είναι δυνατόν να σχολιαστεί εδώ κάθε λέξη που περιέχεται στο υπό συζήτηση δημοσίευμα. Προτίμησα να φέρω στην προσοχή των αναγνωστών, με όση μπόρεσα σαφήνεια, μερικά από αυτά που νομίζω ότι είναι τα «σύνεργα» του ετυμολόγου, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να εργαστεί. Ο μορφωμένος και καλλιεργημένος αναγνώστης αυτού του ιστολογίου θα είναι σε θέση να αντιληφθεί πώς λειτουργεί το νυστέρι και πώς κόβει ο σουγιάς.

Στην επιστημονική ετυμολογία, όπως έχω γράψει και σε δημοσιεύματά μου, πρέπει μεταξύ άλλων να λάβουμε υπ’ όψιν τις εξής πλευρές τού ζητήματος.

1) Η μορφολογία έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από οποιοδήποτε άλλο κριτήριο επαληθεύσεως του ετύμου.
Ο μεγάλος Γάλλος γλωσσολόγος Antoine Meillet διατύπωσε επιγραμματικά την επιστημονική θέση ότι «η μορφολογία είναι το πλέον σταθερό στοιχείο τής γλώσσας, αποτελεί το επίπεδο των επιβιώσεων» (la morphologie est l’élément le plus stabile dans la langue; elle est le niveau de survivance). Ως μορφολογία εννοούμε σε γενικές γραμμές το γλωσσικό επίπεδο που αφορά στη δομή των λέξεων και στην ανάλυσή τους σε επί μέρους τεμάχια (μορφήματα, προσφύματα, τέρματα κ.ο.κ.) Μέσω της μορφολογικής ανάλυσης μπορούμε να προσδιορίσουμε τον «σκελετό»των λέξεων, τον δομικό ιστό τους. Όπως ένας σκελετός μπορεί να διατηρηθεί επί μακρόν, ακόμη και όταν η σάρκα που τον περιέβαλλε δεν υπάρχει πια, έτσι και η δομή των λέξεων μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ασφαλή συμπεράσματα για την αρχή τους, ακόμη και όταν η φωνητική τους έκφραση έχει μεταβληθεί.

Εν προκειμένω: Ποια μορφολογική ανάλυση παράγει το κανακάρης από τα αρχ. άναξ και αίρω; Έχει διαπιστώσει ο συντάκτης ότι το ουσ. άναξ (ήδη μυκηναϊκό wa-na-ka) παρήγαγε σε άλλα σύνθετα αρκτικό κ- ή χαρακτήρα θέματος -κ αντί -κτ; Το αρχ. ανάκτορον θα έπρεπε να μας είχε διδάξει πολλά σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας τής μορφολογίας, αν μελετούσαμε τη λέξη όχι μεμονωμένα, αλλά στο πλαίσιο του παραδειγματικού της προτύπου.

Περαιτέρω: Πώς έφθασε ο φοβερός καρχαρίας να σχετίζεται με τα άρχων + ρέω; Η γνώση τής μορφολογίας θα μας έδειχνε ότι όλα τα σύνθετα με β΄ στοιχείο το ρέω οδηγούν σε -ρρέω, -ρροή, -ρροια, -ρρους κ.τ.ό. Αν η γέφυρα είναι πολυσύνθετη από τα γη + επί + ύδωρ, γιατί όλα τα σύνθετα του τελευταίου αποδίδουν -υδρο(ς), -υδατος κ.τ.ό; Μήπως αυτό σημαίνει ότι το μόρφημα υδ- αποτελεί δομικό στοιχείο τού σκελετού τής λέξεως και θα αναμέναμε να επιβιώσει; Νομίζω ναι.

Αν δεν γνωρίζουμε μορφολογία, η όψη τής λέξεως μπορεί να στρεβλώσει την κρίση μας. Επειδή μας εξυπηρετεί, παίρνουμε τον μεσαιωνικό τύπο άνδρας (και όχι τον αρχ. ανήρ), για να δώσουμε την εξήγηση δρω άνω. Αμελούμε να αιτιολογήσουμε πώς το άνω, ανά υφίσταται συγκοπή προ συμφώνου. Παραλείπουμε τους επικούς και αρχαϊκούς τύπους ανέρα, ανέρες, οι οποίοι δείχνουν ότι το αρχικό θέμα ήταν *ner- και ότι το -δ- είναι ευφωνικό ένθημα (βλ. E. Schwyzer, Griechische Grammatik, τ. 1, σελ. 568). Αν όμως νομίζουμε ότι μας εξυπηρετεί, τότε μπορεί να προτιμήσουμε τον νεότερο τύπο ηλικία (αντί του αρχαιότερου ήλιξ), ώστε να προτείνουμε ήλιος + κίω, χωρίς να λάβουμε υπ’ όψιν το δομικό σχήμα που παρέχουν τα σύνθετα μεσήλιξ, ομήλιξ, ενήλιξ κ.ά.

2) Η σημασία δεν πρέπει να αποτελεί την αφετηρία τής επιστημονικής ετυμολογίας.
Η σημασία έχει χαρακτηριστεί το πιο ευάλωτο γλωσσικό επίπεδο. Ας αναλογιστούμε το εξής: Ενώ μια γλώσσα έχει περιορισμένο αριθμό φωνημάτων και μορφημάτων (δηλ. ήχων και τεμαχίων), δεν υπάρχει περιορισμένος αριθμός σημασιών που μπορούν να δηλωθούν από αυτά (A. McMahon, 1994, σελ. 185). Η αρχή τής οικονομίας, που επιτρέπει σε επτά νότες να σχηματίσουν άπειρες μελωδίες, επιτρέπει σε λίγα υλικά στοιχεία τής γλώσσας (ήχους και τεμάχια) να αποδώσουν απροσδιόριστο αριθμό σημασιών. Αν ξεκινήσουμε από τη σημασία κατά την ετυμολογική έρευνα, βρισκόμαστε σε ολισθηρό έδαφος. Είναι σαν να προσπαθούμε, παρατηρώντας τη φωτογραφία κάποιου, να υπολογίσουμε τι πραγματικά σκέφτεται.

Εν προκειμένω: Ότι το αρχ. αίρω «υψώνω, σηκώνω» δεν μπορεί να δώσει τον τύπο κάρ(ρ)ο είναι προφανές από τα γνωστά παράγωγα του ρήματος (λ.χ. άρσις, άρμα, άρδην, αιώρα κτλ.). Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε νυστέρι, πρέπει να μελετήσουμε προσεκτικά τους γειτονικούς «ιστούς» αμφοτέρων των λέξεων: Θα δούμε ότι το ρ. αίρω έχει αρχαιότερο τύπο αείρω με εμφανή ίχνη από δίγαμμα *αFερ-(βλ. J. Taillardat 1983, σελ. 21-25) και κανένα ίχνος από κ-. Αν εξετάσουμε προσεκτικά τα κείμενα, θα διακρίνουμε επίσης ότι το ελνστ. ουσ. κάρρον απαντά ήδη τον 2ο αι. π.Χ. μεταφέροντας το λατ. carrus, πράγμα που θα μας προφυλάξει από σφάλματα.

Το γεγονός ότι το ρ. είργω σημαίνει «εμποδίζω» μπορεί να θολώσει την κρίση μας, αν το θέσουμε ως αφετηρία τού ελνστ. κάτεργον «καταναγκαστική εργασία». Αν όμως δεν είχαμε βιαστεί και μοχθούσαμε περισσότερο στη μελέτη των κειμένων, θα βλέπαμε ότι ο Θεόφραστος παραδίδει ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. το επίθ. κάτεργος με τη σημ. «καλλιεργημένος αγρός». Επιπρόσθετα, το να γράφουμε ότι Ναπολέων σημαίνει νάπη + λέων κτλ. ισοδυναμεί με το να αποδίδουμε εκ των υστέρων χαρακτηριστικά στην ονοματοδοσία, κόβοντας όπως-όπως τις λέξεις, για να ταιριάζουν με την κατασκευή μας. Αν το κάνουμε αυτό, υποπίπτουμε σε θεμελιώδες σφάλμα και η κατασκευή μας είναι λογοπαίγνιο, όχι επιστημονική ετυμολογία.

3) Η αρχή τής ομοχρονίας είναι αποφασιστικός παράγοντας στην επαλήθευση του ετύμου.
Απαραίτητη προϋπόθεση για να τεκμηριώσουμε την άμεση παραγωγή ενός τύπου από άλλον είναι να αποδείξουμε ότι αμφότεροι συνυπήρξαν (όντως ή δυνάμει) σε δεδομένη συγχρονία. Αν υποθέσουμε δανεισμό, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η εισαγωγή ενός δανείου προαπαιτεί δίγλωσσους ή αμφίγλωσσους ομιλητές, οι οποίοι έχουν επαφή και με τα δύο γλωσσικά στρώματα. Η αναγωγή ενός νεοελληνικού ή μεσαιωνικού τύπου σε αρχαϊκό ή ομηρικό χωρίς τεκμηρίωση των ενδιαμέσων σταδίων αποτελεί, ας μου επιτραπεί, σοβαρό μεθοδολογικό σφάλμα.

Αυτό συμβαίνει, εν προκειμένω, όταν γράφουμε ότι το αρχαϊκό αυς, αυτός έδωσε το μεσαιωνικό αφτί αυτί), αδιαφορώντας για την απουσία τού αρχαϊκού αυς από τα κείμενα κατά τους αιώνες που πέρασαν και παραθεωρώντας τον τρόπο με τον οποίο αποκρυσταλλώθηκαν οι αρχαίες δίφθογγοι. Το εβρ. Yerushalayim «Ιερουσαλήμ» ανήκει στη Βιβλική Εβραϊκή τού 11ου αι. π.Χ. και αστοχούμε σοβαρά όταν γράφουμε ότι το ελνστ. Ιεροσόλυμα δηλώνει το ιερόν τού Σολύμου, ενώ είναι φανερό ότι αποδίδει το εβραϊκό τοπωνύμιο με παρασύνδεση (παρετυμολογία) προς το επίθ. ιερός. Αν δεν εξετάζουμε την ιστορία των λέξεων, διατυπώνουμε την άποψη ότι το ιγμόρειο παράγεται από το ίγμα «ίζημα». Αν όμως είχαμε εργαστεί συστηματικά, θα είχαμε προσέξει ότι ο πρώτος που έγραψε για τα ιγμόρεια ήταν ο Άγγλος γιατρός Highmore, του οποίου το όνομα μεταφέρθηκε τον 19ο αιώνα ατελώς με αυτόν τον τύπο (οπτικό δάνειο).

Για να γεφυρώσουμε τη χρονική απόσταση, δεν αρκεί απλώς η καλή μας πρόθεση. Ότι η λ. ομπρέλα έχει ομοιότητες προς το αρχ. όμβρος δεν θα πρέπει να μας κάνει να αγνοήσουμε την απόσταση που χωρίζει τις λέξεις και το ανερμήνευτο επίθημα -έλα, που αφήσαμε στην άκρη ως επιστημονικώς ανεξιχνίαστο. H επιστημονική χρήση των ετυμολογικών εργαλείων ανασυνθέτει την ιστορία τής λέξεως: το ιταλ. ombrella προέρχεται από το λατ. umbrella, υποκοριστικό τού umbra «σκιά».

Σκοπός τού παρόντος κειμένου δεν είναι να θίξει την καλή πρόθεση ή τις ιδέες όσων διατυπώνουν τέτοιες προτάσεις. Όμως, αν κάποιος αγκιστρωθεί σε ένα ιδεολόγημα, επειδή σε αυτό έχει επενδύσει ψυχικά, αυτό αποτελεί εχέγγυο επιστημονικής εγκυρότητας; Αν κάποιος παραγνωρίζει ή παραβλέπει τα επιστημονικά εργαλεία τής ετυμολογίας, το πιθανότερο είναι να πλήξει ή να κόψει άσχημα με τον σουγιά, επειδή δεν ξέρει ότι υπάρχει νυστέρι ή δεν έμαθε πώς να το χειριστεί.

Dr Moshe

Βιβλιογραφικές πηγές
Beekes R.S.P.,1995: Comparative Indo-European Linguistics: An Introduction (ελλ. μτφρ. Θεσσαλονίκη 2004).

Guiraud P., 19794: L’étymologie. Paris.

Καραντζόλα Ε. & Α. Φλιάτουρας, 2004: Γλωσσική Αλλαγή. Αθήνα.

Lass R., 1997: Historical Linguistics and Language Change. Cambridge.

McMahon A., 1994: Understanding language change. Cambridge.

Meier H., 1986: Prinzipien der etymologischen Forschung. Romanistische Einblicke. Heidelberg.

Meillet A., 1925: La méthode comparative en linguistique historique. Oslo.

Μωυσιάδης Θ., 2005: Εισαγωγή στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Ετυμολογία. Αθήνα.

Μωυσιάδης Θ., 2005: «Ιεράρχηση κριτηρίων στην ετυμολογική έρευνα», Proceedings of the 7th International Conference on Greek Linguistics. York (UK).

Ράλλη Α., 2005: Μορφολογία. Αθήνα.

Taillardat J., 1983: «Αίρω et αιωρέω», στη Revue de Philologie 57. Paris.

11.9.06

Ουδείς αντέστη...

Τρεις φορές είπε χτες ο πρωθυπουργός στη συνέντευξή του «να παράξει». Το κακό έφτασε ήδη στην κορυφή, στην κεφαλή. Φοβάμαι πως είναι πια αδύνατη η οποιαδήποτε αναχαίτιση στα γυμνάσια και στα λύκεια με όπλα τα παραπάνω αρχαία μας ελληνικά, όταν ο εχθρός έχει ήδη κατασκηνώσει στο Μαξίμου. Παρά την εμπιστοσύνη που προφανώς παρέχει στην ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και τους συμβούλους του που φιλότιμα φέρνουν τη μέση εκπαίδευση κοντύτερα στην καλλιέπεια και την ορθοέπεια διά της αρχαίας γραμματικής, ο ίδιος ο επικεφαλής της κυβέρνησης (από αμέλεια ή λήθη της αρχαίας γραμματικής;) νομιμοποιεί ένα ήδη γενικευμένο πλην ασύγγνωστο λάθος και θα κάνει την γνωστή καθηγήτρια-σύζυγο Γενικού να βουρκώνει ακόμα πιο πολύ όταν θα ξαναλέει στο Αρχονταρίκι ότι «όλοι πια λένε να παράξει αντί του ορθού να παράσχει (sic –ε, γίνονται αυτά εν τη ρύμη και τη συγκινήσει του λόγου)».

Σοβαρολογώντας, θα λέγαμε ότι έχουμε ακόμα μια τρανή επιβεβαίωση ότι η γλωσσική ρύθμιση είναι ανώφελη και πως, παρά το ότι διάγουμε καιρούς γλωσσικής υπερευαισθησίας και κινημάτων γλωσσικής παλινόρθωσης (Γλωσσικές Κληρονομιές, Κιβωτοί, Χάρτες και σία), ο αναλογικός τύπος θα ξεπηδήσει και από τα πιο επίσημα χείλη, ακόμα κι αν αυτά στη διάρκεια της ίδιας ομιλίας θα θυμηθούν π.χ. ότι η Ελλάδα είναι «Ελλάς». Όχι βεβαίως ότι ο κύριος Καραμανλής είναι ο κανόνας… Πλάκα κάνω με το περί «νομιμοποίησης». Απλώς, ο σημερινός πρωθυπουργός προέρχεται από έναν χώρο που γενικά δεν δυσκολεύεται στους λογιοτατισμούς, γι’ αυτό και το σημερινό μού δείχνει ότι το «παραγάγω» είναι ήδη αρκετά δύσκολο ακόμα και για έναν συντηρητικό (ομιλητή).

Το πρόβλημά μου είναι άλλο: αναρωτιέμαι αν ο πρωθυπουργός, που χτες παρεμπιπτόντως ήταν πολύ πρόσχαρος, με τα χωρατά του και τα β’ ενικά του στους δημοσιογράφους (ήταν συμμαθητής με όλους;), γνωρίζει σε ποιο ιδεολόγημα έχει στηρίξει εν πολλοίς το σημερινό Υπουργείο Παιδείας τη δομή του προγράμματος σπουδών στη Μέση Εκπαίδευση. Ως μέτρο για την καλύτερη γνώση και χρήση των (νέων προφανώς) ελληνικών από τους νέους, έχει εφαρμοστεί η αυξημένη σε ώρες και ύλη διδασκαλία αρχαίων ελληνικών σε όλες τις τάξεις γυμνασίου-λυκείου. Το άτοπο του πράγματος και η αντίφαση νομίζω ότι είναι προφανής από τον τρόπο που έγραψα την προηγούμενη πρόταση. Ωστόσο, λίγοι πραγματικά ενοχλούνται από το σκεπτικό του υπουργείου, γιατί λανθάνει η αιώνια παρεξήγηση ότι η (καλή) γνώση της νεοελληνικής γλώσσας προϋποθέτει τη γνώση της αρχαίας, ότι η σύγχρονη γλώσσα είναι αδύναμη και μετέωρη και ανολοκλήρωτη χωρίς το παρελθόν της. Αυτό που συνήθως παίρνει τη μορφή του αξιώματος: «τα αρχαία είναι η βάση για τα νέα» (με συχνή προέκταση: «τα αρχαία είναι η βάση για κάθε επιστήμη»).

Το θέμα είναι πολυσυζητημένο και είναι κοινός τόπος για τους γνωρίζοντες ότι η Νέα Ελληνική είναι, φυσικά, ένα αυτοτελές γλωσσικό σύστημα (πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;), όπως κάθε φυσική γλώσσα. Νομίζω πως είναι καιρός αυτή την κοινοτοπία που είπα να αρχίσει να την υποψιάζεται και η εκπαιδευτική μας πραγματικότητα. Δεν θα φέρω αντίρρηση σε όποιον μού πει ότι η νεοελληνική γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί ο μέσος μορφωμένος νεοέλληνας ενσωματώνει πολλά λόγια γλωσσικά στοιχεία και ότι, επομένως, γνώση της μητρικής γλώσσας προϋποθέτει/σημαίνει γνώση και αυτών των στοιχείων. Δεν υπάρχει άλλωστε σύγχρονη γλώσσα με μια κάποια ιστορία που να μην έχει κατάλοιπα –συχνά αναφομοίωτα- της διαχρονίας, του γλωσσικού της παρελθόντος (π.χ. τα ανώμαλα ρήματα της αγγλικής). Γιατί να πρέπει ο έλληνας μαθητής να πρέπει να μάθει ολόκληρη την αρχαία γραμματική, με το σκεπτικό ότι αλλιώς δεν έχει ελπίδα να μάθει την κλίση του «συνήθους», το «να συμμετάσχω» και άλλα πολλά; Δηλαδή είναι «αρχαία» αυτά; Όλοι αυτοί που κόπτονται για την ορθοέπεια, ειδικά στο λόγιο σκέλος του λεξιλογίου και της γραμματικής δομής, γιατί πιστεύουν ότι όλα αυτά δεν μπορούν και δεν πρέπει να διδαχθούν στο πλαίσιο του μαθήματος της μητρικής γλώσσας; Και πώς θα ξέρει ο μαθητής ποια στοιχεία από την κλίση της αρχαίας ελληνικής πρέπει να περάσει/ να κρατήσει στη δική του έκφραση, προφορική και γραπτή; Πώς θα κάνει την επιλογή, χωρίς να μπερδευτεί; Πολύ πρωτότυπος ομολογουμένως τρόπος να βοηθήσεις κάποιον να «συνειδητοποιήσει και να διευρύνει τον γλωσσικό του κώδικα» (όπως ορίζονται οι διδακτικοί στόχοι της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας): βάζοντάς του τρικλοποδιές. Συνήθως, το πέρασμα αυτό από τα αρχαία στα νέα –και δικαίως- δεν γίνεται. Η διδασκαλία όμως των γλωσσικών μαθημάτων επιμένει να γίνεται έτσι, που κανείς να μην ξέρει, διαβάζοντας π.χ. τα σχολικά βιβλία της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας του γυμνασίου, ποιες είναι οι αρχαίες και ποιες οι νέες σημασίες και χρήσεις σε λέξεις και γραμματικούς τύπους.

Νομίζω ότι στη διδασκαλία του γλωσσικού μαθήματος αντανακλάται ακριβώς η ιδεοληψία (και μειονεξία) ότι η νέα ελληνική είναι μισερή. Για να «μιλάμε καλύτερα», στην πραγματικότητα αδυνατίζεται και υπονομεύεται το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας. Δεν ξέρω αν οι μαθητές, με μια καλύτερη και εκσυγχρονισμένη διδασκαλία της νεοελληνικής γραμματικής, θα μάθαιναν τον τύπο «παραγάγω» και τη διάκρισή του από το «παράγω» -ίσως και όχι, ίσως η γλωσσική μεταβολή να πήρε ήδη τον δρόμο της*. Όμως, η όποια προσπάθεια θα ήταν λογικό από εκεί να ξεκινήσει. Μια ιδέα ρίχνω για την Γλωσσική Κληρονομία και για τον αγώνα της, τώρα που ένας δυνατός πυλώνας (ο ίδιος ο πρωθυπουργός) κλονίζεται.

*Προς το παρόν, το google δείχνει μια μη αμελητέα επίδοση του "παραξ-" σε κάποια πρόσωπα, κυρίως σε πιο καθημερινά κείμενα. Υπάρχει όμως σαφής διτυπία ακόμα και στο γ' προσ. εν/πληθ., όπου το "παραγαγ-" ακόμα κερδίζει, με πολλές εμφανίσεις σε κείμενα πιο επίσημα και άρα απρόσωπα/τριτοπρόσωπα. Δυσκολεύομαι να πω οποιοδήποτε συμπέρασμα.

26.5.06

ελληνική η λέξη μπακλαβάς!

Ο Ελληνοτρίβης ξανακτυπά και διαλύει τας ψευδείς ετυμολογήσεις εις Λυσίειον υπέρ του αδυνάτου λόγον.

Ου πολλού δέω χάριν έχειν, ω συμπαρετυμολογούντες, τοις Τούρκοις μπακλαβατζήδαις ότι μοι παρεσκεύασαν τον ετυμολογικόν λόγον τουτονί.
Πρότερον γαρ ουκ έχων πρόφασιν εφ’ ης του μπακλαβά λόγον δοίην νυνί διά τούτους είληφα. Και πειράσομαι τη παρετυμολογία, τον μεν μπακλαβάν επιδείξαι ελληνικώτατον, τον δε τουρκικόν ελληνικήν έχοντα την καταγωγήν. Διά γαρ ουδέν άλλο μοι δοκεί παρασκευάσαι τονδε τον πόλεμον οι Τούρκοι μπακλαβατζήδαι ή διά φθόνον.

Πρώτον γαρ η λέξις ελληνικώ χρήται τω ετύμω.
Δήλον ότι εκ της φράσεως «εμπακλαβάς πλακούς» η λέξις, δι’ ουσιαστικοποιήσεως κατά το γλωσσικώς ειωθός της επιθετικοπεποιημένης μετοχής εμπακλαβάς, -άντος, κατά τα γνωστά τοις πάσι «ηλεκτρικό» αντί του «ηλεκτρικού ρεύματος», «χωριάτικη» αντί του «χωριάτικη σαλάτα (*εν-σαλάδα)», «ποντικός» και «αρουραίος» αντί των «ποντικός μυς» και «αρουραίος μυς» και ούτω καθ’ εξής.
Η δε μετοχή «εμπακλαβάς» σύνθετον εκ συναρπαγής εστί, εκ των έμπα (άλλου τύπου του έμπας «πλήρως, εντελώς», διά σιγήσεως του ατόνου αρκτικού ε ψιλού) + κλα- (θέματος του ρήματος κλάω «θραύω, σπάζω», «τεμαχίζω») + βας (μετοχής του έβην), συνεπώς μπακλαβάς εστί «ο πλακούς όστις έβη πλήρως τετεμαχισμένος», διότι ρομβοειδώς κατατεμαχίζει τις τον τοιούτον πλακούντα κατά την εντάψωσιν αυτού.
Η ετυμολόγησις ταύτη σύμφωνος προς πάσαν γλωσσολογικήν μέθοδον εστί, πάντα δε τα στοιχεία αυτής τω όντι εύρηνται εν πάσι λεξικοίς της αρχαίας ημών γλώσσης.

Τούτων δοθέντων, πάσα ετέρα τις ετυμολόγησις, ως και η πρότερον αναρτηθείσα εν Περιγλωσσίω, καίτοι ελληνοπρεπής και γλωσσαμυντορική, καθίσταται αυτόχρημα και προδήλως απορριπτέα.

Ελληνοτρίβης

(για την αντιγραφή: αυτόχθων)

14.5.06

Πάρτε ένα γλυκάκι, μη ντρέπεστε

Λοιπόν, πρέπει να κάνουμε κάτι και για την άλλη μεγάλη μάχη του Ελληνισμού, τον μπακλαβά. Εγώ λέω ότι είναι από το αρχαίο "πλακούς" (γλυκό γνωστό και από τον Αριστοφάνη) και βγαίνει κάπως έτσι:

Ο πλακούντας εύκολα γίνεται *πλακούας με εξασθένηση και σίγηση του ενδοφωνηεντικού [d] (ε;). Εξίσου εύκολα αυτό γίνεται *πακλουάς με μετάθεση -αλματική πάθησις, πβ. φαλακρός>καραφλός- και αλλαγή τόνου (ε, τώρα να την εξηγάμε κι αυτήν;). Μετά σκουραίνουν λίγο τα πράγματα, πέφτει σιρόπι, τα λιγώνει και τα συσκοτίζει. Πιστεύω πως γίνεται μια ημιφωνοποίηση του [u] και αναπτύσσεται για προφανείς λόγους ευφωνίας ένα [a], τουτ'έστιν: *πακλαwάς. Και μετά, με επίδραση της αιτιατικής (τον πακλαβά=[to(m)bakla'va]), βγήκε αυτό που βγήκε. Διαθέτομεν και λίστα για ψώνια της γιαγιάς μου όπου αναγράφεται ευκρινώς: "φίλο για πακλαυά". Είναι φανερό ότι, όπως το μέλι συνάπτει το φύλλο με τα καρύδια, έτσι και η ελληνική γλώσσα συνάπτει αιτιακώς και φυσικώς το σημαίνον προς το σημαινόμενό του (αλλά περισσότερα γι'αυτό στο επόμενα -ελπίζω, κάποτε).

Δεν ξέρω, ο Ελληνοτρίβης δέχεται παραγγελίες; Προσβλέπω και πάλι στην ακρίβεια και την έμπνευσή του. Εγώ απλώς μια πρόταση κάνω, άλλωστε έτσι πάει η επιστήμη εμπρός.
Το παρόν γλυκάκι το κερνάμε για την ονομαστική εορτή του αυτόχθονος. :)

3.5.06

ελληνικό το όνομα Μπαμπαγκίντα!

Το κάτωθι άρθρο προτείνεται να διαβαστεί ως συνέχεια ενός παλαιοτέρου: ελληνική η λέξη τσουνάμι !

«Ω, άνδρες συμπαρετυμολογούντες,


Δίδωμι τήμερον υμίν καινοφανή ετυμολογίαν καταδεικνύουσα την ελληνικήν προέλευσιν του ανθρωπωνυμίου Μπαμπαγκίντα, όπερ ως γνωστόν κατέστη σύνθημα (χύδην: σύρμα) ωτινι οι της Βαρβακείου αγοράς κρεωπώλαι χρώμενοι την έλευσιν αγορανομικών ελεγκτών αλλήλοις ανήγγειλλον.

Ως γνωστόν και τοις μη μεμυημένοις έτι, πάσα λέξις ελληνικήν έλκει την καταγωγήν. Χρέος δ’ ημίν εστι, η ανακάλυψις και προβολή της πραγματικότητος ταύτης πάσι τοις Έλλησι, οίτινες διαφθαρέντες από χρόνου μακρού γλωσσικώς, εν αφασία τελούντες, της ελληνογλωσσίας δε μη κηδόμενοι, γλωσσικώς ανδράποδα τοις Αμερικανοσιωνισταίς υπό των παγκοσμιοποιητών γεγόνασι.

Προς τι άρα γε, ω άνδρες συμπαρετυμολογούντες, οι Ελληνοτραφείς κρεωπώλαι της ούτω καλουμένης Βαρβακείου Αγοράς τω ανθρωπωνυμίω Μπαμπαγκίντα δίκην συνθήματος εχρώντο;

Δήλον γαρ ότι την απωτέρα ελληνικήν αυτού προέλευσιν ειδότες την αλήθειαν ταύτην μυστικώς τε και συνθηματικώς ως σύγχρονοι Ελληνομύσται διελάλουν τοις αμυήτοις μεν, συναφές δε σύνθημα τη Βαρβακείω Αγορά εν ταυτώ εχρώντο.

Διότι Μπαμπαγκίντα αρχήθεν ην ο Βαρβακείτης Έλλην, όστις εις τας της Λιβύης, τουτέστιν εις τας της Σαχαρίου Αφρικής αποικίας, υπό των ελληνοφώνων Βερβερίνων δι’ ηχηροποιήσεως βαρβαρικής Μπαρμπαγκίντης εκλήθη, είτα δε διά συμφωνικής απλοποιήσεως ένεκεν της βαρβαρικής αδυναμίας συμπροφοράς τριών διαδοχικών συμφώνων ελέχθη Μπαμπαγκίντης, διά να προσαρμοσθή τέλος αναλογικώς εις τα πολλά εκ της Κεντρώας Αφρικής εις –ίντα ανδρωνύμια. Ούτω δε εκαλούντο οι Βαρβακείται Έλληνες άποικοι της Λιβύης και της υποσαχαρίου Αφρικής και κατά τους Μέσους Χρόνους (ως κοπτικαί και αιθιοπικαί επιγραφαί τε και πάπυροι προσμαρτυρούσι), οίτινες συν τω χρόνω συνεμίγησαν τοις εντοπίοις απογόνους μέλανας μυριάδας γεννήσαντες.

Τούτων δε των θωμαστών προγόνων φερώνυμος απόγονος ο του ποδοσφαίρου μέλας αστήρ εν Πειραιεί αφίκετο, ίνα υπομνήσει διά της συνθηματικής οδού την Βαρβακείαν ελληνίδα φυλήν της αρχαίας Λιβύης και Κεντρώας Αφρικής.

Όστις δε παρά τα τεκμήρια ταύτα αλλότρια έτυμα αντεπικαλείται, δήλον ότι κακόβουλος ανθέλλην και μισέλλην εστί και ανάξιος στήναι υπό την τζιροπούλειον αιγίδα».

Συγγραφέας: Ελληνοτρίβης.

17.2.06

Κριτική μιας Νεοελληνικής Γραμματικής

Η κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων είναι η κατάργηση της ορθογραφίας, που είναι τελικά η καταστροφή της συνέχειας. Ήδη τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν Καβάφη, Σεφέρη, Ελύτη, γιατί αυτοί είναι γεμάτοι από τον πλούτο των αρχαίων ελληνικών. Δηλαδή πάμε να καταστρέψουμε ό,τι κτίσαμε πριν λίγα χρόνια; Αυτή είναι η δραματική μοίρα του σύγχρο­νου ελληνισμού
Κορνήλιος Καστοριάδης



Hubert Pernot,Grammaire du Grec Moderne, 1917, Librairie Garnier Freres, Paris


Ο κ. Περνό είναι ένας ευσυνείδητος και σοφός επιστήμων. Με είναι μια αληθινή ευχαρίστησις οσάκις διαβάζω ή συμβουλεύομαι έργον του. Η πρώτη έκδοσις της Νεοελληνικής Γραμματικής του ήταν χρήσιμο βιβλίο. Η τωρινή όμως έκδοσις με φαίνεται ανωτέρα. Η μορφολογίες της είναι καλλίτερες. Είναι πιο περιεκτική. [...]

Το βιβλίον αρχίζει, φυσικά, με το αλφάβητο. Το αλφάβητό μας κάποτε μάς κάμνει δυσχερές να παίρνουμε λέξεις από ξένες γλώσσες, όπου ήχοι σαν (π.χ.) το γαλλικό u ή το j υπάρχουν. Αλλ' αυτό συχνά μόνο στην αρχή. Η προφορά της ξένης λέξεως αλλάζει μες στην ελληνική λαλιά και γένεται σύμφωνη με αυτήν. Είμαι πολύ υπέρ της παραδοχής των ξένων λέξεων, όταν η γλώσσα μας δεν έχει όρον για μιάν έννοιαν, ή δεν δύναται εύκολα και με ακρίβειαν να τον μορφώσει, πράγματα που πολλές φορές την συμβαίνουν. Ο εθνισμός της λέξεως -ως έδειξεν ο Ψυχάρης- γένεται από την κλίσιν (σημ. επιδέχεται εξαιρέσεις ο κανών. Έγιναν ελληνικά το τραμ, το μπαρ, το τέννις. Ο κ. Χατζηδάκις δεν θεωρεί εντελώς απίθανον, μάς λέγει ο κ. Τριανταφυλλίδης ("Ξενηλασία ή ισοτέλεια", 1905, σελ 110) "να γίνη ελληνική η γαλλική κατάληξις -age, η οποία οποία υπάρχει εις μερικάς λέξεις αι οποίαι εισήλθαν εις την μας ή λέγονται οπωσδήποτε, καθώς λ.χ. μασάζ, αμπαλάζ, κορσάζ, γκρινάζ, πλαζ".)

Προκειμένου περί των μέσων τού αλφαβήτου μας, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι είμεθα ιδιαζόντως πτωχοί. Εν συγκρίσει προς την γαλλική γλώσσα μάς λείπουν το u, το ch, το j της. Έχουμε όμως το χ, το γ, το θ, το δ, που δεν έχει αυτή. Ο κ. Μένος Φιλήντας εσύστησε -πολύ πρακτικά- το ου, που δεν είναι πια δίφθογγος να γράφεται 8, και να προστεθεί στο αλφάβητό μας ως ένα γράμμα περισσότερο. Κι ο Βηλαράς ήταν ομοίας γνώμης. Στον 17ο αιώνα, στην Κρήτη, έγινε παροδική χρήσις του λατινικού αλφαβήτου στην γλώσσα μας (σημ. Από την "Ερωφίλη": Ta gieglia me ta claimata, me ti gharan i prica/ mnian horan esparthicassi chie amadhi egiegnithica/ giaftos masi girissusi, chie to ena t' allo alassi/ che opios egiela to taghi, clegi prighu vradiassi.)

Μερικοί φιλόλογοι μεταχειρίσθηκαν το λατινικό αλφάβητο στο γράψιμο ελληνικών διαλέκτων. Τα ελληνικά της Κάτω Ιταλίας συνήθως τα γράφουν με λατινικά ψηφία. Τα τέσσαρα ελληνικά άσματα της Ιταλίας που παραθέτει ο κ. Πολίτης στις "Εκλογές" του τα γράφει με το δικό μας αλφάβητο. Και μ'αρέσει αυτός ο τρόπος του. Προσθέτει στα ψηφία μας ένα μόνο λατινικό το d. [...]

O Ροΐδης ήταν επίσης της γνώμης ότι η δημοτική έχει λιγότερους ιωτακισμούς από την καθαρεύουσα. Εξ άλλου δεν θεωρούσε τον ιωτακισμόν "μέγα κακόν". Πιο συχνή "παρά εις την ελληνικήν", λέγει, "είναι η επανάληψις του ποικίλως γραφομένου φθόγγου i εις την αγγλικήν, την οποίαν ουδείς, καθ' όσον γνωρίζομεν, εμέμφθη ποτέ διά τον ιωτακισμόν. Οπωσδήποτε η τρις ή και τετράκις είς τινας ελληνικάς λέξεις επανάληψις του αυτού φθόγγου ως λ.χ. ειρήνη, μυρσίνη, φυσική, μυστική, ποιητική, υβρίζει, σπινθηρίζει, ξυνίζει, κιτρινίζει, πιπιλίζει κτλ. ολίγην προξενεί ενόχλησιν και εις ουδένα αντιβαίνει της σημερινής λαλιάς ευφωνικόν κανόνα.

[...]

Κάμνει παρατηρήσεις ο κ. Περνό επί του τονισμού των λέξεων που θα είναι ωφέλιμες στον Γάλλο τον μανθάνοντα την γλώσσα μας. Ένα λάθος τονισμού, που μπορεί να κάμει ο ξένος, αλλάζει την έννοιαν μιάς λέξεως (αλλά-άλλα, κανείς-κάνεις, πεινώ-πίνω). Όμοιαν παρατήρησιν έκαμε κι ο κ. Μένος Φιλήντας, αλλά με άλλον σκοπό: δηλαδή για να δείξει το πόσο είναι αναγκαίον να φυλαχθεί η γραφή ενός τόνου. Αλλά ενός μόνον, μιά οξεία: η βαρεία κ' η περισπωμένη κάλλιο να λείψουν.
[...]

Στην ορθογραφία του ο κ. Περνό είναι συντηρητικός. Γράφει "να χάσης, να χάση". Βάζει δασεία επάνω στο αρχικό ρ. Γράφει "ευκολώτερον". Δυνατόν να κάμνει αυτά όχι επειδή τα εγκρίνει, αλλά επειδή τα θεωρεί της καθιερωμένης χρήσεως. Κατ' εμέ, η γραφές αυτές είναι δυσάρεστες.

[...]

Στην κλίσι του "Type: ο κλέφτης", καλά κάμνει που αναγράφει την ονομαστική πλήθυντική "ράφτηδες", αν και δεν είναι διαδεδομένος. Υπάρχει και πληθυντικός "ραφτάδες". "Ο προτιμότερος τύπος, λέγει ο κ. Πέτρος Βλαστός (Γραμματική της Δημοτικής) είναι το "τες" (ράφτες). Και μετ' αυτόν το "άδες" (ραφτάδες).

[...]
"Είμαστε (είμεθα)". Το είστε λέγεται τώρα και είσθε.
"Χάνομε, έχομε, θέλομε" και τέτοια: έπρεπε ν' αναγραφούν τα χάνουμε, έχουμε, θέλουμε. Στην πρώτην έκδοσι τής Γραμματικής του έδιδε το ούμε (χάνουμε) ως επικρατούντα τύπον.
[...]
Δεν με αρέσει η διατήρησις της γραφής "ηις, ηι" στο ρήμα "ζω". Προτιμώ να γράφεται "ζεις, ζει".
[...]
Την προσθήκη του καταληκτικού ε στα τρίτα πρόσωπα (πληθ.) των ρημάτων που τελειώνουν με ν την αναφέρει ο κ. Περνό (στην αρχή του Κεφαλαίου περί Παροξυτόνων Ρημάτων), και μετά δεν την υποδεικνύει πλέον στα πλήρη παραδείγματα των ρηματικών κλίσεων (π.χ. σελ. 141, 160). Ο κ. Φιλήντας λέγει ότι το ε αυτό έγινεν απ' αναλογία - όπως γράφουμε, γράφετε, είπαν και γράφουνε, όπως τρέξαμε, τρέξατε, είπαν και τρέξανε.
[...]
Ετελείωσα τες σημειώσεις μου επί του βιβλίου. Η γενική μου εντύπωσις είναι πολύ καλή. [...]


Κ. Π. Καβάφης


Σχόλιο: την αντιγραφή αυτή την έκανα, επειδή πολύ λιβανίζουμε τελευταία τον κύριο Καβάφη. Βλέπετε, φίλοι συνέλληνες, ότι δεν το'χε σε πολύ να αρνηθεί τους τόνους του, να υιοθετήσει μαλλιαρισμούς, να συστρατευθεί με εξ Εσπερίας υπονομευτάς, να μπασταρδέψει (ίνα μή τι χείρον είπω) το αλφάβητό μας. Μήπως ήταν και αυτός ένας Ποσειδωνιάτης;

Δεν ξεχνώ βεβαίως ότι σάς χρεωστώ ένα τέλος της τριλογίας, για να σάς επιστρέψει ο ύπνος που σάς έχει κοπεί. Αλλά πού χρόνος...