19.10.20

«Να “αποστρατευθεί” ο… πυροβολικάριος»

 Ένας επιστολογράφος σχολιάζει τη λεζάντα μιας φωτογραφίας και, συγκεκριμένα, τη λέξη πυροβολικάριος:


«Έχοντας υπηρετήσει τη στρατιωτική μου θητεία στο πυροβολικό, εν έτει 1958, διαβάζω, όλο αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε μέχρι σήμερα, με ενδιαφέρον ό,τι δημοσίευμα σχετικό με το όπλο αυτό υποπέσει στην αντίληψή μου. Πουθενά δεν συνάντησα τη λέξη πυροβολικάριος. Παντού η χρησιμοποιούμενη λέξη είναι πυροβολητής, εκτός, βεβαίως, από τις δηλωτικές της ειδικότητας λέξεις, π.χ. σκοπευτής, παρατηρητής, τοπογράφος, γραφέας, οδηγός κ.τ.λ. κ.τ.λ. Θα ήμουν, λοιπόν, ευγνώμων (ίσως και άλλοι μαζί μ’ εμένα) εάν ο συντάκτης της λεζάντας μάς έδιδε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν το δόκιμον της λέξεως “πυροβολικάριος”…».


Καταρχήν, το «δόκιμον» μιας λέξης είναι ασαφής όρος και καλό είναι να αποφεύγεται, ιδίως μάλιστα σε λεξικά. Εδώ μάλλον εννοείται ότι η λέξη πυροβολικάριος δεν απαντά σε επίσημα κείμενα. Έστω όμως και σε ανεπίσημα συμφραζόμενα ή σε επίπεδο προφορικού λόγου χρησιμοποιούνται λέξεις όπως πυροβολικάριος και πεζικάριος, αναλογικά με –θεωρούμενες δόκιμες, υποθέτω– λέξεις όπως αποθηκάριος, βιβλιοθηκάριος κτλ. Είναι προφανές πώς σχηματίστηκε η λέξη πυροβολικάριος και είναι βέβαιο ότι χρησιμοποιείται. Δεν ξέρω αν αυτά τα δύο είναι στοιχεία που «επιβεβαιώνουν το δόκιμον της λέξεως», αλλά σίγουρα στις ζωντανές γλώσσες δημιουργούνται νέες λέξεις. 

11.10.20

ΤΙΜΑΜΕ Ή ΤΙΜΟΥΜΕ; ΕΝΑ ΨΕΥΔΟΔΙΛΗΜΜΑ

 Διαβάζουμε σε μια επιστολή:

«Επί τη ευκαιρία, θα κάνω άλλη μία επισήμανση: το τιμώ ήταν το χαρακτηριστικό ρήμα, για εμάς τους παλαιότερους, με το οποίο διδαχθήκαμε στο σχολείο το πώς κλίνονται τα εις -αω συνηρημένα ρήματα: Τιμώ, τιμάς, τιμά, τιμάμε κ.λπ. Όχι τιμούμε, όπως ακούμε να λένε και βλέπουμε να γράφουν συνεχώς πολιτικοί, δικηγόροι, δημοσιογράφοι κ.ά. Τιμούμε θα ήταν αν η συναίρεση ήταν εις -εω (π.χ. ποιούμε) ή εις -οω (π.χ. υποδηλούμε). Δυστυχώς, το βλέπω κατ’ επανάληψη στην έγκριτη εφημερίδα σας» (βλ. https://bit.ly/33KM1Gu).

Τους τελευταίους μήνες έχω δει τουλάχιστον άλλες δύο φορές να δημοσιεύονται κείμενα με παρόμοια σχόλια σε γνωστό γλωσσικό γκρουπ.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι γίνεται σύγχυση συγχρονίας και διαχρονίας. Παραθέτω όμως σε μορφή εικόνας το εμπεριστατωμένο σχόλιο του κ. Παπαναστασίου, που βάζει τα πράγματα στη θέση τους ως προς αυτό το θέμα.

Άρα, στο ερώτημα «τιμάμε ή τιμούμε;» η απάντηση είναι «και τα δύο». Πρόκειται για ψευδοδίλημμα. Και ο ρηματικός τύπος τιμούμε υπάρχει και είναι αποδεκτός.

Σχετικός σύνδεσμος: https://bit.ly/2Fi5zIK



16.8.20

Σχετικά με το επίρρημα ευλαβικά

Είναι απολύτως βέβαιο ότι το επίρρημα ευλαβικά με τη μεταφορική του σημασία ΔΕΝ χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον καθηγητή Σ. Τσιόδρα. Με απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο εντοπίζονται παραδείγματα χρήσης προγενέστερα από την περίοδο της πανδημίας. Ο Σ. Τσιόδρας δηλαδή χρησιμοποίησε μια υπαρκτή σημασία του επιρρήματος, η οποία μάλιστα έχει καταγραφεί και λεξικογραφικά. Ο ορισμός της όποιας σημασίας είναι βέβαια συζητήσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, το επίρρημα ευλαβικά μπορεί να σημαίνει «με σεβασμό σαν κάτι ιερό», χρησιμοποιείται πάντως για κάτι που γίνεται, εκτελείται κτλ. με απόλυτη ακρίβεια ή αυστηρότητα, χωρίς καμία παρέκκλιση. Να ένα παράδειγμα από κείμενο του 2017: «Η σπουδαία αυτή μυστική συνταγή τηρείται ευλαβικά για πάνω από έναν αιώνα» (βλ. https://bit.ly/345JA1G). Πρόκειται για μια δεύτερη σημασία και ο καθένας μπορεί να καταλάβει ότι σε μια ζωντανή γλώσσα εμφανίζονται νέες σημασίες λέξεων, μεταφορικές και άλλες. Τελικά, δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το νόημα τέτοιων σημειωμάτων. Όσο για τα αμέτρητα like, δεν έχω πάψει να εντυπωσιάζομαι.




5.8.20

«Περί ορθού ποιοτικού, αλλά και ποσοτικού»

Ο συντάκτης της επιστολής «Περί ορθού ποιοτικού, αλλά και ποσοτικού» υποστηρίζει ότι δεν είναι σωστό να λέμε π.χ. «ποιοτικά βιβλία». Ο λόγος που επικαλείται είναι ο εξής: όπως το επίθετο ποσοτικός χρησιμοποιείται με τη σημασία αυτού που σχετίζεται με την ποσότητα και όχι αυτού που έχει μεγάλη ποσότητα, έτσι και το επίθετο ποιοτικός πρέπει να χρησιμοποιείται με τη σημασία αυτού που σχετίζεται με την ποιότητα και όχι αυτού που έχει υψηλή ποιότητα. Πράγματι, κάνουμε λόγο π.χ. για «ποσοτικό θέμα» αλλά όχι για «ποσοτικό φαγητό». Η όποια σημασία όμως του επιθέτου ποσοτικός δεν είναι κριτήριο για το πώς θα χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο επίθετο, το ποιοτικός.

Κείμενα όπως η εν λόγω επιστολή μπορούν να αξιοποιηθούν σε εισαγωγικά μαθήματα γλωσσολογίας για την εξοικείωση των φοιτητών με έννοιες όπως η περιγραφή και η ρύθμιση στη γλώσσα.

14.7.20

Απάντηση σε αρθρογράφο


Για να μη δημιουργούνται εντυπώσεις, ας ξεκαθαρίσω το εξής: Αν ένας μπλόγκερ θέλει πραγματικά να κρυφτεί, δεν δημοσιεύει σε ένα μπλογκ για το οποίο έχει γραφτεί δημόσια ότι είναι διαχειριστής του. 

Το άρθρο «Η άλλη μισή αλήθεια» περιλαμβάνει στοιχεία για τα οποία ο Μ. Σ. δεν έγραψε απολύτως τίποτα ως ανταπάντηση. Και να ληφθεί υπόψη ότι το άρθρο αυτό αρχίζει με την επισήμανση ότι ο Μ. Σ. έχει δίκιο στα περισσότερα.

Ακόμα και οι 35 στις 40 κριτικές να είναι διθυραμβικές, στις λοιπές 5 μπορεί να υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Οι κριτικές σε μεταλεξικογραφικό επίπεδο δεν είναι μελιτζάνες, να τις μετράμε με το κομμάτι. Επίσης, πέρα από γενικόλογα κείμενα σε στιλ βιβλιοκριτικής ή βιβλιοπαρουσίασης, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον οι πιο εξειδικευμένες μελέτες, όπως αυτές που δημοσιεύονται σε πρακτικά συνεδρίων ή περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια, μεγαλύτεροι αλλά και νεότεροι γλωσσολόγοι έχουν κάνει τέτοιες κριτικές. Παραπέμπω π.χ. στο –αναδημοσιευμένο στο Facebook– άρθρο της σπουδαίας γλωσσολόγου Άννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, «Ποιο λεξικό να συμβουλεύομαι;», Φιλόλογος, τεύχ. 160 (Απρίλιος-Ιούνιος 2015), 238-244, όπου παρουσιάζονται θετικά και αρνητικά στοιχεία όλων των εκδεδομένων λεξικών.

Ο παραλληλισμός με τον Στέφανο Μάνο είναι τελείως άστοχος. Οι γλωσσολόγοι που, σε ανακοινώσεις τους σε συνέδρια ή σε δημοσιεύσεις τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ασκούν κριτική σε λεξικά, σε όλα τα λεξικά, δεν «έχουν κάποιο ζήτημα» με το εν λόγω πνευματικό ίδρυμα. 

Ως προς τα λεξικά, ας το πούμε ξεκάθαρα: Από τα λεξικά που έχουν ήδη εκδοθεί (υπό έκδοση είναι το ΜΗΛΝΕΓ, το πλουσιότερο σε πληροφορίες νεοελληνικό λεξικό), το ΧΛΝΓ έχει τα περισσότερα στοιχεία, αλλά και τα περισσότερα λάθη. Κείμενα όπως του Μ. Σ. μπορούν να γραφτούν και για το ΧΛΝΓ. Για παράδειγμα, ο Μ. Σ. κάνει λόγο για αθλητικά λήμματα, όταν το ΧΛΝΓ στο λήμμα ισόπαλος ερμηνεύει το παράδειγμα Οι δύο ομάδες αναδείχθηκαν/ήρθαν ισόπαλες ως «χωρίς τέρματα», λες και δεν υπάρχει ισοπαλία 1-1, 2-2 κτλ., και όταν στο λήμμα δοκάρι γράφει «ΑΘΛ. (σε γήπεδο ποδοσφαίρου)», λες και δεν υπάρχει δοκάρι π.χ. στο χάντμπολ και στο πόλο.

Γράφει ο Μ. Σ.:

«Στη λ. λίμπερο, διαβάζουμε (σελ. 1163) ΑΘΛ. Παίκτης που κινείται ελεύθερα σε όλο τα γήπεδο. Σε ποιο άθλημα; Οι υπόλοιποι κινούνται με περιορισμούς; Γιατί δεν αναφέρεται τουλάχιστον “στο ποδόσφαιρο”; Γιατί δεν υπάρχει αναφορά στον “λίμπερο” του βόλεϊ που καθιερώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90;».

Σχετικά με τη λέξη-λήμμα λίμπερο, το σωστό είναι να γίνει αναφορά σε συγκεκριμένο άθλημα, όπως έχει επισημανθεί (βλ. εδώ). Ως προς το ερώτημα αν οι υπόλοιποι παίκτες κινούνται με περιορισμούς, μπορεί κανείς να ανατρέξει σε κατάλληλες πηγές και να μάθει πώς παίζει ή έπαιζε ο λίμπερο σε σύγκριση με τους άλλους. Επίσης, σε ένα γενικό λεξικό μπορεί να μην υπάρχει αναφορά στον λίμπερο του βόλεϊ – δεν είναι δυνατόν να καταγραφούν εξαντλητικά όλα τα στοιχεία που αφορούν το σύνολο των αθλημάτων, δημοφιλών και μη. Αν όμως δοθούν πληροφορίες για τον λίμπερο του βόλεϊ, για λόγους συνέπειας το ίδιο πρέπει να γίνει και με τους παίκτες που αγωνίζονται στις λοιπές θέσεις. Επομένως, το ΧΛΝΓ, που παραθέτει σημασία και για τον βολεϊμπολίστα λίμπερο, κακώς δεν καταγράφει όλες τις θέσεις των παικτών στο βόλεϊ. 

Αλλά κι εκεί που δίνει σχετικά στοιχεία υπάρχουν λάθη. Για παράδειγμα, στο λήμμα πασαδόρος του ΧΛΝΓ διαβάζουμε τον ορισμό: «ΑΘΛ. (συνήθ. στο βόλεϊ) παίκτης που τροφοδοτεί τους συμπαίκτες του, για να καρφώσουν την μπάλα στο τερέν του αντιπάλου». Μόνο που αυτός ο ορισμός δεν αφορά «συνήθως» το βόλεϊ αλλά μόνο το βόλεϊ. Δεν είναι σωστό να υπάρχει ένας ορισμός κοινός για το βόλεϊ και άλλα αθλήματα, που δεν έχουν καμία σχέση με «κάρφωμα της μπάλας στο τερέν του αντιπάλου»Καλοί πασαδόροι είναι π.χ. οι μπασκετμπολίστες Βασίλης Σπανούλης και Νικ Καλάθης. Ας σκεφτούν μερικοί τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Χρειάζεται λοιπόν να δοθούν δύο ξεχωριστοί ορισμοί, ένας για το βόλεϊ και ένας εντελώς διαφορετικός για άλλα αθλήματα. 

Συν τοις άλλοις, το τροφοδοτώ, που χρησιμοποιείται στον παραπάνω ορισμό, στο ΧΛΝΓ ορίζεται ως «ΑΘΛ. δίνω την μπάλα σε συμπαίκτη, για να προωθηθεί στην αντίπαλη εστία». Δεν με απασχολεί εδώ αν είναι σωστός ο ορισμός, αλλά σίγουρα δεν καλύπτει την περίπτωση του βόλεϊ, όπου ο τροφοδοτημένος παίκτης δεν προωθείται και όπου, βέβαια, δεν υπάρχει εστία.

Παρά το γεγονός ότι η ανταγωνιστική διάθεση προς το «αντίπαλο» λεξικό είναι οφθαλμοφανής (είναι αστείο το σχόλιο ότι έγραψε το παλιότερο άρθρο του ως Μ. Σ. και όχι ως συνεργάτης του ΧΛΝΓ – πώς διαχωρίζονται αυτά τα δύο; ), πιστεύω ότι η καταγραφή των λαθών είναι χρήσιμη και μακάρι να τη λάβει υπόψη ο κύριος Γ. Μπ. στην επόμενη έκδοση του λεξικού του.

Επίσης, το σχόλιο για τον Κ. Μητσοτάκη είναι κι αυτό τελείως άστοχο. Ο Γ. Μπ. με τις παλιές τηλεοπτικές εκπομπές κτλ. έχει καταφέρει να δημιουργήσει αυτό που λένε brand name. Είναι χαρακτηριστικό ότι το όνομά του έχει ακουστεί σε σίριαλ (βλ. εδώ), ακόμη και σε στίχους τραγουδιών (βλ. εδώ και εδώ). Ως προσωπικότητα, από άποψη προσφοράς εντός και εκτός πανεπιστημίου, δεν συγκρίνεται με τον όψιμο επικριτή του για πολλούς λόγους: ο Γ. Μπ. ήταν χαρισματικός δάσκαλος και ιδανικός στο να μυεί φοιτητές στη γλωσσολογία. Δεν είναι τυχαίο ότι μια ζωή έκανε μάθημα σε ασφυκτικά γεμάτα αμφιθέατρα (βλ. περισσότερα σε μια παλιά βιβλιοκρισία). Από την άλλη, το γεγονός ότι εκφράζει στο Facebook κάποιες υπερσυντηρητικές απόψεις, συζητήσιμες ή και εσφαλμένες, και μαζεύει μερικές εκατοντάδες like με λυπεί, και μάλιστα έχω γράψει για το θέμα αυτό. Ας προβληματιστούμε για τον ρόλο που παίζει η «αυθεντία» στο ευρύ κοινό, και όχι μόνο σε θέματα γλώσσας. Πάντως, σε αυτό το πλαίσιο γίνεται δημόσια λόγος για τον συγκεκριμένο καθηγητή. Δεν πρόκειται για δημόσια προβολή του έργου ενός ιδιώτη αλλά για κάτι ευρύτερο. Αν ο Κ. Μητσοτάκης έκανε λόγο για άλλον γλωσσολόγο ή για άλλο λεξικό, το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότεροι δεν θα ήξεραν περί τίνος πρόκειται, άρα η έκφρασή του σχετικά με τη λέξη λαϊκιστής θα ήταν κενή περιεχομένου.

(Συνεχίζεται)

30.6.20

Και γλωσσολόγος


Τα πράγματα είναι αρκετά πιο σύνθετα. Η φωνητική μεταγραφή στα λήμματα νεοελληνικών λεξικών συνήθως δεν βασίζεται σε έρευνες. Το ίδιο λεξικό που παραθέτει την –υποτίθεται– σωστή προφορά της λέξης συγγραφέας στο λήμμα συγγνώμη και συγνώμη σημειώνει αντίστοιχα: [siŋγnómi] και [siγnómi]. Είναι απορίας άξιο όμως αν προφέρει κάποιος [siŋγnómi].

Τέτοια θέματα έχουν συζητηθεί εδώ:

https://www.facebook.com/groups/570603632965945/permalink/3585308944828717

Αξίζει μάλιστα να προσεχθούν οι καίριες παρατηρήσεις του φίλου Δ. Μπρόβα (Demetrios Brovas), τις οποίες δεν χρειάζεται να επαναλάβω.

Τα σχόλια του Μάνου Βουλαρίνου μού θύμισαν ένα παλιότερο κείμενο του Γιάννη Χάρη, ο οποίος με άλλη αφορμή είχε κάνει λόγο για «εμπρόθετο, επιδεικτικό και προκλητικό καραγκιοζισμό».

Είναι μια σειρά από ανόητα σχόλια που έκανε στο προφίλ του. Επίτηδες έγραφε με ορθογραφικά λάθη, υπονοώντας ότι η «εσφαλμένη» προφορά των λέξεων συγγραφέας και έγγραφο είναι για τους αγράμματους. Ό,τι και να γράψει κανείς ως αντεπιχείρημα, ότι οι πληροφορίες των λεξικών δεν είναι θέσφατα ή ότι, με τη λογική του, και οι λέξεις συγγενής, εγγονός και εγγύς/εγγύτητα θα έπρεπε να προφέρονται χωρίς [g], αυτός θα συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο. Δεν έχει νόημα να ασχολείται κανείς με κάποιον που επιλέγει να κάνει τον καραγκιόζη. Για μένα έχει ενδιαφέρον να δούμε τα βαθύτερα αίτια για τα οποία έχουν τόση πέραση τέτοιες απόψεις. Πολύς κόσμος είναι εξοικειωμένος από μικρή ηλικία με το δίπολο σωστό-λάθος και δεν έχει μάθει να σκέφτεται κριτικά για θέματα γλώσσας. 

Για του λόγου το αληθές:




Τέλος, παραπέμπω σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που έγινε στο γκρουπ του Facebook Ελληνική γλώσσα και γλωσσολογία:

https://www.facebook.com/groups/501111816569178/permalink/3606192432727752

29.6.20

ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΑΣΤΟΧΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Ο ολοκληρωμένος σχολιασμός του κειμένου «Απάντηση σε αναιδή “κριτική” ή Όταν τα τρολ γλωσσολογούν» (βλ. https://bit.ly/3dFpBIk), το οποίο αποτελεί απάντηση σε ένα εξαιρετικό –κατά τη γνώμη μου– άρθρο των γλωσσολόγων Άννας Ιορδανίδου και Μαρίας Καμηλάκη (βλ. https://bit.ly/2Vrm89Z) παρουσιάζει δυσκολίες. Αφενός, πρόκειται για πολυσέλιδο κείμενο –εκτείνεται σε δεκατέσσερις σελίδες– και, αφετέρου, δεν είναι ελεύθερη η πρόσβαση σε αυτό μέσω διαδικτύου. Κατά συνέπεια, ο σχολιασμός εκ μέρους μου όλων των γραφομένων από τον Χ. Χ. θα έδινε τεράστια έκταση στο δικό μου κείμενο και θα κούραζε πολύ. Γι’ αυτό, θα γράψω μερικά πρώτα σχόλια εδώ και θα συνεχίσω ίσως αλλού κάποια στιγμή. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς όμως ότι επιδέχονται σχολιασμό όλα όσα γράφει ο συντάκτης του άρθρου.

Βασικό χαρακτηριστικό του σχολιαζόμενου κειμένου είναι ότι περιλαμβάνει πολλά στοιχεία που δεν προσιδιάζουν σε επιστημονικό άρθρο. Προσωπικές επιθέσεις, χτυπήματα κάτω από τη μέση κτλ. Μια γεύση μπορεί κανείς να πάρει από ένα σημείωμα που προτάσσεται και έχει αναρτηθεί στο Facebook (βλ. https://bit.ly/388KhqZ). Το πολυσέλιδο άρθρο του Χ. Χ. και το σύντομο εισαγωγικό σημείωμα του Μ. Β. είναι στο ίδιο μήκος κύματος ως προς το σκαιό ύφος. Μειωτικά σχόλια και παρόμοια υπονοούμενα σε βάρος γλωσσολόγων που έχουν ασχοληθεί με λέξεις ταμπού δεν έχουν καμία θέση στη γλωσσολογική αρθρογραφία. Μπορούν να γίνουν δεκτά ίσως από κάποιους υπερσυντηρητικούς, πάντως όχι από ενημερωμένους γλωσσολογικά αναγνώστες. Ο γλωσσολόγος και ο λεξικογράφος δεν έχουν ταμπού και ασχολούνται με τέτοιες λέξεις επιστημονικά. Και, ως προς τον δευτερεύοντα τίτλο «Όταν τα τρολ γλωσσολογούν», ο Χ. Χ. και ο Μ. Β. μάλλον δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι το εμπρηστικό ύφος, καθώς και το να ανοίγει κανείς χίλια δυο θέματα, σχετικά και άσχετα, όπως κάνει ο Χ. Χ., είναι στοιχεία «τρολοσύνης». Ακόμα, η προσπάθεια του Χ. Χ. να απαξιώσει το επιστημονικό έργο της Άννας Ιορδανίδου («μια ώριμη ηλικιακά επιστήμονας, με περιορισμένης εμβέλειας έως ανύπαρκτες θεωρητικές συμβολές στη λεξικογραφία») είναι άτοπη. Πρόκειται για καθηγήτρια που έχει στο ενεργητικό της μια σειρά από πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις για γλωσσικά και λεξικογραφικά θέματα, και μάλιστα έχει γράψει και η ίδια λεξικά. Και βέβαια, αν η Άννα Ιορδανίδου είχε γράψει καμιά εγκωμιαστική κριτική για το λεξικό του, εννοείται ότι ο Χ. Χ. δεν θα εκφραζόταν έτσι. Απαράδεκτη είναι και η απαξιωτική αναφορά του Χ. Χ. στους συνεργάτες του Γ. Μπαμπινιώτη (στη σημείωση 37), ότι «δεν διδάχτηκαν» τίποτε από το λεξικό του. Οι συντάκτες του λεξικού Μπαμπινιώτη τράβηξαν κουπί σε εποχές που η δημιουργία ενός μεγάλου ερμηνευτικού λεξικού ήταν ασυγκρίτως πιο δύσκολη, και μάλιστα χωρίς να δουλεύουν σε κρατικό ίδρυμα – αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για μερικούς.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό στο άρθρο του Χ. Χ. είναι οι αντιφάσεις του. Γράφει ο συντάκτης του σε ένα σημείο: «Δεν θα επιδοθώ στον άχαρο ρόλο διερεύνησης των διαδρομών της σκέψης των Ιορδ.-Καμηλ. (ούτε με ενδιαφέρει ούτε ταιριάζει στον χαρακτήρα μου)». Κι όμως, κάνει ακριβώς αυτό που δηλώνει ότι δεν τον εκφράζει. Ιδού ένα παράδειγμα: ο Χ. Χ. επικρίνει τις δύο γλωσσολόγους γιατί από τις βιβλιογραφικές αναφορές λείπει ένα άρθρο της Άννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (βλ. https://bit.ly/3dHyC3M) που είναι στην ίδια γραμμή πλεύσης και μπαίνει στη διαδικασία να βρει για ποιον λόγο «αποσιωπούν» αυτή την εργασία:

«Αν δεν την είχαν υπόψη τους, επιβεβαιώνεται η προχειρότητά τους ως προς τη βιβλιογραφική ενημέρωση. Αν τη γνώριζαν, πράγμα διόλου απίθανο, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: το λιγότερο πιθανό είναι να την απαξίωσαν ως πρόχειρη εργασία, ανάξια να μνημονευθεί. Ενδεχομένως απέφυγαν την αναφορά για να μη θεωρηθεί ενορχηστρωμένη επίθεση στο λεξικό της Ακαδημίας. Ό,τι και αν ισχύει, και στις τρεις περιπτώσεις, ή ό,τι άλλο υποθέσει κανείς, οι Ιορδ.-Καμηλ. αυτοεκτίθενται».

Πρώτον, αποσιωπώ σημαίνει ότι συνειδητά αποκρύπτω κάτι. Τι λόγο είχαν οι Ιορδ.-Καμηλ. να παραλείψουν την αναφορά σε ένα άρθρο μιας σπουδαίας γλωσσολόγου, της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, η οποία είναι στο ίδιο μήκος κύματος; Έπειτα, η παράλειψη μιας πηγής εκ μέρους ενός ερευνητή δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το άρθρο του είναι πρόχειρο ως προς τη βιβλιογραφική ενημέρωση. Στο κάτω κάτω, δεν πρόκειται για διατριβή, ώστε να είναι εξαντλητικές οι βιβλιογραφικές αναφορές. Μήπως στα δικά του άρθρα ο Χ. Χ. αναφέρει όλες τις σχετικές πηγές; Επίσης, το εν λόγω άρθρο της Άννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη είναι υποδειγματικό, όπως πάντα. Επομένως, δεν είναι καθόλου πιθανό δύο γλωσσολόγοι να το απαξιώσουν ως πρόχειρο και ανάξιο να μνημονευθεί. Σημειωτέον μάλιστα ότι δεν λείπουν τα θετικά σχόλια για το λεξικό του Χ. Χ. ούτε από το άρθρο των Ιορδ.-Καμηλ. ούτε από το άρθρο της Αναστασιάδη-Συμεωνίδη. Και είναι τόσο ενορχηστρωμένη αυτή η υποτιθέμενη επίθεση, ώστε τα δύο αυτά άρθρα έχουν δημοσιευθεί με διαφορά τεσσάρων χρόνων! 

Από το άρθρο του Χ. Χ. δεν λείπουν και αναφορές που μπορεί να παραπλανήσουν. Δύο παραδείγματα: Πρώτον, οι Ιορδ.-Καμηλ. επισημαίνουν σωστά ότι ορισμένοι από τους επιστημονικούς όρους που καταγράφονται στο λεξικό του Χ. Χ. είναι εξαιρετικά ασυνήθιστοι στο γενικό λεξιλόγιο, όπως η αβοκέτα «σπάνιο είδος πουλιού» (ορνιθολογία). Ο Χ. Χ. απαντά ότι έβαλε στο λεξικό του απειλούμενα είδη της πανίδας και της χλωρίδας, «για να αφυπνίσουν συνειδήσεις». Καλό θα ήταν να μας πει βέβαια αν τελικά αφυπνίστηκαν οι συνειδήσεις, όμως αλλού θέλω να καταλήξω. Αμέσως μετά παραθέτει τα λόγια του ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη σχετικά με την ανθρωπιστική αντιμετώπιση των λέξεων. Είναι προφανές όμως ότι ο Κ. Χ. εννοεί τη μεταχείριση των λέξεων εκ μέρους ενός ποιητή και όχι ενός λεξικογράφου. Δεύτερον, στη σημείωση 41 ο Χ. Χ. γράφει ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη «έχει καταγράψει σοκαριστικά παραδείγματα», όπως αυτό που παρατίθεται στη φράση την κούνησα την αχλαδιά, και παραπέμπει σε δημοσίευμα του Γιάννη Χάρη (βλ. https://bit.ly/2VoiSfu). Μόνο που ο Γ. Χάρης ασκεί εντελώς διαφορετική κριτική. Συγκεκριμένα, θεωρεί κωμικά γλαφυρό το καταγεγραμμένο παράδειγμα. Δεν υπάρχει εδώ κανένα σοκαριστικό παράδειγμα. [1]

Ως προς τον τρόπο επιλογής λημμάτων, η Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη στο προαναφερθέν εξαιρετικό άρθρο της επισημαίνει εύστοχα ότι για τη νέα ελληνική «δεν διαθέτουμε ακόμη και σήμερα σώματα κειμένων τέτοιου μεγέθους ώστε να υποστηρίξουν αποτελεσματικά τη σύνταξη ερμηνευτικού λεξικού». Και οι Ιορδ.-Καμηλ. στην εργασία τους σημειώνουν σωστά για τα τρία ερμηνευτικά λεξικά που συγκρίνουν: «όχι στήριξη σε συγκροτημένη συλλογή σωμάτων κειμένων». Και ειδικά για το λεξικό του Χ. Χ. γράφουν: «Στον Πρόλογο αναφέρεται ασαφώς στήριξη σε “εκτενείς έντυπες και ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, σε ανοικτά και κλειστά σώματα κειμένων”». Ο Χ. Χ., από την άλλη, επιλέγει να κλείσει τα μάτια σε αυτή την πραγματικότητα και να θολώσει τα νερά με εντυπωσιοθηρικές δηλώσεις όπως: «Αν ίσχυε ο ισχυρισμός αυτός, [...] εγώ έπρεπε να κρυφτώ και να εξαφανιστώ από προσώπου της γης»! Ασχολούμαι επαγγελματικά με τη σύνταξη λημμάτων εδώ και 15-20 χρόνια και μπορώ να διαβεβαιώσω ότι η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη έχει απόλυτο δίκιο. Όλα αυτά τα χρόνια, σώματα κειμένων όπως του ΕΘΕΓ/ΙΕΛ δεν τα έχω χρησιμοποιήσει περισσότερο από μία εβδομάδα, γιατί είδα νωρίς ότι είναι ανεπαρκή. Βέβαια, στην τελευταία ανακοίνωσή μου στο συνέδριο της Πάτρας πρότεινα τρόπους να μετριαστεί αυτό το πρόβλημα και να γίνει εκ μέρους του λεξικογράφου το καλύτερο δυνατό ως προς τη συγκρότηση του λημματολογίου. Από εκεί και πέρα, όταν κατά τη σύνταξη ενός λήμματος συμβουλεύομαι λ.χ. το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη ή ένα ξένο γλωσσάρι επιστημονικών όρων, μια βάση δεδομένων συμβουλεύομαι. Το γεγονός αυτό όμως δεν αναιρεί την πραγματικότητα που περιγράφει παραπάνω η Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, η οποία εύστοχα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το ζήτημα της συγκρότησης μακροδομής που να στηρίζεται σε αντιπροσωπευτικά σώματα κειμένων παραμένει ζητούμενο». [2]

Ως προς την ετυμολογία, ο Χ. Χ. δέχεται ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη συγχρονική χρήση, δηλώνει ότι τη συγκεκριμένη θέση υποστηρίζει εδώ και τριάντα χρόνια και ότι φυσικά, όπως χαρακτηριστικά γράφει, την εφάρμοσε στο λεξικό του. Συμπληρώνει μάλιστα ότι, για να χρησιμοποιήσει κανείς σωστά τη λέξη κορόιδο, δεν χρειάζεται να ξέρει ότι αρχικά σήμαινε το κουρεμένο γίδι. Εδώ ο Χ. Χ. συγχέει δύο διαφορετικά θέματα, την υπερεκτίμηση της ετυμολογίας, η οποία δήθεν μας βοηθάει να μιλάμε σωστά, και την ποσότητα των ετυμολογικών πληροφοριών στο λήμμα ενός λεξικού. Ακόμα και αν όλοι αποκτούσαν γλωσσολογικές γνώσεις και συνειδητοποιούσαν τη διάκριση διαχρονίας-συγχρονίας, και πάλι θα υπήρχαν λόγοι για την καταγραφή ετυμολογικών πληροφοριών σε ένα λεξικό, ακόμα και αναλυτικών. Μπορεί κάποιος να ενδιαφέρεται για την ετυμολογία της λέξης άνθρωπος, χωρίς να πιστεύει ότι αυτό θα τον βοηθήσει να τη χρησιμοποιεί «σωστά». Η έκταση της ετυμολογικής ιστορίας σε ένα λεξικό είναι μάλιστα και θέμα που συνδέεται με γλωσσικές ιδεολογίες. Πάντως, με τη λογική του Χ. Χ., δεν θα έπρεπε να καταγράψει στο πεδίο της ετυμολογίας ούτε τη χρονολογία πρώτης εμφάνισης πολλών λέξεων, αφού ούτε αυτή βοηθάει στη «σωστή» χρήση τους. Είναι προφανές ότι το πώς λειτουργεί η ετυμολογία γενικά και το πόση ετυμολογία θα υπάρχει σε ένα λεξικό είναι δύο διαφορετικά θέματα.

Αυτά προς το παρόν.

[1] Ο Χ. Χ. ισχυρίζεται ότι οι Ιορδ.-Καμηλ. γράφουν για λέξεις όπως πούστης, κίναιδος και τοιούτος με «ανατριχιαστικές λεπτομέρειες». Καμία ανατριχιαστική λεπτομέρεια δεν υπάρχει. Λες και δεν μπορεί κανείς εύκολα να ανατρέξει στο άρθρο τους και να διαπιστώσει ότι, απλούστατα, οι δύο ερευνήτριες ανατρέχουν σε νεοελληνικά λεξικά και διαπιστώνουν ότι η τάδε λέξη έχει τη σημασία του παθητικού ομοφυλόφιλου και η δείνα απλώς του ομοφυλόφιλου. Ο Χ. Χ. υποστηρίζει ότι «οι σεξουαλικές προτιμήσεις, στάσεις και συμπεριφορές του κάθε ατόμου [...] δεν παρουσιάζονται ποτέ σε χρηστικά λεξικά [...]». Μα ο ίδιος ορίζει τον κίναιδο ως παθητικό ομοφυλόφιλο και οι Ιορδ.-Καμηλ. ασχολούνται με την ακρίβεια του ορισμού.

Παρομοίως, σχετικά με τις εκφράσεις που περιλαμβάνουν τη λέξη αρχίδι, ο Χ. Χ. γράφει ότι «ο σοβαρός λεξικογράφος ενός χρηστικού λεξικού» δεν θα παραθέσει «επεξηγηματικό παράδειγμα» χρήσης τέτοιων εκφράσεων από γυναίκα. Μα κανείς δεν έκανε λόγο για «επεξηγηματικό παράδειγμα». Ο ίδιος στο λεξικό του, στο λήμμα αρχίδι, σε άλλη έκφραση σημειώνει ότι χρησιμοποιείται από άνδρα, σε άλλη συνήθως από άνδρα κτλ. Οπότε, γεννάται το ερώτημα για την ακρίβεια των ορισμών που ο ίδιος συνέταξε ή ενέκρινε.  

[2] Οι Ιορδ.-Καμηλ. δεν έχουν δίκιο, όταν γράφουν ότι λ.χ. το ρήμα φτωχοποιώ, όπως αποδεικνύεται από την αναζήτησή του σε ένα σώμα κειμένων, δεν ανήκει στο γενικό λεξιλόγιο. Μέσω διαδικτυακής αναζήτησης διαφόρων τύπων ανευρίσκονται άφθονα παραδείγματα χρήσης. Ωστόσο, το συμπέρασμα του Χ. Χ. ότι οι Ιορδ.-Καμηλ. είναι αποκομμένες από την κοινωνική πραγματικότητα δεν προκύπτει από μια –έστω άστοχη– εκτίμηση. Όσο για το ειρωνικό σχόλιο του Χ. Χ. «Να χαίρονται τα σώματα κειμένων που έλαβαν υπόψη», η διαφορετική εικόνα που παρουσιάζει το ρήμα φτωχοποιώ και αναρίθμητες άλλες λέξεις αφενός σε ανεπαρκή σώματα κειμένων και αφετέρου στο διαδίκτυο αποκαλύπτει το κοινό μυστικό, ότι τα «σώματα κειμένων», οι «βάσεις δεδομένων» κτλ. είναι το Google. Τέλος, ένα άλλο ειρωνικό σχόλιο του Χ. Χ. για το φτωχοποιώ –«άκουσον, άκουσον, δεν υπάρχει αυτό το ρήμα στη Νεοελληνική!»– είναι άτοπο. Οι Ιορδ.-Καμηλ. έκαναν μια εσφαλμένη εκτίμηση, αλλά πουθενά δεν υποστήριξαν ότι το φτωχοποιώ είναι ανύπαρκτο στη νέα ελληνική.

Σχετικός σύνδεσμος:

https://www.facebook.com/groups/501111816569178/permalink/3603673759646286

«Να “αποστρατευθεί” ο… πυροβολικάριος»

  Ένας επιστολογράφος σχολιάζει τη λεζάντα μιας φωτογραφίας και, συγκεκριμένα, τη λέξη πυροβολικάριος: «Έχοντας υπηρετήσει τη στρατιωτική μο...