26.10.10

Σχετικά με τον πληθυντικό ευγενείας

Χθες το απόγευμα βρέθηκα στη δημοτική βιβλιοθήκη του Πειραιά και άκουσα έναν σύντομο διάλογο μεταξύ μιας υπαλλήλου της βιβλιοθήκης και ενός ηλικιωμένου κυρίου, επισκέπτη και αναγνώστη. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά κατάλαβα ότι συζητούσαν για γλωσσικά θέματα, γιατί κάποια στιγμή πήρε το αυτί μου να λέει η κυρία: «Έχουμε την ωραιότερη γλώσσα του κόσμου και την καταστρέφουμε». Η κουβέντα αυτή με έκανε να δώσω προσοχή, γιατί με ενδιαφέρουν διάφοροι αντιεπιστημονικοί ισχυρισμοί που υποδηλώνουν γλωσσικές προκαταλήψεις [1]. Κι ενώ λοιπόν παρακολουθούσα τη συνέχεια της συζήτησης με τεταμένη την προσοχή μου, άκουσα τον ηλικιωμένο κύριο να λέει στην υπάλληλο ότι ο ίδιος δεν χρησιμοποιεί πληθυντικό ευγενείας, γιατί το συγκεκριμένο είδος πληθυντικού, ως δημιούργημα των Βυζαντινών [2], δεν απαντά στην αρχαία ελληνική, και να της συνιστά να του μιλάει στον ενικό. Φαίνεται ότι την έπεισε με το επιχείρημά του. Το κατάλαβα, γιατί εκείνη τον αποχαιρέτησε λέγοντάς του: «Γεια σας. Εε…, συγγνώμη, ξεχάστηκα! Η συνήθεια, βλέπετε… Γεια σου, έπρεπε να πω» (!) Αυτό είναι δείγμα της αρχαιολατρίας των ημιμαθών, όχι της καλώς εννοούμενης αρχαιολατρίας, που δικαιολογημένα μπορεί να μας χαρακτηρίζει. Το να πει κάποιος «δεν χρησιμοποιώ πληθυντικό ευγενείας, γιατί δεν είχαν ούτε οι αρχαίοι Έλληνες» δεν στέκει. Μόνο αρχαιοελληνικά γλωσσικά στοιχεία χρησιμοποιούμε σήμερα; Δεν έχουν ενσωματωθεί στη νέα ελληνική μεταγενέστερα στοιχεία, γραμματικά, λεξιλογικά κ.ά.; Ο ίδιος ηλικιωμένος κύριος λέει και γράφει, χωρίς μάλλον να το έχει συνειδητοποιήσει, ένα σωρό πράγματα που γεννήθηκαν σε περιόδους μεταγενέστερες από αυτήν της αρχαίας ελληνικής. Για παράδειγμα, σίγουρα έχει χρησιμοποιήσει νεόπλαστες λέξεις, που δεν υπήρχαν στα αρχαία, όπως τη λέξη πολιτισμός, που χρησιμοποίησε πρώτος ο Αδαμάντιος Κοραής, για να αποδώσει το γαλλικό civilisation. Αν δεν χρησιμοποιεί πληθυντικό ευγενείας με το σκεπτικό ότι δεν τον χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες, τότε ας μη λέει ή γράφει ούτε πολιτισμός – αλλιώς, θα είναι ασυνεπής. Βεβαίως, πρόκειται για απόψεις που έρχονται σε σύγκρουση με τη γλωσσική πραγματικότητα. Η γλώσσα μιλιέται και πλάθεται λ.χ. και στα στρατόπεδα. Ας μιλήσει κάποιος στον διοικητή της μονάδας του στον ενικό και ας δει τις συνέπειες. Υπάρχει περίπτωση να αλλάξει αυτή η πραγματικότητα και οι στρατιώτες να αρχίσουν να μιλάνε στον διοικητή τους στον ενικό; Όχι, βέβαια. Επομένως, τι συζητάμε; Η άποψη υπέρ του ενικού και η σύσταση να αποφεύγεται ο πληθυντικός ευγενείας είναι εκτός τόπου και χρόνου. Επιπλέον, η σύσταση αυτή είναι εντελώς ανούσια, δεν αφορά κάποιο υπαρκτό θέμα, δεν επιλύει κάποιο πρόβλημα της γλώσσας. Ακόμη και το επιχείρημα ότι ο πληθυντικός ευγενείας αντανακλά τον καθωσπρεπισμό των υψηλότερων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων της παλιάς Αθήνας είναι αβάσιμο. Ακόμη και αν αυτό ισχύει, σήμερα πλέον έχει διαμορφωθεί μια συγκεκριμένη γλωσσική πραγματικότητα. Η χρήση ενικού αριθμού προϋποθέτει οικείο κλίμα. Η αρχή της γλωσσολογίας ότι περιγράφουμε και δεν ρυθμίζουμε ισχύει και στην προκειμένη περίπτωση. Θα πρέπει να δεχτούμε τον πληθυντικό ευγενείας όπως ακριβώς είναι πλέον στη νέα ελληνική: ως αναπόσπαστο τμήμα της σημερινής γλωσσικής πραγματικότητας.

[1] Δεν υπάρχουν ωραίες και άσχημες γλώσσες, ως εκ τούτου δεν υπάρχει γλώσσα που είναι η ωραιότερη, άρα ούτε η ελληνική είναι η ωραιότερη. Επίσης, η καταστροφή της γλώσσας δεν έχει επιστημονική βάση και δεν είναι τυχαίο ότι κανείς ειδικός δεν μιλάει με τέτοιους όρους.

[2] Ο πληθυντικός ευγενείας εισήχθη στην ελληνική τον 19ο αιώνα, με επίδραση από τα γαλλικά. Σημασία έχει πάντως ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της σύγχρονης γλωσσικής πραγματικότητας.

22.10.10

Σχετικά με τη λέξη εφικτότητα

«Κι όμως, υπάρχει και κάτι ακόμα για να σχολιάσει κανείς, ίσως το χειρότερο: ότι η κυρία Υπουργός έχει επιστρατεύσει ακόμα κι εταιρείες –την εταιρεία “Πλάνετ”– για να κάνει τα γράμματα πιο αγοραία, πιο χρηστικά, πιο διαδραστικά με τις μπίζνες, πιο απασχολήσιμα.
Και μόνον ότι η εταιρεία αυτή (υποκαθιστώντας τους επτά σοφούς) συντάσσει “μελέτη εφικτότητας” (!!!) για τα προγράμματα σπουδών, αποδεικνύει ότι αρκεί να’ναι κανείς τρισβάρβαρος για να θεωρείται μοντέρνος και κάργα προχώ.
Καθ’ ότι η “εφικτότητα” δεν είναι απαραιτήτως ένας ακόμα πασόκιος βαρβαρισμός, αλλά είναι οπωσδήποτε ένα ακόμα ίχνος της βλακείας που μαζί με την αγραμματοσύνη, τον “εκσυγχρονισμό” και τις “μεταρρυθμίσεις” “συνωστίζονται” τα τελευταία χρόνια, ποιος θα μας εκπαιδεύσει καλύτερα στην υποταγή, στην ήσσονα προσπάθεια, στον ωχαδερφισμό, εν τέλει στην προσαρμογή στη “Μηχανή”!»
Στάθης Σταυρόπουλος, «γράμματα, χασάπη…» (Ελευθεροτυπία, 20/10/2010)
Η αρνητική αξιολόγηση –και μάλιστα με τόσο έντονο ύφος– της νεότευκτης λέξης εφικτότητα είναι γλωσσολογικά αδικαιολόγητη. Ας αντιμετωπίσουμε ψύχραιμα και λογικά το θέμα και ας αναρωτηθούμε για ποιον λόγο ή με ποιο κριτήριο αξιολογείται αρνητικά η δημιουργία και χρήση της νέας αυτής λέξης. Πιστεύω ότι η μόνη αιτία είναι η μη εξοικείωσή μας με τη συγκεκριμένη λέξη, αφού πρόκειται για νεολογισμό. Κατά τα άλλα, η παραγωγή του ουσιαστικού εφικτότητα από το επίθετο εφικτός είναι κανονική: το εφικτός έδωσε το εφικτότητα, όπως λ.χ. το αντίπαλος έδωσε το αντιπαλότητα. Δεν αρνούμαι ότι στη δημιουργία νέων λέξεων μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση ή υπερβολή. Αλλού είναι το θέμα. Όταν κάποιος επικρίνει τόσο αυστηρά την εμφάνιση μιας νέας λέξης, δείχνει ότι δεν έχει σφαιρική εικόνα των πηγών του νεοελληνικού λεξιλογίου. Τα πράγματα έχει βάλει στη θέση τους προ πολλού ο Εμμ. Κριαράς, όταν έγραφε μέσα στη δεκαετία του ’80 το αυτονόητο για όποιον έχει επαφή με τη γλωσσολογία (Κριαράς 1988:111): «Νεολογισμοί δημιουργούνται σε όλες τις εποχές και σε όλες τις γλώσσες […]. Να σας θυμίσω τέτοιους [λεξιλογικούς] νεολογισμούς, που δεν είναι μάλιστα εντελώς σημερινοί, αλλά έχουν ήδη ενταχθεί στη ζωή μας και κανείς δε συζητεί το χαρακτήρα των λέξεων αυτών: αεροπλάνοαλεξιπτωτιστήςκοσμοναύτηςπύραυλος […]». Όπως έχω πει και με άλλες αφορμές, οι περισσότεροι σχολιαστές γλωσσικών θεμάτων, λόγω άγνοιας, δεν λαμβάνουν υπόψη ότι η γλώσσα εξελίσσεται. Αν είχαν τις σχετικές γνώσεις, θα συνειδητοποιούσαν ότι αύριο δεν θα συζητούνται καν μερικά από αυτά που μας ξενίζουν στη γλώσσα σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Κριαράς (1988: 113) εντάσσει σε μια κατηγορία που ονομάζει «λέξεις-σιδηρόδρομους, λέξεις ενοχλητικές και στο αφτί και στο μάτι» και τη λέξη αποστασιοποίηση. Σήμερα, εν έτει 2010, ποιος ενοχλείται από τη συγκεκριμένη λέξη; Ο ίδιος ο Στάθης Σταυρόπουλος χρησιμοποιεί τη λέξη ωχαδερφισμός. Νεολογισμός δεν είναι και αυτή; Όταν ακούστηκε για πρώτη φορά, δεν μας ξένισε; Τα όσα προανέφερα δεν σημαίνουν βέβαια ότι η λέξη εφικτότητα θα επικρατήσει. Ο χώρος των γλωσσικών προβλέψεων είναι σκοτεινός και ο χρόνος θα δείξει. Πάντως, ο ενημερωμένος γλωσσολογικά σχολιαστής αναμένεται να αντιμετωπίζει πιο νηφάλια διάφορα γλωσσικά θέματα, όπως τη χρήση νεολογισμών ή την απόκλιση από γλωσσικούς κανόνες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ
Κριαράς Εμμ. 1988: Τα πεντάλεπτά μου στην Ε.Ρ.Τκαι άλλα γλωσσικάΒ΄ έκδοση με προσθήκες (Θεσσαλονίκη: Μαλλιάρης-Παιδεία).