23.11.12

«Ο πόλεμος των φθόγγων, απολογισμός της Φωνηεντιάδας»

1) Γράφει η Μ. Κατσογιάννου σε σχόλιό της στο ιστολόγιο του Ν. Σαραντάκου ότι ο συγγραφέας του βιβλίου «Ο πόλεμος των φθόγγων» δεν αντιλαμβάνεται (εννοείται, στις σελίδες του βιβλίου αυτού) πόσο απαραίτητη είναι η συνεργασία των ειδικών. Πραγματικά, μένω άναυδος. Δεν θα μπω στη διαδικασία να παραπέμψω αναλυτικά σε διάφορα σημεία του βιβλίου. Ο ανυποψίαστος (για το τι πράγματι ισχύει) αναγνώστης ας ανατρέξει μόνο στον επίλογο του βιβλίου. Αρκούμαι στο να παραπέμψω μόνο εκεί — πουθενά αλλού. Διαβάστε προσεκτικά τι γράφεται στον επίλογο και πείτε μου αν έχει την παραμικρή σχέση με την πραγματικότητα ο ισχυρισμός ότι ο συγγραφέας του βιβλίου δεν αντιλαμβάνεται πόσο απαραίτητη είναι η συνεργασία των ειδικών.

Σημειωτέον ότι στις σελίδες 31, 32, 35, 54, 57, 68, 71, 73, 76, 77, 79 του βιβλίου «Ο πόλεμος των φθόγγων» είτε γίνεται λόγος απλώς είτε και εκφράζονται θετικά σχόλια για την παρέμβαση των 140 γλωσσολόγων. Επίσης, στη σελίδα 31 αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα δύο από τους «140» και χαρακτηρίζονται «εξαιρετικά, μεστά και αναλυτικά» τα σχόλιά τους στο διαδίκτυο, ενώ προστίθεται: «Είναι ευτύχημα ότι υπάρχουν διαδικτυακοί χώροι όπου μπορείς να διαβάσεις τέτοια κείμενα». Στη σελίδα 77 γίνεται λόγος για έναν από τους «140», δηλώνεται ρητά ότι ανήκει στους «140» και φυσικά αναφέρεται ως έγκυρη πηγή πληροφόρησης. Στη σελίδα 108 γράφεται για 3 γλωσσολόγους από τους «140» ότι σε δύο γκρουπ του facebook «μπορεί να διαβάσει κανείς μεστά σχόλια αξιόλογων επιστημόνων», όπως οι τάδε (αναφέρονται ονομαστικά), ενώ προστίθεται: «Χαίρεσαι να διαβάζεις τέτοια κείμενα. Ας ελπίσουμε ότι θα πληθύνουν». Θα μπορούσα να γράψω και άλλα, σταματώ όμως εδώ. Συγκρίνετε τώρα τα παραπάνω και κυρίως όλο το βιβλίο με το προαναφερθέν σχόλιο της Μ. Κατσογιάννου, σύμφωνα με το οποίο ο συγγραφέας «επέλεξε να αγνοήσει τους ειδικούς».

Γενικά δεν ισχύει τίποτε από τα όσα γράφει η Μ. Κ. στη σχετική συζήτηση (πρόκειται για το σχόλιο 70). Δεν αγνόησα τους ειδικούς, και μάλιστα για προσωπικούς λόγους, ούτε αποδυναμώνω τη θέση όλων μας (έχω άλλωστε τέτοια δύναμη;) ούτε δημιουργώ προηγούμενο «αποκλεισμού» των ειδικών ούτε θέτω έμμεσα τις βάσεις για την αμφισβήτησή τους. Όλα αυτά είναι συλλογιστικά άλματα. Πρόκειται για ισχυρισμούς που βασίζονται στην εσφαλμένη εντύπωση ότι αγνόησα τους γλωσσολόγους. Στην πραγματικότητα, δεν τους αγνόησα καθόλου: Αναφέρομαι επανειλημμένα στην ανακοίνωση των 140 (λ.χ. στις σελ. 76 και 79 του βιβλίου) ως έγκυρη πηγή πληροφόρησης. Ειδικά στη σελ. 76 παραπέμπω όχι μόνο στην παραπάνω δήλωση, αλλά και στην ανακοίνωση των μελών της συγγραφικής ομάδας. Και γενικότερα, τονίζω τη σημασία της εξειδικευμένης γνώσης και τον ρόλο του ειδικού σε θέματα γλώσσας. Στη σελ. 62 λ.χ. γράφω:
«Ο γλωσσολόγος θα μας πει πόσα φωνήεντα έχει η Νέα Ελληνική, όπως ο αστρονόμος θα μας πει πόσοι είναι οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος. Το ότι χρησιμοποιούμε όλοι τη γλώσσα δεν σημαίνει ότι η ίδια η γλώσσα δεν αποτελεί συγχρόνως αντικείμενο επιστημονικής μελέτης. Και την επιστημονική έρευνα διεξάγουν οι ειδικοί επιστήμονες. Αυτοί λοιπόν θα μας πουν πόσα φωνήεντα-φωνηεντικούς φθόγγους έχει η Νεοελληνική».
2)
«Ακατανόητο είναι, τέλος, για ποιο λόγο ο Αργυρόπουλος, ενώ παραλείπει τις ενστάσεις όλων των επιφανών γλωσσολόγων, παραθέτει, σαν μοναδικά δείγματα επώνυμης αντίδρασης μη γλωσσολόγων στους φωνηεντομάχους, μια ανακοίνωση της… Δράσης (του πολιτικού κόμματος του Στ. Μάνου!) και μια τοποθέτηση του συγγραφέα Χ. Χωμενίδη! Δηλαδή αν έγραφα εγώ το βιβλίο θα έπρεπε να βάλω μόνο τα άρθρα της Αυγής ή του Π. Μπουκάλα και να αποσιωπήσω όλα τα άλλα; Αστείο δεν είναι; Αλλά έτσι δεν κερδίζει σε εγκυρότητα το βιβλίο, αντίθετα ο συγγραφέας εκτίθεται» (sarant).
Καταρχήν, δεν αποσιώπησα τίποτα. Η μη παράθεση αυτούσιου του κειμένου κάποιου, του οποιουδήποτε, δεν συνιστά αποσιώπηση του κειμένου. Αποσιώπηση σημαίνει να κρύψω ότι υπάρχει κείμενο. Για τα κείμενα που δήθεν αποσιώπησα κάνω λόγο και σε διάφορα κεφάλαια του βιβλίου και στις πηγές. Σημειωτέον ότι και η έκφραση «να βάλω μόνο τα άρθρα» που είδαμε παραπάνω είναι ασαφής και παραπλανητική. Αφήνει να εννοηθεί ότι εγώ δεν ανέφερα καν άρθρα αριστερών. Παραπλανητική είναι, βέβαια, στο παραπάνω απόσπασμα και η χρήση του ρήματος αποσιωπώ.

Παραθέτω το απόσπασμα του Χωμενίδη όχι γιατί συμφωνώ ιδεολογικά μαζί του (το καλοκαίρι ούτε που ήξερα πού ανήκει ιδεολογικά ο Χωμενίδης — τυχαία το συμπέρανα μέσω fb), αλλά γιατί η «Καθημερινή» δημοσίευσε το άρθρο του Πολύδωρα στο ίδιο φύλλο και στην ίδια σελίδα με του Χωμενίδη (28/7/2012). Δεν έχει δηλ. ιδεολογικό χαρακτήρα η παράθεση τμήματος του άρθρου του Χωμενίδη. Η απάντηση βρίσκεται στις σελίδες 58 και 59 του βιβλίου. Γράφω εκεί ότι ευτυχώς η «Καθημερινή» δημοσίευσε στο ίδιο φύλλο και στην ίδια σελίδα όχι μόνο το άρθρο του Πολύδωρα, αλλά και το άρθρο του Χωμενίδη, «έστω και αν είναι συζητήσιμες μερικές απόψεις του για τα γλωσσικά».

Ως προς την ανακοίνωση της «Δράσης»: Καμία υποχρέωση δεν είχα να τηρήσω τις συμμετρίες και να κρατήσω ίσες αποστάσεις. Στο προηγούμενο βιβλίο μου εξάλλου παρέθετα κείμενα και των Π. Μπουκάλα, Γ. Χάρη κ.ά., χωρίς να με ενοχλεί ότι πρόκειται για αριστερούς. Ίσα ίσα μάλιστα. Μπορεί να έπαιξε ρόλο ότι συμφωνώ σε πολλά με τον Στέφανο Μάνο (εγώ για λόγους ειρωνείας θα έβαζα αποσιωπητικά και θαυμαστικό αναφερόμενος στο κόμμα που υποστηρίζει ο Ν. Σ. και στον αρχηγό του — γιατί όχι, άλλωστε;), μπορεί να έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι η «Δράση» ήταν το μόνο κόμμα που εξέδωσε δελτίο Τύπου για το θέμα της γραμματικής. Και βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν εκτίθεμαι. Εκτός αν «έκθεση» σημαίνει ότι υποδηλώνεται η ιδεολογία μου μέσω ορισμένων επιλογών. Και πάλι, δεν έχω κανένα πρόβλημα, ας υποδηλώνεται.

3)
«Δεύτερη και πιο ουσιαστική αντίρρηση: λείπουν εντελώς από το βιβλίο οι απόψεις άλλων γλωσσολόγων που αντιπαρατέθηκαν στους φωνηεντομάχους. Η έλλειψη αυτή είναι πολύ σοβαρή και λιγοστεύει αρκετά την αξία του βιβλίου ως υλικού αναφοράς και τεκμηρίωσης. Μάλιστα, έχει και κάποια σημασία ότι στους φωνηεντομάχους αντιτάχθηκαν όχι μόνο οι συγγραφείς του βιβλίου, αλλά και 140 γλωσσολόγοι που συνυπέγραψαν απαντητική επιστολή, ο Γ. Μπαμπινιώτης, ο Ιω. Καζάζης και το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, ακόμα και ο υπουργός Παιδείας Κ. Αρβανιτόπουλος. Αυτό έχει σημασία, γιατί μπορεί ο απρόσεχτος αναγνώστης να σχηματίσει την εντύπωση ότι ο επιστημονικός κόσμος στάθηκε ουδέτερος στη διαμάχη, ενώ έπρεπε να τονισθεί ότι κανείς γλωσσολόγος δεν υποστήριξε τις αντιεπιστημονικές θέσεις των φωνηεντομάχων, ότι τα αρμόδια όργανα της πολιτείας έδωσαν απερίφραστη απάντηση» (sarant).
Έστω και χωρίς να παραθέτω αυτούσια τα άρθρα ή αποσπάσματα άρθρων άλλων γλωσσολόγων, έχω ενσωματώσει στα δικά μου κείμενα όλες τις απόψεις των γλωσσολόγων, και μάλιστα τις έχω αναπτύξει.

Δεν έχω υποχρέωση να καλύψω «δημοσιογραφικά» το θέμα συμπεριλαμβάνοντας στο βιβλίο και κείμενα άλλων. Γράφω το δικό μου βιβλίο. Όποιος θέλει, με βάση τις βιβλιογραφικές πηγές, ας βρει και τα κείμενα των άλλων.

(Προσθήκη: Σε πρόσφατη συζήτηση που είχαμε, ένας από τους 140 γλωσσολόγους μού είπε χαρακτηριστικά σχετικά με το κείμενό τους, που δεν παραθέτω αυτούσιο στο βιβλίο μου: «Δεν ξέρω γιατί θα έπρεπε να το παραθέτεις».)

Ο αναγνώστης που θα σχηματίσει την εντύπωση ότι ο επιστημονικός κόσμος στάθηκε ουδέτερος στη διαμάχη για τη γραμματική θα είναι πράγματι απρόσεκτος. Το συμπέρασμα ότι υπάρχει και δεύτερη άποψη στον κύκλο των γλωσσολόγων για το θέμα της γραμματικής δεν προκύπτει από πουθενά — από κανένα σημείο του βιβλίου. Ωστόσο, δεν έχω αντίρρηση, στην επόμενη έκδοση του βιβλίου, αν πραγματοποιηθεί, να δηλώσω εμφατικά ότι όλοι οι γλωσσολόγοι συμφωνούν μεταξύ τους ως προς το συζητούμενο θέμα.

10.11.12

«Νέο Βιβλίο Γραμματικής»

Ο Ιωάννης Γ. Κουλούρης, που υπογράφει ως Δρ Μηχανολόγος – Ηλεκτρολόγος ΕΜΠ, σε επιστολή του στην «Καθημερινή» (12/10/2012) γράφει:
«Κύριε διευθυντά
»Σε απάντηση επιστολής των συγγραφέων του νέου βιβλίου της Ε΄ και Στ΄ Δημοτικού, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα σας της 11-9-2012, θα ήθελα να εκφράσω τα εξής: 
»Οι ανωτέρω συγγραφείς κακώς καταφέρονται κατά του ακαδημαϊκού κ. Κουνάδη, ο οποίος πολύ σωστά χαρακτήρισε το κεφάλαιο του βιβλίου τους με τίτλο “μιλώ και γράφω” ως προσπάθεια εισαγωγής και προώθησης της φωνητικής ορθογραφίας. Πράγματι με τίποτα δεν δικαιολογείται ο τίτλος του κεφαλαίου αυτού. Κατ’ αρχήν κανείς δεν μιλά και γράφει ταυτόχρονα. Είτε θα μιλά, είτε θα γράφει, είτε θα διαβάζει (σιωπηλά ή φωναχτά). Επομένως ο ανωτέρω τίτλος το μόνο νόημα που μπορεί να έχει (και προφανώς αποτελεί και τον απώτερο στόχο των συγγραφέων), είναι να προτρέψει τα παιδιά να μιλούν και στη συνέχεια να γράφουν όπως μιλούν».
Πώς να επιχειρηματολογήσεις εναντίον ανθρώπων που έχουν τέτοιες γλωσσικές ιδεοληψίες και προκαταλήψεις, όπως ο ακαδημαϊκός Κουνάδης και οι υποστηρικτές του; Θαυμάστε επιχείρημα που διατυπώνεται στο ανωτέρω παράθεμα! Δηλαδή «μιλώ και γράφω» δεν σημαίνει τίποτε άλλο από το «μιλώ και στη συνέχεια γράφω όπως μιλώ»… Μα είναι δυνατόν να υποστηρίζονται τέτοια πράγματα και μια σοβαρή εφημερίδα να μη φροντίζει να φιλοξενεί παράλληλα, στο ίδιο φύλλο ει δυνατόν, ένα σοβαρό απαντητικό σχόλιο; Η «άποψη» (είναι τόσο αστεία, που ούτε καν άποψη μπορεί να χαρακτηριστεί) ότι η επικεφαλίδα «μιλώ και γράφω» του δεύτερου μέρους του βιβλίου συμβάλλει στην εισαγωγή και προώθηση της φωνητικής γραφής και προτρέπει τα παιδιά να γράφουν όπως μιλούν αποτελεί αστειότητα. Το «μιλώ και γράφω – φθόγγοι, γράμματα και συλλαβές», δηλαδή η επαναλαμβανόμενη επικεφαλίδα ολόκληρου του δεύτερου μέρους του βιβλίου, δικαιολογείται για τον απλούστατο λόγο ότι αυτό το δεύτερο μέρος αφορά και την προφορά και τη γραφή, και φθόγγους και γράμματα, σε ξεχωριστά κεφάλαια.

Στη σελίδα 39 της σχολικής γραμματικής υπάρχει ένα χαρακτηριστικό παράθεμα. Ένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου λέει (τα έντονα γράμματα είναι των συντακτών της γραμματικής):
«Εντάξει, καταλαβαίνω ότι τα [α], [θ], [ντ], [ου] κτλ. συμβολίζουν τους ήχους που χρησιμοποιώ όταν μιλάω. Όταν γράφω, όμως, χρησιμοποιώ το ελληνικό αλφάβητο (α, β, γ, δ, ε, ζ…), που αποτελείται από 24 γράμματα
Και μόνο αυτά τα λόγια είναι ικανά να αναιρέσουν τους ισχυρισμούς διαφόρων επιστολογράφων της «Καθημερινής», αλλά και να δείξουν πόσο αστείοι είναι, εκτός από άστοχοι, άτοποι, εσφαλμένοι.
«Είναι επίσης προφανές ότι το βιβλίο αυτό έχει γραφεί με πρότυπα γραμματικής άλλων γλωσσών. Ενώ παραθέτουν πλήθος φιλολογικών ακροβασιών και ασυναρτησιών με στόχο τις απόψεις του ανωτέρω ακαδημαϊκού, αλλά και της τεράστιας πλειοψηφίας του ελληνικού λαού που έχει μείνει άναυδος από το περιεχόμενο του βιβλίου τους, δεν αναφέρονται καθόλου στην ουσία των αιτιάσεων εναντίον του».
Ποια είναι τα «πρότυπα γραμματικής άλλων γλωσσών»; Η καταγραφή των φθόγγων της νέας ελληνικής συνιστά συμμόρφωση με γραμματική περιγραφή άλλων γλωσσών; Δεν έχει φθόγγους η νεοελληνική, και μάλιστα αυτούς που καταγράφονται στη γραμματική του δημοτικού;

Καμία φιλολογική ή άλλη ακροβασία ή ασυναρτησία δεν παραθέτουν οι συντάκτες της γραμματικής. Είδαμε ποιοι γράφουν ασυναρτησίες – τα όσα αφορούν την επικεφαλίδα «μιλώ και γράφω» είναι ενδεικτικά.
Πώς γνωρίζει ο επιστολογράφος ποιες είναι οι απόψεις «της τεράστιας πλειοψηφίας του ελληνικού λαού»; Έχει κάνει καμιά δημοσκόπηση; Και πώς ξέρει ότι ο λαός «έχει μείνει άναυδος από το περιεχόμενο του βιβλίου»; Μήπως εκπροσωπεί τον ελληνικό λαό; Αλλά ακόμα και αν αληθεύουν τα περί του ελληνικού λαού, δεν ξέρει ο επιστολογράφος ότι η επιστημονική αλήθεια δεν ρυθμίζεται από την «πλειοψηφία»;

Επίσης, εννοείται ότι οι συγγραφείς της γραμματικής στην επιστολή τους αναφέρονται στην ουσία των αιτιάσεων εναντίον του βιβλίου – ο Ι. Γ. Κουλούρης δηλώνει για λόγους εντυπώσεων το αντίθετο, όμως τον διαψεύδει η ίδια η επιστολή. Οι συντάκτες του σχολικού βιβλίου λ.χ. δίνουν απάντηση στον Α. Ν. Κουνάδη για την κατηγορία ότι το βιβλίο προτείνει ή διευκολύνει την επιβολή της φωνητικής γραφής, ότι κατά τη συγγραφή του δεν ζητήθηκε η γνώμη δασκάλων και ότι οι ίδιοι έχουν υιοθετήσει στοιχεία από εγχειρίδια για την αγγλική γλώσσα. Αυτά δεν αναφέρει ο Α. Ν. Κουνάδης; Σε αυτά δεν απαντούν οι συγγραφείς της γραμματικής; Τι άλλο θέλει ο Ι. Γ. Κουλούρης;
«Εδώ θέλω να τονίσω ότι τα αναφερόμενα στο βιβλίο τους είναι εντελώς λανθασμένα. Στην ομιλούμενη ελληνική γλώσσα δεν υπάρχουν μονοσήμαντοι [sic] φθόγγοι “γκ”, “μπ” και “ντ”, γιατί διαφορετικά προφέρεται π.χ. το φωνητικό σύμπλεγμα “ντ” στις λέξεις “ντάμα” και “έντομο”, διαφορετικά το “γκ” στις λέξεις “γκέτο” και “έγκλημα”, διαφορετικά το “μπ” στις λέξεις “μπόρα” και “έμπορος” κ.λπ. κ.λπ. Εάν οι συγγραφείς μεταβούν στα χωριά τους και θελήσουν να προφέρουν τα ανωτέρω συμπλέγματα με τον τρόπο που προτείνουν στο βιβλίο τους προφανώς θα τους εκλάβουν για ξένους που έμαθαν και ελληνικά. Αντίθετα οι φθόγγοι-σύμφωνα “ξ” και “ψ” προφέρονται πάντοτε εντελώς μονοσήμαντα και αποτελούν αυτόνομα γράμματα».
Αν ο Ι. Γ. Κουλούρης είχε διαβάσει, και μάλιστα προσεκτικά, το σχολικό εγχειρίδιο, θα είχε πληροφορηθεί ότι οι συγγραφείς δεν εξετάζουν λεπτομερώς τους φθόγγους της γλώσσας. Το δηλώνουν στον πρόλογο του βιβλίου, στη σελίδα 5, και εξηγούν το γιατί. Το αν προφέρεται διαφορετικά το «ντ» στα «ντάμα» και «έντομο» δεν είναι θέμα που έχει θέση στην ύλη μιας γραμματικής για τις δύο τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Οι πολέμιοι του βιβλίου από τη μια συντάσσονται με τη Γ. Ξανθάκη, που το θεωρεί δύσκολο, και από την άλλη θεωρούν παράλειψη το γεγονός ότι δεν εξηγείται σε παιδιά 11 και 12 ετών πώς προφέρεται το «γκ» στα «γκέτο» και «έγκλημα». Και όχι, κανείς δεν θα σε περάσει για ξένο αν δεν προφέρεις [éndomo] αλλά [édomo]. Υπάρχει και αυτή η προφορά, και μάλιστα σε φυσικούς ομιλητές της ελληνικής.
Ο ερασιτεχνισμός του Ι. Γ. Κουλούρη φαίνεται ξεκάθαρα από την εξής διατύπωση:
«Αντίθετα οι φθόγγοι-σύμφωνα [sic] “ξ” και “ψ” προφέρονται πάντοτε εντελώς μονοσήμαντα [sic] και αποτελούν αυτόνομα γράμματα».
Τα «ξ» και «ψ» δεν είναι «φθόγγοι-σύμφωνα» – το καθένα από αυτά αποτελεί γραπτό σύμβολο δύο φθόγγων. Δύο φθόγγους απεικονίζει το «ξ», δύο φθόγγους αντιπροσωπεύει και το «ψ».
«Όσο για τον περιορισμό των φωνηέντων από επτά σε πέντε, αυτό υπερβαίνει κάθε όριο ανοχής».
Δεν υπάρχει «περιορισμός των φωνηέντων από επτά σε πέντε». Οι φωνηεντικοί φθόγγοι της νέας ελληνικής είναι πράγματι πέντε – επτά είναι συνολικά τα γραπτά σύμβολα με τα οποία αποτυπώνονται. Μάλλον κάθε όριο ανοχής υπερβαίνει ο ερασιτεχνισμός μερικών.
«Αντί να πουν στα παιδιά ότι τα φωνήεντα είναι επτά και εμείς τώρα ορισμένα από αυτά συνήθως τα προφέρουμε με τον ίδιο τρόπο, λένε ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή υπάρχουν πέντε φθόγγοι-φωνήεντα και εμείς, προφανώς από μαζοχισμό, μερικούς τους γράφουμε άλλοτε με τον ένα και άλλοτε με τον άλλο τρόπο».
Δεν λένε ότι τα φωνήεντα είναι επτά, γιατί ο όρος «φωνήεν» αφορά φθόγγο, όχι γράμμα. Επομένως, τα φωνήεντα, δηλαδή οι φωνηεντικοί φθόγγοι, είναι πέντε. Ναι, όντως υπάρχουν πέντε φθόγγοι-φωνήεντα. Δεν γράφουμε τον έναν έτσι και τον άλλο αλλιώς «από μαζοχισμό», αλλά γιατί το καθένα από τα «ι», «η», «υ» αντιπροσώπευε στην αρχαιότητα διαφορετική προφορά, το «η» λ.χ. αντιστοιχούσε σε μακρό [ε]. Αλλά αυτά δεν μπορούν να διδαχτούν σε παιδιά του δημοτικού. Πάντως, αυτή η ποικιλία των «ι», «η», «υ» στον γραπτό λόγο δεν υπάρχει «από μαζοχισμό».
«Εδώ έρχονται σε αντίθεση με την πάγια καθιερωμένη γνώση όλων των γενεών των Eλλήνων, η οποία εκφράζεται χαρακτηριστικά ακόμα και σε λαϊκά άσματα, όπως αυτό που λέει “εγώ δεν έχω πάει στο σχολείο, και ούτε ξέρω γράμματα πολλά, ξέρω πως ένα κι ένα κάνουν δύο και πως τα φωνήεντα είναι εφτά”».
Ο επιστολογράφος της «Καθημερινής» μάλλον δεν γνωρίζει ότι η επιστημονική αλήθεια και γνώση δεν εξαρτάται από «την πάγια καθιερωμένη γνώση όλων των γενεών» ενός λαού, αλλά μπορεί κάλλιστα να έλθει σε αντίθεση με αυτήν. Αλλιώς, δεν θα υπήρχε επιστήμη, θα μέναμε σε ό,τι αποτελεί «πάγια καθιερωμένη γνώση όλων των γενεών». Η σύγχρονη γλωσσολογία διδάσκει ότι ο όρος «φωνήεν», όπως και ο όρος «σύμφωνο», έχει νόημα μόνο όταν αποδίδεται σε φθόγγο, σε έναρθρο ήχο, σε στοιχείο προφοράς. Δεν είναι φωνήεν ή σύμφωνο ένα γράμμα, ένα γραπτό σύμβολο. Το «ύψιλον» λ.χ. είναι γράμμα που αντιστοιχεί σε φωνηεντικό φθόγγο στην περίπτωση του «πύλη» και σε συμφωνικό στην περίπτωση του «αύριο».
«Είναι εντελώς προκλητική και απευθύνεται σε διανοητικά καθυστερημένους η αναφορά τους ότι μέχρι τώρα (μάλλον από πνευματική ανωτερότητα όπως αφήνουν να εννοηθεί) δεν απάντησαν στα πολυάριθμα σχόλια και δημοσιεύματα όσων κατακρίνουν το βιβλίο τους. Η πραγματικότητα είναι ότι προφανώς δεν ήθελαν να δώσουν έκταση στο θέμα, για να περάσει ο χρόνος και το βιβλίο τους να επιβληθεί ως τετελεσμένο γεγονός στα σχολεία και να μην υπάρξει χρόνος να αποσυρθεί, όπως ασφαλώς θα γίνει κάποτε, ελπίζω το συντομότερο».
Μπράβο στον Ι. Γ. Κουλούρη, που μας διαφωτίζει για το ποια είναι η «πραγματικότητα», αφού μάλλον είναι σε θέση να ανιχνεύει τις προθέσεις των άλλων.
«Εδώ επιθυμώ να ρωτήσω τον αρμόδιο κ. υπουργό: α) Ποιος ο λόγος να γίνει συγγραφή νέου βιβλίου γραμματικής, αφού αυτό που υπήρχε εξυπηρετούσε άριστα τις ανάγκες μέχρι τώρα;»
Μα ποιος θα κρίνει ποιο εγχειρίδιο εξυπηρετεί άριστα τις ανάγκες των μαθητών; Ένας απόφοιτος του ΕΜΠ μέσω επιστολής στην «Καθημερινή» ή οι αρμόδιοι επιστήμονες;
«β) Με ποια διαδικασία έγινε η ανάθεση της συγγραφής στη συγκεκριμένη ομάδα; γ) Ποιος αξιολόγησε την καταλληλότητα του βιβλίου και την άμεση εισαγωγή του στα σχολεία, όταν μάλιστα αρμόδια όργανα, όπως η Ακαδημία Αθηνών, είχαν εκφράσει τις αντιρρήσεις τους;»
Ας διαβάσει ο Ι. Γ. Κουλούρης το σχετικό δελτίο Τύπου που έχει εκδοθεί από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας και τον πρόεδρό του, καθηγητή Ιωάννη Καζάζη.
«δ) Είναι κατάλληλο το βιβλίο αυτό για μαθητές της Ε΄ και της Στ΄ Δημοτικού και δεν τους μπερδεύει όταν ανατρέπει καθιερωμένες γνώσεις τους;»
Καμία καθιερωμένη γνώση δεν ανατρέπει. Έπιασε ο πόνος μερικούς επιστολογράφους της «Καθημερινής» για το αν είναι παιδαγωγικά κατάλληλο ένα σχολικό βιβλίο… Αν δεν είχε ξεσπάσει ο σάλος για τη δήθεν κατάργηση γραμμάτων, θα ασχολούνταν με το συγκεκριμένο βιβλίο; Γιατί δεν αναρωτιούνται για την παιδαγωγική καταλληλότητα λ.χ. ενός σχολικού βιβλίου μαθηματικών για το δημοτικό;
«Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι δυνατό να προκαλέσει μεγάλη εθνική βλάβη στο θέμα των Σκοπίων, αφού ως γνωστόν το κυριότερο επιχείρημά μας είναι ότι οι Σκοπιανοί δεν διαθέτουν το κυριότερο χαρακτηριστικό ενός κράτους, δηλαδή τη γλώσσα, και προσπαθούν να παρουσιάσουν ένα γλωσσικό νεόπλασμα ως δήθεν μακεδονική γλώσσα. Τώρα θα μπορούν και αυτοί να ισχυρίζονται ότι και η νέα ελληνική γλώσσα λίγη σχέση έχει με την παλαιά, αφού ακόμα και στα σχολεία τους διδάσκουν περίπου τους αγγλικούς φθόγγους».
Συγχαρητήρια στον επιστολογράφο! Το σκέφτηκε πολύ αυτό που έγραψε; Μπορεί να προκαλέσει μεγάλη εθνική βλάβη η καταγραφή των πέντε φωνηεντικών φθόγγων της νέας ελληνικής; Μερικοί πολέμιοι του βιβλίου δεν έχουν συλλάβει τι ισχυρίζονται και δεν έχουν αίσθηση του μέτρου.
Η αναφορά του επιστολογράφου σε διδασκαλία αγγλικών φθόγγων (!) δείχνει θλιβερό ερασιτεχνισμό, ενώ η αποκοπή της νέας από την αρχαία ελληνική εξαιτίας του σχολιαζόμενου σχολικού βιβλίου ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας μερικών.
«Τέλος, θα ήθελα να τονίσω στους προφανώς νέους και άπειρους από διδασκαλία συγγραφείς του βιβλίου, ότι η γλώσσα μας αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρό και ανεκτίμητο αγαθό για να ανεχόμαστε να την παραποιούν οι διάφοροι γλωσσολόγοι όπως αυτοί. Οι συγγραφείς του βιβλίου μπορούν να αναπτύσσουν τις γλωσσολογικές απόψεις τους στην ακαδημαϊκή τους διδασκαλία, οπότε ασφαλώς θα υφίστανται και την ανάλογη κριτική από τους φοιτητές τους, και δεν έχουν κανένα δικαίωμα ούτε αυτοί ούτε οι αρμόδιοι του υπουργείου που τους στηρίζουν, να τις επιβάλουν στα ανήλικα παιδιά μας. Ζητώ και αναμένω από τον κ. υπουργό της Παιδείας να αποσύρει αμέσως το βιβλίο αυτό και να επαναφέρει το προηγούμενο. Αρκετά ταλαιπωρηθήκαμε με την παραποίηση της Ιστορίας από το βιβλίο της κ. Ρεπούση, δεν είναι ανάγκη να ταλαιπωρηθούμε τώρα και από την παραποίηση της γλώσσας μας. Μας φθάνουν τα οικονομικά μας προβλήματα».
Ας διαβάσει ο Ιωάννης Γ. Κουλούρης το βιογραφικό τουλάχιστον της καθηγήτριας που ήταν επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας, ας πληροφορηθεί ποια είναι η προσφορά της και μετά ας συνεχίσει να χαρακτηρίζει τους συγγραφείς «νέους και άπειρους από διδασκαλία» (!), να τους κάνει υποδείξεις και να τους κατηγορεί για «παραποίηση της γλώσσας μας».
Αρκετά πια με τη σκοταδιστική επίθεση στη νέα γραμματική.

Προσθήκη (25/4/2013):

Καιρό είχα να διαβάσω επιστολή στην «Καθημερινή» με θέμα την υποτιθέμενη κατάργηση γραμμάτων στη γραμματική του δημοτικού ή του γυμνασίου. Σήμερα η παραπάνω εφημερίδα δημοσιεύει την επιστολή του Ιωάννη Γ. Κουλούρη με τίτλο «Η διδασκαλία της γλώσσας στο γυμνάσιο»:

Δεν έχω σκοπό να σχολιάσω εξαντλητικά το περιεχόμενο του κειμένου. Αρκούμαι στα εξής: Ο πίνακας της σελίδας 19 της σχολικής γραμματικής αφορά τον προφορικό λόγο, πράγμα που δηλώνεται με σαφήνεια στο βιβλίο, γι’ αυτό δεν περιλαμβάνει τα γράμματα «η» και «υ». Διαπιστώνω ότι ο επιστολογράφος σχολιάζει μια φράση που υπάρχει στη σελίδα 21. Απορώ όμως αν πρόσεξε τι γράφεται στην αμέσως επόμενη σελίδα, την 22. Από εκεί αρχίζει το κεφάλαιο με τίτλο «Η ΓΡΑΦΗ». Στην αρχή του κεφαλαίου μάλιστα παρατίθεται πίνακας που περιλαμβάνει τα γράμματα, φυσικά και τα «η» και «υ». Στην επιστολή υποβόσκει η γνωστή σύγχυση μεταξύ προφοράς και γραφής, φθόγγων και γραμμάτων. Ωστόσο, είναι να απορεί κανείς με όσους διαμαρτύρονται ακόμη για τη δήθεν κατάργηση γραμμάτων σε σχολικές γραμματικές. Δεν διάβασαν πουθενά τον αντίλογο, ώστε να συνειδητοποιήσουν ότι έκαναν λάθος; Έχουν περάσει τόσοι μήνες από τότε που ξέσπασε αυτός ο σάλος. Επίσης, και αν ακόμη δεν έχουν ξεκαθαρίσει τη διαφορά προφορικού και γραπτού λόγου, δεν βλέπουν ότι οι σχολικές γραμματικές πράγματι καταγράφουν τα γράμματα που υποτίθεται ότι λείπουν; Απλώς τα αναφέρουν λίγο παρακάτω από τα σημεία που οι ίδιοι σχολιάζουν. Πώς μπαίνεις στη διαδικασία να συντάξεις και να στείλεις προς δημοσίευση ένα τέτοιο κείμενο; Πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεσαι ότι καταργήθηκαν γράμματα που είναι προφανές ότι καταγράφονται στα σχολιαζόμενα σχολικά βιβλία; Νομίζω ότι μετά από τόσους μήνες δεν στέκει ως δικαιολογία ή ως εξήγηση ούτε η σύγχυση προφοράς και γραφής ούτε τα ιδεολογικά κίνητρα. Γνωστός γλωσσολόγος υποστηρίζει κάτι που μάλλον με πείθει, ότι δηλ. τα βαθύτερα αίτια μιας τέτοιας στάσης είναι ψυχολογικά. Ωστόσο, επιβάλλεται πάντοτε να δίνονται απαντήσεις, γιατί διαβάζουν τις επιστολές αυτές και χιλιάδες ανυποψίαστοι αναγνώστες της εφημερίδας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Προτού διαβάσω προσεκτικά την επιστολή το πρωί, νόμιζα ότι το θέμα της είναι η γραμματική του δημοτικού. Λίγο μετά, κατάλαβα ότι το βάρος πέφτει στη γραμματική του γυμνασίου. Αλλά τι σημασία έχει; Αυτά τα κείμενα πλέον μοιάζουν με εκείνα τα ευχετήρια, τα τυποποιημένα, που λαμβάνουμε από διάφορες εταιρείες. Είναι σαν να έχουν βγει από μηχανή. Με λίγα λόγια: «Οι σχολικές γραμματικές καταργούν γράμματα! Μα τι κάνει η Ακαδημία Αθηνών; Η γλώσσα μας είναι ό,τι πολυτιμότερο διαθέτουμε».

9.11.12

«Η Νέα Γραμματική» (3)

Ο επιστολογράφος Σεραφείμ Δεδούσης αναφέρει τα εξής («Η Kαθημερινή», 24/10/2012):
«Kύριε διευθυντά
»Στην έγκριτη “Kαθημερινή” εδιάβασα με έκπληξη επιστολή των 4 συγγραφέων της νέας Γραμματικής E΄ και Στ΄ Δημοτικού, οι οποίοι –ύστερα από τον συνεχιζόμενο σάλο για την απόσυρσή της– απεφάσισαν να λάβουν δημόσια θέση υπέρ αυτής, με αφορμή επιστολή του ακαδημαϊκού κ. A. N. Kουνάδη, που δημοσιεύθηκε στη φιλόξενη εφημερίδα σας στις 22/8/2012. Kαι λέγω με έκπληξη, διότι έχοντας μεγάλη εμπειρία σε θέματα εκπαιδεύσεως (λόγω και της μακράς θητείας μου στη διοίκηση του Πανεπιστημίου Aθηνών) δεν ανέμενα από πανεπιστημιακούς δασκάλους να μετέλθουν προς υπεράσπιση του βιβλίου τους τέτοια ψεύδη και ανακρίβειες και μάλιστα σε κάποια σημεία με τρόπο ακαδημαϊκά απαράδεκτο. Kαι έρχομαι τώρα στην ουσία: Oι επιστολογράφοι με αφορμή το «Mιλώ και γράφω» στην επικεφαλίδα της σελ. 36 επιχειρούν με μια τεχνηέντως προβαλλόμενη –με αρκετή πολυλογία– αιτιολογία να μας πείσουν ότι αυτή (η επικεφαλίδα) δεν μπορεί να εκληφθεί από τους μαθητές “ως προτροπή για την επιβολή της φωνητικής ορθογραφίας” και ότι το να θεωρεί κανείς ότι μπορεί “ένας μαθητής να μπερδευτεί με κάτι τέτοιο είναι υποτιμητικό για την νοημοσύνη των μικρών μαθητών”. Ωστόσο, φαίνεται ότι ουδόλως προβλημάτισε τους επιστολογράφους ότι αυτό ακριβώς το “Mιλώ και γράφω” (όπως προκύπτει από δημοσιεύματα επιστημονικών συλλόγων αλλά και μεμονωμένων ατόμων) μπέρδεψε ακόμη και καθηγητές Πανεπιστημίων, οι οποίοι μάλιστα με ενυπόγραφα άρθρα τους ενετόπισαν και άλλες αστοχίες στο βιβλίο ζητώντας την απόσυρσή του.
»Eπίσης, οι επιστολογράφοι ισχυρίζονται ανακριβώς –και μάλιστα εκ των υστέρων– ότι κατά την πορεία συγγραφής του βιβλίου τους συμβουλεύοντο δασκάλους, ενώ αντίθετα η πρώτη των συγγραφέων κ. Φιλλιπάκη [sic]-Warburton σε συνέντευξή της στο «Bήμα» (22/7/12) δηλώνει ότι το θέμα αυτό το είχαν αναθέσει στην 4η των συγγραφέων, τη δασκάλα κ. Mαργαρίτα Λουκά, η οποία είχε διδάξει σε μικρά παιδιά στο εξωτερικό, στην Kύπρο και αλλού.
»Aρκετά πλέον με το μύθευμα ότι η γλώσσα μας δεν είναι υπόθεση μόνον των γλωσσολόγων (δηλαδή των υπευθύνων για τα δεινά που μεταπολιτευτικώς έχει υποστεί η γλώσσα μας). Tο βιβλίο αυτό ως έχει δεν διαβάζεται, ακόμη και από μεγάλους. Σχετική είναι εν προκειμένω (όπως γράφτηκε στον Tύπο) η προσωπική επιστολή διαμαρτυρίας του προέδρου της Aκαδημίας Aθηνών κ. Γ. Kοντόπουλου προς τον υπουργό Παιδείας».
Ο Σεραφείμ Δεδούσης στην επιστολή του κάνει λόγο για «τον συνεχιζόμενο σάλο για την απόσυρση» της νέας γραμματικής του δημοτικού. Δεν μας λέει όμως πού οφείλεται αυτός ο σάλος, γιατί ξέσπασε, γιατί συνεχίζεται και αν ευσταθούν τα όσα καταγγέλλουν όσοι υποστηρίζουν αφελώς ότι στο νέο σχολικό βιβλίο καταργήθηκαν γράμματα.

Τα γραφόμενα για τη μακρά θητεία του στη διοίκηση του Πανεπιστημιου Αθηνών δεν ξέρω πόση βαρύτητα έχουν. Προπάντων, δεν είναι γνωστό αν και τι έχει σπουδάσει ο επιστολογράφος, ποιες οι γνώσεις του, πόσο κατέχει τα γλωσσικά.

Δεν θα με απασχολήσουν πολύ τα όσα γράφει για ψεύδη, ανακρίβειες, πολυλογία κτλ. Είναι προφανές ότι τα αρνητικά αυτά σχόλια οφείλονται σε ιδεολογικούς λόγους. Ο επιστολογράφος δεν είδε πουθενά ψεύδη, ανακρίβειες, πολυλογία και απαράδεκτο ύφος σε κείμενα ομοϊδεατών του όλους αυτούς τους μήνες που συζητείται το θέμα τις γραμματικής; Πάντως, δεν μας εξηγεί πού έγκειται η πολυλογία στην επιστολή των συγγραφέων της γραμματικής.

Ο Σεραφείμ Δεδούσης αναφέρει το «Mιλώ και γράφω» ως «επικεφαλίδα της σελ. 36». Κι όμως, οι συγγραφείς της γραμματικής σε επιστολή τους στην «Καθημερινή» (11/9/2011) εξήγησαν αναλυτικά ότι πρόκειται για την κεφαλίδα όλου του δεύτερου μέρους του βιβλίου. Ο Σ. Δ. θεωρεί ότι αυτό έγινε με αρκετή πολυλογία. Καμία πολυλογία δεν υπήρξε, αλλα τι σημασία έχει αυτό, εφόσον ο Σ. Δ. δεν φαίνεται να κατάλαβε καν ότι δεν πρόκειται για επικεφαλίδα μιας μονο σελίδας και επαναλαμβάνει τα ίδια;

Ο επιστολογράφος ισχυρίζεται ότι το «Mιλώ και γράφω» μπέρδεψε επιστημονικούς συλλόγους, μεμονωμένα άτομα, ακόμη και πανεπιστημιακούς καθηγητές. Ποιοι επιστημονικοί σύλλογοι και ποιοι πανεπιστημιακοί καθηγητές όμως μπερδεύτηκαν με το «Μιλώ και γράφω»; Πιστεύω ότι ο Σ. Δ. γενικολογεί για λόγους εντυπώσεων, αλλά ακόμη και αν μπερδεύτηκε κάποιος, ο λόγος της σύγχυσης είναι ότι είδε στο διαδίκτυο ή σε εφημερίδα μόνο τη σελίδα 36. Κανείς δεν πρόκειται να μπερδευτεί, αν πάρει στα χέρια του όλο το βιβλίο. Στη νέα γραμματική η διάκριση φθόγγων και γραμμάτων, προφοράς και γραφής, είναι σαφέστατη, και μάλιστα γίνεται όχι μόνο με παράθεση θεωρητικών στοιχείων, αλλά και με προσθήκη ασκήσεων. Στο νέο βιβλίο δεν υπάρχει κανένα μα κανένα στοιχείο που να μπορεί να εκληφθεί από τους μαθητές «ως προτροπή για την επιβολή της φωνητικής ορθογραφίας». Είναι αστείο και να το συζητάει κανείς.

Eπίσης, πού το ξέρει ο Σ. Δ. ότι οι συγγραφείς του βιβλίου δεν συμβουλεύθηκαν δασκάλους; Γιατί θεωρεί ανακριβή τον σχετικό ισχυρισμό τους; Η καθηγήτρια Φιλιππάκη-Warburton δεν δήλωσε αυτά ακριβώς που γράφει ο Σ. Δ. σε συνέντευξή της στο «Bήμα» (22/7/12). Γράφει ο Σ. Δ. σε ένα σημείο της επιστολής του ότι οι συγγραφείς της γραμματικής «το θέμα αυτό το είχαν αναθέσει στην 4η των συγγραφέων» κτλ., μόνο που η Ειρ. Φιλιππάκη δεν χρησιμοποιεί μια τέτοια διατύπωση. Ο Σ. Δ. ερμηνεύει τα λεγόμενά της όπως θέλει και όπως τον βολεύει.

Άλλωστε, στην ίδια συνέντευξη η Ειρ. Φιλιππάκη δηλώνει:
«Κοιτάξτε, δεν μπορεί άλλα να λέει ο γλωσσολόγος και άλλα ο δάσκαλος. Υπήρξαν συζητήσεις και παρατηρήσεις επί της ουσίας τις οποίες δεχτήκαμε καλοπροαίρετα. Κάποιος δάσκαλος μας είπε ότι «εμείς δεν κάνουμε επιστήμη, αλλά παράδοση μαθήματος». Του απαντήσαμε ότι «υπάρχουν επιστημονικά κριτήρια που δεν γίνεται να τα αλλάξουμε»».
Αυτή και μόνο η δήλωση δείχνει ξεκάθαρα ότι οι συντάκτες της γραμματικής όντως συμβουλεύθηκαν δασκάλους και καταρρίπτει τον αντίθετο ισχυρισμό του Σ. Δεδούση, του Α. Ν. Κουνάδη και των ομοϊδεατών τους.

Αλλά ακόμη και αν όντως δεν ζητήθηκε η γνώμη δασκάλων, αυτό είναι το θέμα; Αν δεν είχαν προηγηθεί οι αστείες κατηγοριες για κατάργηση γραμμάτων στη νέα γραμματική, ποιος θα είχε ασχοληθεί με τον τρόπο συγγραφής του συγκεκριμένου σχολικού βιβλίου; Αν οι αμαθείς και ημιμαθείς του διαδικτύου δεν είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο διαδίδοντας αφελώς ότι σε ένα σχολικό βιβλίο καταργήθηκαν γράμματα, ο Σ. Δεδούσης, ο Α. Ν. Κουνάδης και άλλοι θα ενδιαφέρονταν για το αν είναι κατάλληλο το εν λόγω εγχειρίδιο;

Ναι, η γλώσσα μας δεν είναι υπόθεση μόνον των γλωσσολόγων, αλλά αρκετά πλέον με το μύθευμα ότι ο καθένας είναι ειδικός σε θέματα γλώσσας και ότι μπορεί να υποκαταστήσει τους γλωσσολόγους. Φυσικά και μπορεί σε θέματα γλώσσας να έχει γνώμη και ένας άλλος, αλλά εξαρτάται για ποιο θέμα μιλάμε. Για παράδειγμα, η ετυμολόγηση λέξεων προϋποθέτει ειδικές γνώσεις, ενώ η διάδοση παρετυμολογιών δείχνει σε ποια λάθη μπορεί να πέσει όποιος δεν εμπιστεύεται τους ειδικούς.

Η άποψη ότι οι γλωσσολόγοι είναι υπευθύνοι για διάφορα δεινά της γλώσσας έχει εκφραστεί πρώτα από τον ακαδημαϊκό A. Ν. Κουνάδη και είναι πολύ βολική, γιατί διευκολύνει μερικούς, με συνοπτικές διαδικασίες, να φτάσουν στο επίπεδο των ειδικών. Μόνο που για να το πετύχουν αυτό στην πραγματικότητα, θα πρέπει να αποκτήσουν γνώσεις. Δεν αρκεί να βασίζονται σε τέτοιους συλλογισμούς. Και ποια είναι τα δεινά που μεταπολιτευτικώς έχει υποστεί η γλώσσα μας δηλαδή; Και αν ακόμη είχαν βάση τα γραφόμενα σχετικά με αυτά τα δεινά, πριν από τη μεταπολίτευση δεν υπήρχαν γλωσσικά δεινά; Όλα αυτά υποστηρίζονται για ιδεολογικούς λόγους, από ανθρώπους που αφενός δεν έχουν επιστημονική γνώση της γλώσσας και αφετέρου ανήκουν σε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους.

Tο σχολικό βιβλίο γραμματικής διαβάζεται μια χαρά, και από μικρούς και από μεγάλους. Και, τέλος πάντων, δεν εκπροσωπούν το αναγνωστικό κοινό μερικοί επιστολογράφοι που ασχολούνται με ένα θέμα γλώσσας για ιδεολογικούς λόγους, με ιδεολογικά κίνητρα.

Τέλος, δεν ξέρω ποια είναι η προσωπική επιστολή διαμαρτυρίας του προέδρου της Aκαδημίας Aθηνών προς τον υπουργό Παιδείας, αλλά μου φαίνεται ότι εδώ ο Σ. Δ. κάνει επίκληση στην αυθεντία για λόγους εντυπώσεων. Δεν του φτάνουν του Σ. Δεδούση 140 γλωσσολόγοι που διαβεβαιώνουν ότι στη νέα γραμματική δεν καταργούνται γράμματα; Αλλά ξέχασα, για θέματα γλώσσας δεν έχουν λόγο μόνο οι γλωσσολόγοι, πράγμα που σημαίνει δηλαδή ότι δεν μας ενδιαφέρει τι λένε.

8.11.12

«Η Νέα Γραμματική» (2)

Ο Βασίλης Φίλιας, ομότιμος καθηγητής και τέως πρύτανης Παντείου Πανεπιστημίου, σε επιστολή του στην «Καθημερινή» (7/11/2012) γράφει:
«Κύριε διευθυντά
»Μετά τον ορυμαγδό έντονων αντιπαραθέσεων μεταξύ των υπερασπιστών και των πολεμίων της Νέας Γραμματικής αποκαλύφθηκε πού οφείλεται, πράγματι, το πρόβλημα με το βιβλίο αυτό. Πρόβλημα που φαίνεται ότι εγνώριζε η πρ. υπουργός Μ. Γιαννάκου-Κουτσίκου, γι’ αυτό είχε δώσει εντολή να μην εκδοθεί τούτο, εάν και είχε εγκριθεί από το περιβόητο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (την εντολή εκδόσεως και διανομής του απαράδεκτου αυτού βιβλίου έδωσε μεταγενέστερα, τον Νοέμβριο 2011, η τότε υπουργός Α. Διαμαντοπούλου). Και συγκριμένα: Όπως προέκυψε από διάφορα σχετικά δημοσιεύματα, η Νέα αυτή Γραμματική έχει υιοθετήσει ξενόγλωσσα εγχειρίδια που απευθύνονται σε μαθητές ομογενών (ή και αλλοεθνών που ζουν σε αγγλόφωνες χώρες και θέλουν να μάθουν ελληνικά). Συνεπώς απευθύνεται σε μαθητές που έχουν ως κύρια γλώσσα τους την αγγλική (έτσι π.χ. εξηγούνται τα δίφθογγα σύμφωνα “μπ, γκ, ντ”). Μάλιστα, τα εγχειρίδια αυτά είναι κυρίως για μαθητές Μέσης αλλά και Ανώτατης Εκπαιδεύσεως. Αυτό γίνεται εμφανές από τα εξής:
»1. Η πρώτη συγγραφέας του βιβλίου κ. Φιλιππάκη-Warburtοn, ομ. καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Reading, εδίδαξε για πολλά χρόνια Γραμματική της ελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο αυτό σε μαθητές που έχουν ως κύρια γλώσσα τους την αγγλική. Άλλωστε, η ιδία από κοινού με τους κ. Holton D. και Mackridge Ρ. έχει εκδώσει στα αγγλικά εγχειρίδιο Γραμματικής της ελληνικής γλώσσας για μαθητές σε αγγλόφωνες χώρες με τίτλο “Greek grammar: Α comprehensive grammar of the modern language”. Ενδεικτικό είναι ότι μεγάλο μέρος του εγχειριδίου αυτού αφιερώνεται σε φωνητικά χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας!
»Αλλά και η τέταρτη των συγγραφέων, κ. Μαργαρίτα Λουκά, δασκάλα, έχει διδάξει (κατά δήλωση της κ. Φιλιππάκη) σε μικρά παιδιά της Κύπρου και του εξωτερικού και όχι σε σχολεία της χώρας μας!
»Όπως εδήλωσε η κ. Φιλιππάκη-Warburtοn σε συνέντευξή της στο “Βήμα” (11/9/2012) κατά την πορεία συγγραφής του περιβόητου αυτού βιβλίου Γραμματικής δεν συνεβουλεύθησαν δασκάλους της χώρας μας, αλλά μόνον την κ. Μαργαρίτα Λουκά, η οποία ήταν “η ασφαλιστική μας δικλίδα για να μην κάνουμε λάθος στην παρουσίαση γλωσσολογικών απόψεων σε παιδιά αυτής της ηλικίας”!
»Από όλα αυτά γίνεται φανερός ο επηρεασμός των συγγραφέων στη σύνταξη της Νέας Γραμματικής με έμφαση στη φωνολογία της Νεοελληνικής!»
Είναι να απορεί κανείς με την ένδεια επιχειρημάτων που χαρακτηρίζει τα κείμενα των πολεμίων της νέας γραμματικής, μερικοί από τους οποίους μάλιστα συμβαίνει να είναι και καθηγητές πανεπιστημίου. Ο «ορυμαγδός» που αναφέρει ο Β. Φίλιας οφείλεται σε έναν πολύ συγκεκριμένο και γνωστό λόγο, στην εσφαλμένη εντύπωση των πολεμίων του βιβλίου και γενικά των παραπληροφορημένων συμπολιτών μας ότι στη γραμματική καταργούνται γράμματα. Πού βασίζει ο Β. Φ. την άποψη ότι η νέα γραμματική «έχει υιοθετήσει ξενόγλωσσα εγχειρίδια» [sic] κτλ.; Στα «δίφθογγα σύμφωνα» «μπ, γκ, ντ»! Γιατί, δεν υπάρχουν αυτοί οι φθόγγοι στη νέα ελληνική; Τι το κακό κάνει το σχολικό βιβλίο με το να τους καταγράφει; Και γιατί κάτι τέτοιο δείχνει επίδραση από ξενόγλωσσα εγχειρίδια; Ένα άλλο στοιχείο που, κατά τον επιστολογράφο, δείχνει επίδραση από ξενόγλωσσα εγχειρίδια είναι το γεγονός ότι η επικεφαλής της συγγραφικής ομάδας του βιβλίου δίδασκε την ελληνική γλώσσα σε αγγλόφωνους μαθητές, ενώ έχει εκδώσει γραμματική της ελληνικής γραμμένη στα Αγγλικά. Μα είναι επιχειρήματα αυτά; Τι περιλαμβάνει η νέα γραμματική που δεν απαντά στη νέα ελληνική; Καταγράφει κάποιο στοιχείο που δεν υπάρχει στη γλώσσα μας; Το ότι ένα προηγούμενο βιβλίο της Ειρήνης Φιλιππάκη περιλαμβάνει φωνητικά χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας είναι μεμπτό; Όταν περιγράφεις μια γλώσσα, καταγράφεις και τα φωνητικά της χαρακτηριστικά. Αυτά ενδιαφέρουν και έναν Έλληνα μαθητή. Και οι μαθητές που είναι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν τη διαφορά φθόγγου-γράμματος, προφοράς-γραφής, το γεγονός ότι λ.χ. στη λέξη «γράμμα» στην Κοινή Νέα Ελληνική οι φθόγγοι είναι λιγότεροι από τα γραπτά σύμβολα με τα οποία απεικονίζονται. Επίσης, πού είναι το πρόβλημα αν μια δασκάλα, μέλος της συγγραφικής ομάδας της γραμματικής, έχει διδάξει σε μικρά παιδιά της Κύπρου και του εξωτερικού και όχι σε σχολεία της χώρας μας; Προφανώς, δίδαξε ελληνικά στο εξωτερικό. Αλλά ας μείνουμε στην Κύπρο και ας θέσουμε το εξής απλό ερώτημα: Στα μικρά παιδιά της Κύπρου ελληνική γλώσσα δεν δίδαξε η δασκάλα; Αφού πρόκειται για Κύπρο μάλιστα, σίγουρα δίδαξε ελληνική γλώσσα σε Έλληνες μαθητές. Πού είναι το πρόβλημα, λοιπόν; Και η «έμφαση στη φωνολογία της Νεοελληνικής» γιατί κάνει εντύπωση στον Β. Φ.; Αναφέρει τη φωνολογία, λες και είναι κάτι κακό. Ας διδάσκεται και η φωνολογία και η φωνητική – ας δίνεται και έμφαση εκεί. Πού το πρόβλημα;
Γράφει ο Β. Φίλιας:
«Όπως εδήλωσε η κ. Φιλιππάκη-Warburtοn σε συνέντευξή της στο “Βήμα” (11/9/2012) κατά την πορεία συγγραφής του περιβόητου αυτού βιβλίου Γραμματικής δεν συνεβουλεύθησαν δασκάλους της χώρας μας, αλλά μόνον την κ. Μαργαρίτα Λουκά, η οποία ήταν “η ασφαλιστική μας δικλίδα για να μην κάνουμε λάθος στην παρουσίαση γλωσσολογικών απόψεων σε παιδιά αυτής της ηλικίας”!»
Μόνο που η Ειρ. Φιλιππάκη δεν δήλωσε ότι η συγγραφική ομάδα δεν έλαβε υπόψη γνώμες δασκάλων. Αυτό είναι συμπέρασμα του Β. Φίλια. Από την άλλη, πράγματι η Ειρ. Φιλιππάκη δήλωσε στο «Βήμα» αυτά που θέτει σε εισαγωγικά ο επιστολογράφος. Αλλά ο Β. Φίλιας δεν λαμβάνει υπόψη την αμέσως προηγούμενη απάντηση της Ειρ. Φιλιππάκη στη συνέντευξή της στο «Βήμα». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:
Δημοσιογράφος: «Η κυρία Χρυσού λέει ότι τα εγχειρίδια Γραμματικής δεν μπορεί να τα γράφουν γλωσσολόγοι αλλά μόνον οι δάσκαλοι».
Και η απάντηση της Ειρ. Φιλιππάκη: «Κοιτάξτε, δεν μπορεί άλλα να λέει ο γλωσσολόγος και άλλα ο δάσκαλος. Υπήρξαν συζητήσεις και παρατηρήσεις επί της ουσίας τις οποίες δεχτήκαμε καλοπροαίρετα. Κάποιος δάσκαλος μας είπε ότι «εμείς δεν κάνουμε επιστήμη, αλλά παράδοση μαθήματος». Του απαντήσαμε ότι «υπάρχουν επιστημονικά κριτήρια που δεν γίνεται να τα αλλάξουμε»».
Δεν μπορώ να γνωρίζω πώς εργάστηκαν τα μέλη της ομάδας που ετοίμασε το σχολικό βιβλίο. Βασίζομαι μόνο στα κείμενα που διαβάζω. Από αυτήν εδώ την απάντηση της Ειρ. Φιλιππάκη, λοιπόν, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι έγιναν συζητήσεις με δασκάλους κατά τη συγγραφή του εν λόγω σχολικού βιβλίου.

Σημειωτέον ότι την ίδια παρερμηνεία των δηλώσεων της Ειρ. Φιλιππάκη, εκτός από τον Β. Φίλια, κάνει και ο κ. Α. Ν. Κουνάδης («H Καθημερινή»,3/10/2012), αλλά και ο Σ. Δεδούσης («H Καθημερινή»,24/10/2012). Και οι τρεις επιστολογράφοι, δηλ. και ο Α. Ν. Κουνάδης και ο Σ. Δεδούσης και ο Β. Φίλιας, όλως τυχαίως δεν διάβασαν ή δεν έλαβαν υπόψη τα λόγια που είπε η Ειρ. Φιλιππάκη αμέσως πριν δεχτεί την ερώτηση:«Σε όλη αυτή την πορεία συγγραφής του εγχειριδίου συμβουλευόσασταν δασκάλους;»

Συνεχίζει ο Β. Φίλιας:
«Ο σημερινός υπουργός Παιδείας που ενέκρινε τη διανομή και φέτος του βιβλίου αυτού δεν εγνώριζε ότι αυτό απευθύνεται σε μαθητές γυμνασίων, λυκείων ή πανεπιστημίων που ζουν σε αγγλόφωνες χώρες; Δεν ενημερώνεται ότι (ενώ ο αριθμός των υπερασπιστών του βιβλίου παραμένει στάσιμος) ο αριθμός των πολεμίων αυτού καθημερινώς διογκώνεται; Ο κ. υπουργός δεν προβληματίστηκε από τη σκληρή κριτική που δέχτηκε το βιβλίο από διακεκριμένους καθηγητές πανεπιστημίων αλλά και πολλούς άλλους φορείς που ζητούν την απόσυρσή του, διότι από παιδαγωγικής απόψεως είναι τελείως ακατάλληλο;»
Ώστε, «ο αριθμός των υπερασπιστών του βιβλίου παραμένει στάσιμος», ενώ «ο αριθμός των πολεμίων αυτού καθημερινώς διογκώνεται»; Ασύλληπτο επιχείρημα! Ακόμα και αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, τι σημασία έχει; Παίζει ρόλο ποιοι είναι πιο πολλοί, οι υπερασπιστές ή οι πολέμιοι ενός βιβλίου; Από εκεί θα κριθεί αν είναι κατάλληλο; Και το ποσοτικό αυτό κριτήριο πρέπει να λάβει υπόψη ο υπουργός; Απίθανη η επιχειρηματολογία, και μάλιστα από καθηγητή πανεπιστημίου…

Όσο για τους «διακεκριμένους καθηγητές πανεπιστημίων» που ζητούν την απόσυρσή του βιβλίου, είναι προφανές ότι ο Β. Φίλιας έχει επηρεαστεί από τον Α. Ν. Κουνάδη, που ακολουθεί συστηματικά την τακτική της επίκλησης στη μη κατονομαζόμενη αυθεντία, για λόγους εντυπώσεων. Στην εντυπωσιοθηρία αποσκοπεί, άλλωστε, και η αναφορά σε «πολλούς φορείς» που ζητούν να αποσυρθεί το βιβλίο. Ποιοι είναι αυτοί οι πολλοί φορείς, πόσο σχετικοί είναι με τη γλώσσα και τι δουλειά έχουν να κρίνουν αν ένα σχολικό εγχειρίδιο είναι παιδαγωγικά κατάλληλο;
«Η Ακαδημία Αθηνών, η οποία έχει ως πρώτιστο καθήκον (σύμφωνα με τον Οργανισμό της) να προστατεύει τη γλώσσα μας, τι κάνει; Θα παραμείνει σιωπηλή στο επιχειρούμενο αυτό ανοσιούργημα, το οποίο προοιωνίζεται να επιφέρει καίριο πλήγμα στη γλωσσική εκπαίδευση της νέας γενιάς και συνακόλουθα στο μέλλον του Ελληνισμού;»
Ο Β. Φ. δεν κατάφερε να εξηγήσει ποιο ακριβώς είναι το «επιχειρούμενο ανοσιούργημα». Η διδασκαλία των φθόγγων της νέας ελληνικής; Και γιατί εξαιτίας της νέας γραμματικής θα πληγεί η γλωσσική εκπαίδευση της νέας γενιάς και συνακόλουθα το μέλλον του ελληνισμού; Μα τι γλωσσικός ερασιτεχνισμός είναι αυτός και σε τι υπερβολές μπορεί να οδηγήσει; Είναι να απορεί κανείς… Θα μείνει αποστάτευτη η γλώσσα μας, ενώ θα δεχτεί καίριο πλήγμα η γλωσσική εκπαίδευση και το μέλλον του ελληνισμού για ποιον λόγο; Επειδή σε ένα σχολικό βιβλίο γραμματικής καταγράφονται οι φθόγγοι και τα γράμματα της νέας ελληνικής; Έχουν συνειδητοποιήσει τι γράφουν οι «υπερασπιστές της γλώσσας μας»;

7.11.12

«Η Νέα Γραμματική»

Ο ακαδημαϊκός Α. Ν. Κουνάδης επανήλθε στο θέμα της γραμματικής με νέα επιστολή («H Καθημερινή», 3/10/2012), που αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διάτρητου κειμένου. Θα σχολιάσω αναλυτικά την επιστολή του Α. Ν. Κ. στις γραμμές που ακολουθούν.

Να το πρώτο απόσπασμα:
«Κύριε διεθυντά
»Σε απάντηση της από 22/8/12 επιστολής μου προς την “Καθημερινή” σχετικά με την καταλληλότητα ή μη από παιδαγωγικής απόψεως της Νέας Γραμματικής (Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού) οι συγγραφείς της επιχειρούν με μια –μερικές φορές– ανάρμοστου για ακαδημαϊκή συζήτηση ύφους επιστολή τους (“Καθημερινή”, 11/9/12) να αντιμετωπίσουν –σε ορισμένα μόνο σημεία και μάλιστα με ανακρίβειες– τη σφοδρή κριτική που αυτή δέχθηκε. Κριτική, που μέχρι και σήμερα συνεχίζεται, από διακεκριμένους επιστήμονες και πανεπιστημιακούς καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών –με υψηλό δείγμα γραφής– αλλά και από κοινωνικές ομάδες και συμπολίτες μας, οι οποίοι με χιλιάδες υπογραφές τους ζητούν την απόσυρση του βιβλίου».
Πρώτον, η δημοσιευμένη στην «Καθημερινή» (22/8/2012) επιστολή του Α. Ν. Κ. δεν αφορούσε μόνο «την καταλληλότητα ή μη από παιδαγωγικής απόψεως της Νέας Γραμματικής (Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού)». Αυτό ήταν μόνο ένα από τα θέματα που απασχόλησαν τον Α. Ν. Κ. στην επιστολή του – άλλωστε, ο επιστολογράφος αφιερώνει μόλις μία από τις επτά παραγράφους του κειμένου στο συγκεκριμένο θέμα.

Δεύτερον, ο Α. Ν. Κ., χαρακτηρίζοντας ανάρμοστο το ύφος της επιστολής που σχολιάζει, δείχνει ότι έχει επιλεκτική ευαισθησία. Και αυτό γιατί δεν έχει κάνει το παραμικρό αρνητικό σχόλιο για το ύφος των περισσότερων από τους διαμαρτυρομένους κατά της γραμματικής. Ποια είναι άραγε η άποψη του Α. Ν. Κ. για το ύφος της δασκάλας που άνοιξε τη συζήτηση σχετικά με το ανύπαρκτο θέμα της νέας γραμματικής, δηλαδή για τη δήθεν κατάργηση γραμμάτων και την υποτιθέμενη εφαρμογή της φωνητικής γραφής στο εν λόγω σχολικό βιβλίο; Ήταν ευπρεπές το ύφος της και άρμοζε σε ακαδημαϊκή συζήτηση σύμφωνα με τον Α. Ν. Κ.; Και τι γνώμη έχει για το ύφος των «υπερασπιστών» της γλώσσας μας, που δημοσιεύουν στο διαδίκτυο ό,τι υβριστικό και συκοφαντικό μπορεί να φανταστεί κανείς κατά των συγγραφέων της γραμματικής ή των γλωσσολόγων γενικά; Μήπως το ανάρμοστο ύφος δεν ενοχλεί τον Α. Ν. Κ. όταν πρόκειται για ομοϊδεάτες του; Και με τα παραπάνω δεν εννοώ σε καμία περίπτωση ότι το ύφος των συγγραφέων της γραμματικής στην επιστολή τους είναι απρεπές ή έχει έστω και την παραμικρή σχέση με το ύφος των όσων επιτίθενται στη γραμματική και τους συντάκτες της.

Τρίτον, οι συγγραφείς της γραμματικής στην επιστολή τους απάντησαν στον Α. Ν. Κ. σε όλα τα βασικά σημεία, και μάλιστα χωρίς καμία ανακρίβεια. Ας μας έλεγε ο Α. Ν. Κ. τι άφησαν αναπάντητο και τι δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν.
Τέταρτον, η κριτική που άσκησαν οι διαμαρτυρόμενοι και συνεχίζεται δεν ήταν απλώς σφοδρή, αλλά και υβριστική, καθώς και συκοφαντική. Και το κυριότερο, δεν ήταν κριτική.

Πέμπτον, ποιοι είναι οι «διακεκριμένοι επιστήμονες και πανεπιστημιακοί καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών με υψηλό δείγμα γραφής» που άσκησαν κριτική στη νέα γραμματική; Όπως και στην πρώτη επιστολή του στην «Καθημερινή» (22/8/2012), έτσι και στη δεύτερη ο Α. Ν. Κ. καταφεύγει στη λεγόμενη μη κατονομαζόμενη αυθεντία, όπως εύστοχα του επισημάνθηκε από τους συγγραφείς της γραμματικής, και αυτό με σκοπό να κερδίσει εντυπώσεις και να καλύψει την ένδεια επιχειρημάτων που χαρακτηρίζει τα κείμενά του. Και ποιοι «διακεκριμένοι επιστήμονες και πανεπιστημιακοί καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών με υψηλό δείγμα γραφής» στην κριτική που (υποτίθεται ότι) άσκησαν υποστήριξαν ότι στη νέα γραμματική καταργούνται γράμματα; Και αν ο Α. Ν. Κ. δίνει τόση σημασία στους τίτλους, γιατί δεν λαμβάνει υπόψη ότι 140 γλωσσολόγοι, μεταξύ των οποίων και πανεπιστημιακοί καθηγητές, υποστήριξαν το νέο βιβλίο και επέκριναν τις αντιδράσεις εναντίον του; Και αν δεν του αρέσουν οι γλωσσολόγοι, μπορώ να αναφέρω δύο μη γλωσσολόγους πανεπιστημιακούς καθηγητές, τον Γ. Γιατρομανωλάκη, καθηγητή κλασικής φιλολογίας, και τη Στ. Πριόβολου, καθηγήτρια ιταλικής φιλολογίας. Ο πρώτος σε άρθρο του στο «Βήμα» («Παραφωνίας έπαινος», 22/7/2012) γράφει, μεταξύ άλλων, τα εξής εύστοχα:
«Το πράγμα θα ήταν γελοίο, αν δεν ήταν βλακώδες. Επειδή ούτε οι θεοί μπορούν να τα βάλουν με ανθρώπους που συγχέουν τον ήχο, τη “φωνή” ενός φωνήεντος, με την έγγραφη αποτύπωσή του. Το οπτικό του ίνδαλμα».
Η δεύτερη σε δημοσίευμά της στον ιστότοπο «aixmi.gr» («Κάτω τα χέρια από τα… ελληνικά φωνήεντα», 10/8/2012) σημειώνει σωστά τα ακόλουθα:
«Ας σταματήσει, επιτέλους, το θέμα εδώ, και ας συμβουλευόμαστε για παρόμοιες επιστημονικές κρίσεις τους “επαΐοντες”, γιατί η ημιμάθεια είναι πιο επικίνδυνη από την αμάθεια».
Έκτον, στη νέα γραμματική του δημοτικού δεν ασκήθηκε ακριβώς κριτική «από κοινωνικές ομάδες και συμπολίτες μας, οι οποίοι με χιλιάδες υπογραφές τους ζητούν την απόσυρση του βιβλίου». Για την ακρίβεια, αυτές οι κοινωνικές ομάδες και οι εν λόγω συμπολίτες μας συνυπογράφουν κείμενα για την απόσυρση του βιβλίου, γιατί έχουν πιστέψει κάτι ψευδές και αφελές, ότι δηλαδή στη νέα γραμματική έχουν αφαιρεθεί γράμματα και ότι εγκαταλείπεται η παραδοσιακή ορθογραφία, και δεν ασκούν απλώς «σφοδρή κριτική». Ο Α. Ν. Κ. δηλαδή, αναφερόμενος σε «κοινωνικές ομάδες και συμπολίτες μας, οι οποίοι με χιλιάδες υπογραφές τους ζητούν την απόσυρση του βιβλίου», όλως τυχαίως παραλείπει να αναφέρει τον λόγο για τον οποίο όλοι αυτοί διαμαρτύρονται εναντίον της γραμματικής. Δεν επιτίθενται στη γραμματική γιατί σε αυτό ή εκείνο το σημείο εντοπίστηκαν λάθη ή παραλείψεις, αλλά γιατί δήθεν στο σχολικό αυτό βιβλίο καταργήθηκαν γράμματα και εφαρμόζεται φωνητική γραφή! Ο ακαδημαϊκός μας ξεχνάει αυτή την κρίσιμη λεπτομέρεια. Δεν ξέρω αν είναι χιλιάδες οι υπογραφές τους, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία και μάλλον γράφεται από τον Α. Ν. Κ. για λόγους εντυπώσεων. Τι σημασία έχει αν οι υπογραφές είναι χιλιάδες; Πρόκειται στην καλύτερη περίπτωση για παραπληροφορημένους συμπολίτες μας, ενώ στη χειρότερη για υβριστές – και αυτό το τελευταίο περιέργως δεν επισημαίνεται από τον Α. Ν. Κ. στην επιστολή του.

Ο Α. Ν. Κ. συνεχίζει:
«Και έρχομαι τώρα στα υπέρ του βιβλίου επιχειρήματα των συντακτών του:
»1. Το κατά κόρον προβαλλόμενο επιχείρημα ότι μόνον οι γλωσσολόγοι μπορεί να έχουν λόγο για τη γλώσσα μας είναι έωλο και άστοχο, διότι, όπως διευκρίνισα στην επιστολή μου, η γλώσσα είναι υπόθεση όλων μας, με βαθμό ευθύνης του κάθε χρήστη αυτής ανάλογο της ειδικότητός του, συνεπώς και εμού ως ακαδημαϊκού διδασκάλου (ομ. καθηγητού ΕΜΠ) και συγγραφέως και όχι απλώς, κατά τους συγγραφείς, πολιτικού μηχανικού. Υπάρχουν περιπτώσεις επιστημόνων με σημαίνουσα συμβολή σε εκτός ειδικότητός των θέματα, ως π.χ. σε γλωσσικά του Βρετανού δικαστή William Jones, πρωτεργάτη της “συγκριτικής γλωσσολογίας” το 1776, του Βρετανού αρχιτέκτονα Michael Ventris, που επέτυχε την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β΄ κ.ά.».
Οι συγγραφείς της γραμματικής στην επιστολή τους δεν υποστήριξαν, έτσι γενικά και αόριστα, ότι «μόνον οι γλωσσολόγοι μπορεί να έχουν λόγο για τη γλώσσα μας» ούτε μια τέτοια θέση αποτελεί επιχείρημα υπέρ του βιβλίου. Οι συντάκτες της γραμματικής στην επιστολή τους σημείωσαν –και πολύ σωστά– τα εξής:
«Ο κ. Κουνάδης δείχνει να ενστερνίζεται αστήρικτους γλωσσικούς μύθους, όπως τον μύθο περί “μαθηματική[ς] […] δομή[ς]” της Ελληνικής. Ο συντάκτης της επιστολής, πολιτικός μηχανικός και όχι γλωσσολόγος, έχει και στο παρελθόν επιχειρήσει ερασιτεχνικές βουτιές στα ρηχά νερά της γλωσσοδιφικής παραφιλολογίας, με αποτελέσματα που επικρίθηκαν σφοδρότατα από τους ειδικούς».
Πράγματι, είναι μύθος ότι η ελληνική χαρακτηρίζεται από «μαθηματική δομή». (Και τι σημαίνει αυτό, άλλωστε;) Όντως, ο Α. Ν. Κ. είναι πολιτικός μηχανικός και όχι γλωσσολόγος. (Μπορεί να είναι ομότιμος καθηγητής και συγγραφέας, δηλαδή όχι απλώς πολιτικός μηχανικός, αλλά δεν έχει γνώσεις γλωσσολογίας). Ναι, ο Α. Ν. Κ. έχει υιοθετήσει γλωσσικούς μύθους που διαδίδονται από παραφιλολογικούς και παραγλωσσολογικούς κύκλους, υιοθετούνται μόνο από ερασιτέχνες και επικρίνονται από ειδικούς. Όλα τα παραπάνω ισχύουν. Και δεν είναι τυχαίο ότι κανένας γλωσσολόγος δεν προβάλλει τους γλωσσικούς μύθους που ενστερνίζεται ο Α. Ν. Κ., όπως ότι η ελληνική χαρακτηρίζεται από απαράμιλλους γραμματικοσυντακτικούς κανόνες και μαθηματική δομή. Δεν αξιολογούνται οι κανόνες των γλωσσών ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Επομένως, οι κανόνες μιας γλώσσας δεν μπορεί να είναι ούτε απαράμιλλοι ούτε λιγότερο καλοί. Επίσης, στην επιστήμη της γλώσσας δεν υπάρχει ο όρος «μαθηματική δομή». Όταν, λοιπόν, κάποιος αποτελεί αναξιόπιστη πηγή πληροφόρησης, όταν δείχνει ότι δεν κατέχει το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται, αυτό δεν πρέπει να δηλωθεί και να κατακριθεί; Ο Α. Ν. Κ. δεν έχει ειδικές γνώσεις γλωσσολογίας, με αποτέλεσμα να γράφει ανακρίβειες – είναι απλό και σαφές αυτό. Δεν υποστήριξαν οι συγγραφείς της γραμματικής γενικά ότι μόνο οι γλωσσολόγοι έχουν λόγο για τη γλώσσα.
«Το επιχείρημα αυτό των γλωσσολόγων φαίνεται ότι οι ίδιοι δεν έχουν καταλάβει πως στρέφεται εναντίον τους, εφ’ όσον γλωσσολόγοι ήσαν εκείνοι οι οποίοι ως εισηγητές των περιβόητων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων οδήγησαν τη νεολαία μας στην πανθομολογούμενη σημερινή γλωσσική ένδεια και αγραμματοσύνη (για την οποία θα έπρεπε να τηρούν αιδήμονα σιωπή)».
Ο παραπάνω συλλογισμός του Α. Ν. Κ. είναι αυθαίρετος και έχει ιδεολογικό χαρακτήρα. Είναι αναπόδεικτος ο ισχυρισμός ότι μερικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις (μάλλον εννοεί την καθιέρωση της δημοτικής και του μονοτονικού) οδήγησαν σε γλωσσική ένδεια και αγραμματοσύνη. Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι πρόκειται για σημερινά μόνο φαινόμενα. Για παράδειγμα, ανέκαθεν οι μαθητές αγνοούσαν λέξεις που ανήκουν στο λεγόμενο απαιτητικό λεξιλόγιο. Η σημερινή εποχή διαφέρει στο ότι σπουδάζουν περισσότεροι, με αποτέλεσμα τα όποια γλωσσικά κενά να φαίνονται πιο πολύ. Όπως και να έχει, είναι δύσκολο να γίνει σύγκριση μεταξύ διαφορετικών εποχών, ενώ οι όποιες διαφορές οφείλονται σε ποικίλους παράγοντες. Αν δεν ληφθεί υπόψη η σύνθετη πραγματικότητα της κάθε εποχής, είναι πολύ πιθανόν να οδηγηθεί κανείς σε άτοπες συγκρίσεις. Θεωρώ απλοϊκό τον ισχυρισμό ότι η άγνοια μερικών λέξεων ή εκφραστικών μέσων οφείλεται σε κάποια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που μάλιστα εισηγήθηκαν γλωσσολόγοι. Άλλωστε, αν δεν είχε καθιερωθεί η νέα ελληνική και το μονοτονικό, θα ήταν καλύτερα τα πράγματα σήμερα; Πώς το ξέρουμε; Νομίζω ότι ο Α. Ν. Κ. προσπάθησε να επινοήσει έναν βολικό συλλογισμό, προκειμένου να αποπροσανατολίσει τη συζήτηση από τις επικρίσεις που έχει δεχτεί για απόκλιση από τις αρχές και τα διδάγματα της γλωσσολογίας και υιοθέτηση γλωσσικών μύθων. Νομίζει ότι με τα γραφόμενά του εξαλείφεται ως δια μαγείας η διαφορά ειδικού και μη ειδικού. Μόνο που δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.
«2. Η Διακήρυξη των 40 ακαδημαϊκών κατά του εκλατινισμού της γραφής της Ελληνικής στις αρχές του 2001, σε μία κρίσιμη τότε για τη γλώσσα μας περίοδο (εν όψει και της παρατηρούμενης διάδοσης των greeklish) που έγινε με δική μου πρωτοβουλία (και απασχόλησε με πολύ εγκωμιαστικά σχόλια για πολλούς μήνες τα ΜΜΕ), αποτελεί για μένα τίτλο τιμής. Τα αποτελέσματα των πρωτοβουλιών μου προς ανάσχεση της φθίνουσας πορείας της γλώσσας μας οι επιστολογράφοι αναφέρουν ότι “επικρίθηκαν σφοδρότατα από ειδικούς”, παραβλέποντας ή αγνοώντας τις αποστομωτικές απαντήσεις που δόθηκαν στις όποιες επικρίσεις. Οι πρωτοβουλίες μου αυτές έτυχαν υψηλών διακρίσεων εντός κι εκτός της χώρας, όπως δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί».
Η εν λόγω διακήρυξη των 40 ακαδημαϊκών ήταν ένα κινδυνολογικό κείμενο. Τα greeklish ποτέ δεν διαδόθηκαν ευρέως εκτός ηλεκτρονικών υπολογιστών, και πάντως δεν στοιχειοθετούν κίνδυνο αντικατάστασης του ελληνικού αλφαβήτου από το λατινικό. Δεν αμφιβάλλω (αν και δεν το γνωρίζω) ότι η πρωτοβουλία του Α. Ν. Κ. απέσπασε εγκωμιαστικά σχόλια, σημασία έχει πάντως ότι κανείς ειδικός δεν την επαίνεσε. Επίσης, δημοσιεύθηκαν και άρθρα με αρνητικά σχόλια, πράγμα που φυσικά παραλείπει να αναφέρει ο Α. Ν. Κ. στην επιστολή του. Παραπέμπω ενδεικτικά στα εξής δύο δημοσιεύματα του «Βήματος» (28/1/2001): «Αδικαιολόγητες ανησυχίες. Πόσο κινδυνεύει το αλφάβητό μας;» του Αντ. Λιάκου και «Ένας ανύπαρκτος εχθρός. Πόσο κινδυνεύει το αλφάβητό μας;» του Γ. Μπαμπινιώτη. Στην πραγματικότητα, μόνο μειδίαμα μπορούν να προκαλέσουν κείμενα όπως των «40» ή του ίδιου του Α. Ν. Κ. σε κάποιον που έχει στοιχειώδεις γνώσεις γλωσσολογίας και είναι ικανός να βλέπει τα γλωσσικά προβλήματα στις σωστές τους διαστάσεις. Είναι πρόβλημα τα greeklish, γιατί συγκαλύπτουν αδυναμίες στην ορθογραφία, τις οποίες θα βρουν μπροστά τους κάποιοι είτε ως μαθητές είτε αργότερα ως πολίτες, αλλά ποτέ δεν υπήρξε κίνδυνος να αντικατασταθεί γενικά το ελληνικό αλφάβητο από το λατινικό εξαιτίας των greeklish. Είναι υπερβολικός, ανυπόστατος και αστείος ένας τέτοιος ισχυρισμός.

Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι αγνοώ ποιες είναι οι «αποστομωτικές απαντήσεις που δόθηκαν στις όποιες επικρίσεις», ενώ δεν ξέρω σε τι αναφέρεται ο Α. Ν. Κ. όταν γράφει: «Οι πρωτοβουλίες μου αυτές έτυχαν υψηλών διακρίσεων εντός κι εκτός της χώρας, όπως δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί». Εικάζω ότι και εδώ αυτά τα γενικόλογα γράφονται για λόγους εντυπωσιασμού.

Οι συγγραφείς της γραμματικής στην επιστολή τους όμως δεν είχαν κάνει λόγο για τη διακήρυξη των 40 ακαδημαϊκών. Ο Α. Ν. Κ. οδήγησε εκεί τη συζήτηση, σε ένα κείμενο του 2001, χωρίς να του δοθεί σχετική αφορμή. Ποια greeklish και ποια διακήρυξη 40 ακαδημαϊκών; Και πού ήξεραν οι συγγραφείς της γραμματικής ότι η πρωτοβουλία για τη δημοσίευση του κειμένου 40 ακαδημαϊκών ανήκε στον Α. Ν. Κ.; Οι επιστολογράφοι έγραψαν πολύ εύστοχα ότι ο ακαδημαϊκός Α. Ν. Κουνάδης «έχει και στο παρελθόν επιχειρήσει ερασιτεχνικές βουτιές στα ρηχά νερά της γλωσσοδιφικής παραφιλολογίας, με αποτελέσματα που επικρίθηκαν σφοδρότατα από τους ειδικούς». Δεν αναφέρθηκαν στην παλιά εκείνη πρωτοβουλία του. Δεν είναι όμως δύσκολο να μάθει κανείς τι εννοούσαν οι επιστολογράφοι, όταν έκαναν λόγο για γλωσσοδιφική παραφιλολογία και τα υπόλοιπα. Αρκεί να ανατρέξει στην ανάρτηση «Περί του πλούτου της ελληνικής γλώσσας» (12/5/2009), στο ιστολόγιο «Περιγλώσσιο», «periglwssio.blogspot.gr». Σε αυτό το θέμα αναφέρονται, λοιπόν, οι επιστολογράφοι. Τη συζήτηση του 2009 για τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας εννοούν, όχι τη διακήρυξη των ακαδημαϊκών του 2001 για τα greeklish. Τον Α. Ν. Κ. όμως βολεύει –έτσι νομίζει, τουλάχιστον– να οδηγήσει τη συζήτηση στα greeklish.
«3. Κι ενώ εγώ παραθέτω στην επιστολή μου συνοπτικώς τα επιχειρήματα των υπερασπιστών και των πολεμίων του βιβλίου, αποδίδεται σε εμένα ότι το όλο επιχείρημά μου κατ’ αυτού βασίζεται στο ότι η φράση “Μιλώ και γράφω” στην κορυφή της σελ. 36 μπορεί να εκληφθεί “ως δήθεν προτροπή για την επιβολή της φωνητικής ορθογραφίας”. Αλλά οι συγγραφείς τούτου φαίνεται να αγνοούν και άλλα δημοσιεύματα με δυσμενή σχόλια διακεκριμένων καθηγητών Φιλοσοφικών Σχολών ΑΕΙ, οι οποίοι κατέληγαν στο συμπέρασμα (όπως και εγώ εν κατακλείδι της επιστολής μου) ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι κατάλληλο από παιδαγωγικής απόψεως για μαθητές Δημοτικού. Βέβαια, οι επιστολογράφοι προβάλλουν ως δικαιολογία τους ότι το “Μιλώ και γράφω” είναι επικεφαλίδα και άλλων σελίδων (όπως συμβαίνει και με αντίστοιχες επικεφαλίδες άλλων κεφαλαίων του βιβλίου). Αλλά τα παιδιά του Δημοτικού, που για πρώτη φορά παίρνουν στα χέρια τους Γραμματική, δεν έχουν διαβάσει το όλο βιβλίο ώστε να κάνουν στη σελ. 36 τη λεπτή διάκριση μεταξύ επικεφαλίδος και σώματος της σελίδος, αφού μάλιστα στη δήθεν αυτή επικεφαλίδα εκτός του “Μιλώ και γράφω” προστίθενται και “φθόγγοι, γράμματα και συλλαβές” με τον ίδιο τύπο γραμμάτων, όπως και το κείμενο στο κάτω μέρος της σελ. 36. Πώς είναι δυνατόν ένας μαθητής να μην “μπερδευτεί” (όπως διατείνονται οι επιστολογράφοι) και να μην οδηγηθεί στη φωνητική ορθογραφία, όταν ακόμη και μεγάλοι και μάλιστα ειδικοί (όπως φαίνεται από πλήθος δημοσιευμάτων) κατάλαβαν ότι η δήθεν επικεφαλίδα είναι τμήμα του κειμένου της σελ. 36 και ανοίγει την οδό στη φωνητική ορθογραφία».
Πράγματι, ο Α. Ν. Κ. παρουσιάζει περιληπτικά τα επιχειρήματα των υπερασπιστών και των πολεμίων του βιβλίου, αλλά το κάνει με δήθεν αντικειμενικό τρόπο. Για τους μεν το σχολικό βιβλίο είναι γλωσσολογικά ορθό, ενώ για τους δε καταργεί γράμματα. Τελικά, καταργούνται γράμματα ή οι πολέμιοι του βιβλίου έχουν άδικο; Αυτό δεν μας το λέει ο ακαδημαϊκός.
Όντως, το «Μιλώ και γράφω» αποτελεί τη βάση των όσων ισχυρίζεται ο Α. Ν. Κ., εφόσον στην προηγούμενη επιστολή του, στην αρχή της δεύτερης παραγράφου, χαρακτηρίζει τον τίτλο «Μιλώ και γράφω» ως τη «βασική αιτία που προκάλεσε τη διάσταση αυτών των απόψεων». Επομένως, δεν του αποδίδεται αδικαιολόγητα ότι το επιχείρημά του βασίζεται στο «Μιλώ και γράφω».

Αναφερόμενος σε «διακεκριμένους καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών ΑΕΙ», ο Α. Ν. Κ. καταφεύγει και πάλι, για λόγους εντυπώσεων, στη λεγόμενη μη κατονομαζόμενη αυθεντία. Ποιοι «διακεκριμένοι καθηγητές Φιλοσοφικών Σχολών ΑΕΙ» συμπεραίνουν ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι παιδαγωγικά κατάλληλο για μαθητές δημοτικού; Εγώ τουλάχιστον ξέρω μόνο μία καθηγήτρια που έχει υποστηρίξει κάτι τέτοιο, ενώ άλλοι πιστεύουν το αντίθετο. Και γιατί η αναφορά στην καταλληλότητα ή μη του βιβλίου από παιδαγωγική άποψη παρεισφρέει σε μια παράγραφο όπου ο Α. Ν. Κ. κάνει λόγο για ένα άλλο θέμα, το αν ανοίγει ο δρόμος για τη φωνητική γραφή στο σχολικό εγχειρίδιο; Γιατί μπλέκονται τα δύο αυτά θέματα μεταξύ τους;

Ας σταματήσει επιτέλους να παραπληροφορεί ο ακαδημαϊκός Α. Ν. Κουνάδης για το θέμα της νέας γραμματικής του δημοτικού. Ο Α. Ν. Κ. ισχυρίζεται ότι η επικεφαλίδα «Μιλώ και γράφω» στη σελ. 36 του σχολικού βιβλίου, στην οποία παρουσιάζονται οι φωνηεντικοί και συμφωνικοί φθόγγοι της νέας ελληνικής, θα μπερδέψει τον μαθητή και θα τον οδηγήσει στη φωνητική γραφή. Πρόκειται για αβάσιμο και αστείο ισχυρισμό. Σημειωτέον ότι το επιχείρημα της «επικεφαλίδας» το προβάλλει ο Α. Ν. Κουνάδης, ο σάλος που ξέσπασε το καλοκαίρι δεν οφειλόταν σε παρερμηνεία της εν λόγω επικεφαλίδας. Ο μαθητής, λοιπόν, θα πάρει στα χέρια του όλο το βιβλίο και δεν θα περιοριστεί στη σελ. 36, που αναδημοσιεύεται στο διαδίκτυο και σε εφημερίδες αποκομμένη από το όλο βιβλίο, παρερμηνεύεται και σχολιάζεται με απαράδεκτο ύφος από ομοϊδεάτες του Α. Ν. Κουνάδη. Ο μαθητής θα διαβάσει όλο το βιβλίο και θα διαπιστώσει ότι στη νέα γραμματική γίνεται σαφέστατη διάκριση φθόγγων-γραμμάτων, προφοράς-γραφής. Θα δει λ.χ. ότι άλλο κεφάλαιο αφιερώνεται στους φθόγγους και άλλο στα γράμματα. Σε όλη τη σελ. 41 μάλιστα υπάρχει και άσκηση με την οποία η διάκριση φθόγγων-γραμμάτων γίνεται απόλυτα κατανοητή. Το κακό ξεκίνησε από την αποδεδειγμένη αδυναμία μιας δασκάλας να ξεχωρίσει τους φθόγγους και τα γράμματα μεταξύ τους, όχι από παρερμηνεία κάποιας επικεφαλίδας. Ο ισχυρισμός ότι η νέα γραμματική ωθεί σε εγκατάλειψη της παραδοσιακής ορθογραφίας και σε υιοθέτηση της φωνητικής γραφής είναι αβάσιμος και αφελής.

Η διάκριση επικεφαλίδας και σώματος της σελίδας 36 δεν είναι «λεπτή», όπως τη χαρακτηρίζει ο Α. Ν. Κ., ο οποίος επινόησε το πρόβλημα της «επικεφαλίδας», για να δικαιολογήσει τις αντιδράσεις των ομοϊδεατών του στο σχολικό βιβλίο. Η διάκριση αυτή γίνεται πολύ εύκολα – και δεν χρειάζεται να έχουν διαβάσει οι μαθητές όλο το βιβλίο, για να καταλάβουν ότι πρόκειται για επικεφαλίδα. Επίσης, με ένα απλό ξεφύλλισμα του βιβλίου βλέπουν ότι πρόκειται για επαναλαμβανόμενη επικεφαλίδα ολόκληρου του δεύτερου μέρους του βιβλίου, η οποία φυσικά δεν αφορά μόνο τη σελ. 36. Ο τύπος γραμμάτων και το χρώμα της επικεφαλίδας δηλώνουν σαφέστατα περί τίνος πρόκειται. Κανείς μαθητής δεν θα μπερδευτεί, κανένα παιδί δεν θα οδηγηθεί στη φωνητική ορθογραφία, γιατί έχει στα χέρια του ολόκληρη τη γραμματική και όχι μόνο τη σελ. 36, όπως προφανέστατα συμβαίνει με τον ακαδημαϊκό Κουνάδη. Ποιοι «μεγάλοι και μάλιστα ειδικοί (όπως φαίνεται από πλήθος δημοσιευμάτων) κατάλαβαν ότι η δήθεν επικεφαλίδα είναι τμήμα του κειμένου της σελ. 36 και ανοίγει την οδό στη φωνητική ορθογραφία»; Πάλι ο Α. Ν. Κ. επιστρατεύει την επίκληση στη μη κατονομαζόμενη αυθεντία και προσπαθεί με την κατάλληλη διατύπωση («πλήθος δημοσιευμάτων») να εντυπωσιάσει. Είναι αξιοσημείωτο μάλιστα ότι κάνει αναφορά και σε ειδικούς! Ειδικοί όμως στην προκειμένη περίπτωση είναι οι γλωσσολόγοι. Ποιοι γλωσσολόγοι κατάλαβαν ότι η νέα γραμματική προωθεί τη φωνητική γραφή;
«4. Το ότι δήθεν παρερμήνευσα την απάντηση της πρώτης των συγγραφέων σε ερώτημα δημοσιογράφου (“Βήμα” της 22/7/2012), αν οι συντάκτες του βιβλίου συμβουλεύτηκαν δασκάλους κατά τη συγγραφή του, δεν ευσταθεί (με εκ των υστέρων δικαιολογίες) διότι οι δηλώσεις της δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης εν όψει της απαντήσεώς της, που έχει ως εξής: «Το μέλος της επιτροπής κ. Μαργαρίτα Λουκά έχει μακρά εμπειρία διδάσκοντας μικρά παιδιά στο εξωτερικό, στην Κύπρο και αλλού. Ήταν η ασφαλιστική μας δικλίδα για να μην κάνουμε λάθος στην παρουσίαση γλωσσολογικών απόψεων σε παιδιά αυτής της ηλικίας». Περί άλλων δασκάλων που να συνέβαλαν θετικά στη σύνταξη του βιβλίου (όπως τώρα ισχυρίζονται οι επιστολογράφοι), ουδείς λόγος γίνεται. Ο αναγνώστης μπορεί να κρίνει σε ποιον ανήκει η ντροπή».
Μόνο που η Ειρ. Φιλιππάκη στην ίδια συνέντευξη, αμέσως πριν, είχε δηλώσει:
«Κοιτάξτε, δεν μπορεί άλλα να λέει ο γλωσσολόγος και άλλα ο δάσκαλος. Υπήρξαν συζητήσεις και παρατηρήσεις επί της ουσίας τις οποίες δεχτήκαμε καλοπροαίρετα. Κάποιος δάσκαλος μας είπε ότι «εμείς δεν κάνουμε επιστήμη, αλλά παράδοση μαθήματος». Του απαντήσαμε ότι «υπάρχουν επιστημονικά κριτήρια που δεν γίνεται να τα αλλάξουμε»».
Από αυτήν εδώ τη δήλωση συμπεραίνεται αβίαστα ότι οι συντάκτες της εν λόγω σχολικής γραμματικής συζήτησαν με δασκάλους κατά τη συγγραφή του βιβλίου. Και έτσι, καταρρίπτεται πανηγυρικά άλλος ένας ισχυρισμός του ακαδημαϊκού Κουνάδη.
«5. Το ότι “οι συντάκτες του βιβλίου έχουν υιοθετήσει εγχειρίδια για την αγγλική γλώσσα χωρίς πολλή σκέψη” δεν είναι μόνο γνώμη διεθνούς εμβέλειας καθηγήτριας Κλασικής Φιλολογίας γνωστού ξένου πανεπιστημίου (το όνομα της οποίας πρέπει να γνωρίζουν οι επιστολογράφοι, διότι είναι τόσο γνωστό στη χώρα μας ώστε και ένας μη ειδικός μπορεί να το μαντέψει), αλλά και άλλων. Η πρώτη, άλλωστε, των επιστολογράφων συνέταξε από κοινού με τους κ. Holton D. και Mackridge P. ένα τέτοιο ξενόγλωσσο βιβλίο γραμματικής: “Greek grammar: A comprehensive grammar of the modern language”. Εύχομαι η επιστολή των 4 συγγραφέων του απαράδεκτου αυτού βιβλίου να είναι η τελευταία απέλπιδα προσπάθεια υποστήριξής του και το εφιαλτικό ενδεχόμενο πλήρους καταστροφής της γλώσσας μας (μετά τα αλλεπάλληλα πλήγματα που δέχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες) να αποτραπεί. Φρονώ ότι το πρόβλημα αυτό δεν θα υπήρχε αν ο νέος υπουργός Παιδείας ζητούσε τη γνώμη της Ακαδημίας Αθηνών (κατά τον Οργανισμό της), όπως συνέβη και σχετικά πρόσφατα για αναλόγου σοβαρότητος θέματα».
Αφού και πάλι επικαλείται μια αυθεντία που δεν κατονομάζει, ο Α. Ν. Κουνάδης σημειώνει ότι και άλλοι έχουν την ίδια γνώμη με τη διαπρεπή αυτή καθηγήτρια. Αυτό υποτίθεται ότι είναι επιχείρημα. Ως συμπληρωματικό στοιχείο αναφέρει ότι η Ειρ. Φιλιππάκη ήταν μέλος της συγγραφικής ομάδας ενός ξενόγλωσσου βιβλίου γραμματικής. Και αυτό τι αποδεικνύει; Επίσης, η καταγραφή των φθόγγων της νέας ελληνικής σε ένα σχολικό βιβλίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συγγραφείς του έχουν άκριτα υιοθετήσει εγχειρίδια για την αγγλική γλώσσα; Ποια στοιχεία οδηγούν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα;

Τελικά, ο Α. Ν. Κουνάδης κάθε άλλο παρά απέδειξε ότι το επίμαχο βιβλίο είναι απαράδεκτο, όπως το χαρακτηρίζει. Το «εφιαλτικό ενδεχόμενο πλήρους καταστροφής της γλώσσας μας» ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας και δεν έχει την παραμικρή σχέση με τη σχολιαζόμενη γραμματική. Να ποιες είναι οι συνέπειες του να ασχολείται με τη γλώσσα κάποιος που δεν κατέχει τα γλωσσικά. Έχει συλλάβει άραγε τι γράφει; Πώς συνδέεται ένα σχολικό βιβλίο όπου απλώς γίνεται καταγραφή των φθόγγων της νέας ελληνικής με το ενδεχόμενο να καταστραφεί η ελληνική γλώσσα; Εύχομαι να μην υπάρξει υπουργός που να ζητήσει τη γνώμη του Α. Ν. Κ. για το περιεχόμενο σχολικών βιβλίων γλώσσας. Ελπίζω ότι η διδασκαλία της γλώσσας στη χώρα μας δεν θα επηρεάζεται από τα γλωσσικά του πιστεύω. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι πράγματι εφιαλτικό.

4.11.12

«ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΦΩΝΑ…»

O Θανάσης Γκότοβος, καθηγητής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, δημοσίευσε το άρθρο «Μαρξιστικά φωνήεντα και αστικά σύμφωνα…» στον ιστότοπο aixmi.gr στις 22/7/2012.
Ο Θ. Γκ. γράφει μεταξύ άλλων:
«Μέσα σε μια συγκυρία όπου εξ αιτίας των καταιγιστικών ψευδών για τους Έλληνες που επινοούνται, εκπέμπονται και ανακυκλώνονται, έχει αναπτυχθεί σε ορισμένους εκπαιδευτικούς μια υπερευαισθησία για το αν κάποιες νέες περιγραφές της Ελληνικής στα σχολικά εγχειρίδια υπηρετούν έναν “απώτερο σκοπό”. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι εύκολη εποχή για “καινοτομίες” στο μάθημα της Γλώσσας και της Ιστορίας. Για τα υπόλοιπα μαθήματα η ευαισθησία του κοινού κινείται σε φυσιολογικά όρια…»
Τα γραφόμενα από τον Θ. Γκ. εδώ έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα. Είναι υποκειμενικός ο ισχυρισμός ότι αιτία της «υπερευαισθησίας» που αναφέρει είναι τα «καταιγιστικά ψεύδη για τους Έλληνες». Η λεγόμενη υπερευαισθησία μερικών εκπαιδευτικών, που έχει ιδεολογικό υπόβαθρο, οφείλεται σε ανεπαρκή γνώση του αντικειμένου της γλώσσας και σε έλλειψη ορθολογικού τρόπου σκέψης. Το γεγονός ότι έχουμε στην Ελλάδα τέτοιους εκπαιδευτικούς, που θεωρούν ότι η θεμελίωση της γραμματικής σε νεότερα γλωσσολογικά διδάγματα υπηρετεί «βαθύτερους σκοπούς», αποτελεί σύμπτωμα της παρακμής μας. Και αν κάποιος εναντιώνεται σε καινοτομίες που αφορούν τη διδασκαλία της γλώσσας, καλό είναι να το κάνει με επιχειρήματα και όχι διατυπώνοντας θεωρίες συνωμοσίας. Ας θυμηθούμε, άλλωστε, τι πιστεύει η περίφημη δασκάλα, ότι η νέα γραμματική συντείνει στην «εθνική μας εξολόθρευση», ότι υπάρχει «ένα εθνικό σχέδιο καταστροφής της γλώσσας» και άλλα τέτοια τερατώδη και γελοία. Υπερευαισθησία δείχνουν τέτοιοι ισχυρισμοί;
«Κάποια δασκάλα, λοιπόν, σε μια ιστοσελίδα συλλόγου εκπαιδευτικών ασκεί κριτική στην άποψη των συγγραφέων της νέας σχολικής γραμματικής –μια από τις πολλές που θα μπορούσαν να είχαν γραφεί– ότι τα φωνήεντα της Ελληνικής είναι πέντε, ενώ αυτή είχε μάθει –από την προηγούμενη γραμματική Τριανταφυλλίδη, και όχι από τον… Μουφλουζέλη – ότι είναι επτά. Η νέα σχολική Γραμματική δεν καταργεί κανένα γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, δεν περιέχει προτάσεις για ορθογραφική απλοποίηση. Αλλά μια μικρή παρανόηση σε συνδυασμό με την πίεση που φέρνει σε κάθε πολίτη της χώρας αυτής η νέα εποχή, αρκούν για να συνδεθεί η γλωσσολογική καινοτομία στη σχολική γραμματική με κέντρα που επιχειρούν να κτυπήσουν την παράδοση των Ελλήνων – αφού ήδη κτυπούν όλα τα άλλα…»
Πολύ φοβάμαι ότι το αρχικό κείμενο της δασκάλας δεν αποτελεί απλή άσκηση κριτικής – το να γράψει κανείς ότι η δασκάλα απλώς «ασκεί κριτική» στη νέα σχολική γραμματική δεν αποδίδει την πραγματικότητα. Δεν λέγεται άσκηση κριτικής το να συγχέει κανείς βασικές έννοιες δείχνοντας ότι δεν κατέχει καν το αντικείμενο που καλείται να διδάξει, και μάλιστα ενώ υπηρετεί σε δημόσιο σχολείο. Επίσης, τα φωνήεντα της νέας ελληνικής (όχι γενικά της ελληνικής) με γλωσσολογικούς όρους είναι όντως πέντε. Δεν πρόκειται για υποκειμενική άποψη των συγγραφέων της συγκεκριμένης γραμματικής ούτε για μία από τις πολλές απόψεις που θα μπορούσαν να είχαν διατυπωθεί. Ποιες είναι δηλαδή οι «πολλές απόψεις» στην προκειμένη περίπτωση; Το πολύ-πολύ να υποστηρίξει κανείς ότι τα φωνήεντα είναι επτά, ακολουθώντας παλαιότερες σχολικές γραμματικές, που χαρακτήριζαν –κακώς– φωνήεντα και τα γράμματα, όχι μόνο τους φθόγγους. Και στην περίπτωση αυτή όμως, θα μιλάμε για δύο «απόψεις». Ποιες είναι, λοιπόν, οι «πολλές απόψεις» για το πόσα φωνήνεντα έχει η νέα ελληνική; Πάντως, είναι θετικό το γεγονός ότι ο Θ. Γκ. αναγνωρίζει πως το νέο σχολικό βιβλίο δεν καταργεί κανένα γράμμα ούτε προτείνει απλοποίηση της ορθογραφίας. Αλλά η δασκάλα δεν χρεώνεται με «μια μικρή παρανόηση». Μικρή παρανόηση δείχνει το αρχικό κείμενό της; Τέλος, η άποψη του Θ. Γκ. ότι στην προκειμένη περίπτωση έπαιξε ρόλο και η πίεση που ασκείται «σε κάθε πολίτη της χώρας αυτής» κτλ. κτλ. έχει και αυτή υποκειμενικό χαρακτήρα.
«Πώς να ερμηνεύσω, όμως, την υπερευαισθησία των επαγγελματιών γλωσσολόγων; Όσων θεώρησαν ότι κινδυνεύει τόσο άμεσα η επιστημονική γνώση, που πρέπει έγκαιρα να υψωθεί φράγμα για να αναχαιτιστούν οι δυνάμεις του σκοταδισμού;»
Γιατί, δεν πρόκειται για δυνάμεις του σκοταδισμού; Η επίθεση στη νέα γραμματική –η ένδεια επιχειρημάτων σε συνδυασμό με την οξύτητα του ύφους των «διαμαρτυρομένων»– είναι και παραείναι σκοταδιστική. Και φυσικά κινδυνεύει η επιστημονική γνώση, με την έννοια ότι υποβαθμίζεται ή και χλευάζεται.
«Και έρχεται στο τέλος η ίδια η ομάδα των συγγραφέων της νέας σχολικής Γραμματικής να δώσει πολιτικο-ιδεολογική ταυτότητα στις αντιδραστικές δυνάμεις, εμφανίζοντας τους οπαδούς των απόψεων της δασκάλας ως φορείς “αστικών μύθων”. […] Δεν έχει κανένα νόημα να τους δαιμονοποιούμε ως φορείς “αστικών μύθων”. […] Γιατί τι σημαίνει, αλήθεια, η ξύλινη γλώσσα από γλωσσολόγους για τους “αστικούς μύθους”; Δεν έχει γίνει ακόμη κατανοητό ότι η μαρξιστική μόστρα δεν φτουράει στην εποχή μας; Τι τα θέλανε οι συγγραφείς τα επίθετα, τα δανεισμένα από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας, για να μαρκάρουν ιδεολογικά την τόσο …επικίνδυνη αντίπαλο; Έχουν οι “αστοί” απόψεις και για τα φωνήεντα; Ή μήπως ο θείος Βρασίδας [= ο ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του εν λόγω σχολικού βιβλίου] είναι κρυπτομαρξιστής αστός…»
Νομίζω ότι ο αρθρογράφος στήριξε τουλάχιστον ένα μέρος από τα γραφόμενά του σε μια παρανόηση. Όπως πολύ σωστά επισήμανε ένας σχολιαστής στο aixmi.gr, ο όρος αστικός μύθος αποδίδει την αγγλική φράση urban legend, η οποία δεν έχει ιδεολογικο-πολιτική χροιά. Η ανταπάντηση του Θ. Γκ., σύμφωνα με την οποία η φράση αστικός μύθος έχει και άλλες σημασίες και ότι «μάλλον σε κάτι πιο πολιτικό παραπέμπει η έκφραση αστικοί μύθοι» στην ανακοίνωση των 140 γλωσσολόγων, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Είναι απορίας άξιο πώς ένας καθηγητής πανεπιστημίου αγνοεί τη σημασία της φράσης αστικός μύθος. Καλό είναι πάντως να παραδεχόμαστε τα λάθη μας και να μην προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε τα αδικαιολόγητα.
«Πιο ήπια, παιδιά. Ούτε ανακοινώσεις χρειάζονταν, ούτε υπογραφές. Αφήστε τους εκπαιδευτικούς να εκφράσουν τις απόψεις τους για τα σχολικά βιβλία, έστω και αν αυτές είναι λανθασμένες, ειδικά αυτή την εποχή που κάθε διαίρεση μόνο να βλάψει μπορεί. […]. Οι γνώσεις που έχουν μερικοί εκπαιδευτικοί για τη Γραμματική αντανακλούν τη δική μας αδυναμία να τους φέρουμε σε επαφή με τις σύγχρονες μεθόδους αποτύπωσης των γλωσσικών φαινομένων».
Γιατί δεν χρειάζονται ανακοινώσεις και υπογραφές; Όταν υπάρχει τέτοια παραπληροφόρηση, δεν είναι αναγκαίο να βγουν οι αρμόδιοι επιστήμονες και να πληροφορήσουν υπεύθυνα τον κόσμο για το τι πράγματι ισχύει; Επίσης, κανείς δεν εμπόδισε τους εκπαιδευτικούς να εκφράσουν τις απόψεις τους για τα σχολικά βιβλία. Και οι απόψεις αυτές όμως θα κριθούν. Και πάντως, το αρχικό κείμενο της δασκάλας δεν περιελάμβανε απλώς λανθασμένες απόψεις για ένα σχολικό βιβλίο. Ο Θ. Γκ.είναι πολύ επιεικής με τη συγκεκριμένη εκπαιδευτικό. Επιπροσθέτως, στη διαίρεση, που «μόνο να βλάψει μπορεί», όπως γράφει ο Θ. Γκ., «ειδικά αυτή την εποχή», ποιος συνέβαλε περισσότερο από τη δασκάλα και τους ομοϊδεάτες της; Υπάρχουν πιο διχαστικά κείμενα από αυτά που δημοσίευσαν οι δήθεν υπερασπιστές της γλώσσας μας; Κατά τα άλλα, για τη μη εξοικείωση μερικών εκπαιδευτικών με σύγχρονα γλωσσολογικά διδάγματα έχουν και οι γλωσσολόγοι το δικό τους μερίδιο ευθύνης, πράγμα που δεν απαλλάσσει όμως τους εκπαιδευτικούς αυτούς από τις δικές τους ευθύνες.
«Η σύγχυση της δασκάλας για τα φωνήεντα είναι δικαιολογημένη, γιατί στην προηγούμενη σχολική γραμματική του Τριανταφυλλίδη η λέξη “φωνήεν” δεν παραπέμπει μόνο σε φθόγγους “…που μπορούν να σχηματίσουν μόνοι τους συλλαβές”, αλλά ταυτόχρονα και στα γράμματα που παριστάνουν αυτούς τους φθόγγους (“φωνήεντα είναι τα γράμματα α, ε, η, ι, ο, υ, ω”). Ποια είναι η καινοτομία της νέας σχολικής γραμματικής; Ότι με τον όρο “φωνήεν” οι συγγραφείς εννοούν αποκλειστικά τους φθόγγους, συμφωνώντας εν μέρει μόνο με τον Τριανταφυλλίδη».
Πράγματι, αυτή είναι η καινοτομία της νέας σχολικής γραμματικής, αλλά πολύ αμφιβάλλω αν έτσι δικαιολογείται η σύγχυση της δασκάλας. Δεν κατάλαβε η συγκεκριμένη εκπαιδευτικός ότι ανέτρεξε σε σελίδα του βιβλίου όπου γίνεται λόγος για φθόγγους και ότι κανένα γράμμα δεν έχει καταργηθεί; Και πάλι ο Θ. Γκ. είναι πολύ επιεικής με τη δασκάλα.
«Το θέμα δεν θα είχε δημιουργηθεί, αν κάπου μέσα στο βοήθημα οι συγγραφείς ξεκαθάριζαν τη θέση τους απέναντι στη σχολική γραμματική Τριανταφυλλίδη, σύμφωνα με την οποία η λέξη “φωνήεν” παραπέμπει τόσο σε συγκεκριμένους φθόγγους, όσο και σε συγκεκριμένα γράμματα που συμβολίζουν φθόγγους. Και θα έπρεπε ανοιχτά να δηλώσουν πού συμφωνούν και πού διαφωνούν με τον Τριανταφυλλίδη. Δεν το έκαναν με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ίσως από σεβασμό στον μεγάλο γλωσσολόγο. Ή επειδή το θεώρησαν προφανές.
»Αλλά αν θεωρείς κάτι προφανές, δεν βγαίνεις με υπογραφές και ανακοινώσεις να το υποστηρίξεις δημόσια».
Θα μπορούσαν οι συγγραφείς να δώσουν τις σχετικές διευκρινίσεις και πάντα υπάρχει περιθώριο για βελτίωση ενός βιβλίου, σχολικού ή μη. Πώς ξέρουμε όμως ότι το θέμα της δήθεν κατάργησης γραμμάτων στη νέα γραμματική δεν θα είχε δημιουργηθεί; Και πάλι ο Θ. Γκ. διατυπώνει έναν υποκειμενικό ισχυρισμό. Μπορεί να είχε δημιουργηθεί το θέμα, ακόμα και αν δήλωναν ρητά οι συγγραφείς πού διαφοροποιούνται από παλαιότερες γραμματικές. Είναι βέβαιο ότι δεν θα είχε ξεσπάσει ο σάλος για την υποτιθέμενη κατάργηση γραμμάτων; Μήπως έπαψαν να ωρύονται οι «υπερασπιστές της γλώσσας μας», οι φανατικοί και οι αδαείς δηλαδή, αφού δόθηκαν οι απαραίτητες διευκρινίσεις; Πώς, λοιπόν, ισχυρίζεται ο Θ. Γκ. ότι δεν θα είχε δημιουργηθεί το θέμα;


Δείτε στο aixmi.gr ολόκληρο το άρθρο του Θ. Γκ. και τη συζήτηση που ακολούθησε. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα περισσότερα σχόλια ήταν εύστοχα – αξίζει να διαβαστούν.