23.11.14

Σχόλια για το άρθρο «Παγιδευμένοι στον εθνομηδενισμό»

«Με την επιβολή του μονοτονικού έχουμε ήδη κάνει το πρώτο βήμα, το μονοτονικό αποδεικνύεται ένα απλώς μεταβατικό στάδιο ως την πλήρη κατάργηση των τόνων. Και μετά το ατονικό, συνέπεια φυσική των αρχών που υπαγόρευσαν το μονοτονικό (αρχών μιας “ιδεολογίας της ευκολίας”, όπως έλεγε ο Άγγελος Ελεφάντης) θα είναι η παραδοχή της φωνητικής γραφής (“όλι ι άνθροπι ίδιι ίνε”), δηλαδή στην ουσία η διάλυση της ελληνικής γλώσσας εις τα εξ ων συνετέθη».
Ο παραπάνω συλλογισμός δεν είναι τεκμηριωμένος. Μόνο με λογικά άλματα μπορεί κανείς να μεταβεί από την καθιέρωση του μονοτονικού στην πλήρη κατάργηση των τόνων και να καταλήξει στη φωνητική γραφή. Δεν πρόκειται να καθιερωθεί ορθογραφία του τύπου “όλι ι άνθροπι ίδιι ίνε”. Δεν διαφαίνεται καμία πρόθεση εκ μέρους της πολιτείας να εφαρμοστεί ατονικό σύστημα ή φωνητική γραφή. Ακόμη όμως και αν επικρατήσει η λεγόμενη ιδεολογία της ευκολίας, και πάλι δεν θα εγκαταλειφθεί η ιστορική ορθογραφία, για τον απλούστατο λόγο ότι η παραδοσιακή ορθογραφία έχει και πρακτική αξία: Μας διευκολύνει να οργανώνουμε ένα μέρος του λεξιλογίου σε οικογένειες λέξεων, λ.χ. να διακρίνουμε τα <φίλος>, <φυλή> και <φύλλο>, κάνει πιο εύκολη τη διάκριση μεταξύ των <λυτός> και <λιτός> κ.ά. Επιπλέον, η φωνητική γραφή δεν θα ήταν κατ’ ανάγκην πιο εύκολη, π.χ. θα χρειαζόμασταν άλλο σύμβολο για το <γ> του <γάλα> και άλλο για το <γ> του <γύψος>. Η πρακτική αξία της ιστορικής ορθογραφίας, που μπορεί να φανεί καλύτερα με πολλά ακόμη παραδείγματα, αποδεικνύει ότι όλα αυτά περί της δήθεν επικείμενης επιβολής του ατονικού συστήματος και της φωνητικής γραφής συνιστούν κινδυνολογία και καταστροφολογία. Συν τοις άλλοις, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι άλλο γλώσσα και άλλο γραφή, δηλαδή ακόμη και αν καθιερωθεί η φωνητική γραφή, η ασύμφορη φωνητική γραφή, και πάλι δεν πρόκειται να διαλυθεί η ελληνική γλώσσα. Καλό είναι επίσης να μη συγχέουμε ούτε να ταυτίζουμε το πολυτονικό σύστημα με την ιστορική ορθογραφία. Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λεγόμενη απλοποιημένη ιστορική ορθογραφία και μονοτονικό σύστημα.

Εμένα μου αρκεί ότι οι γλωσσολόγοι θα απέφευγαν να συγκρίνουν την καθιέρωση του μονοτονικού με τη Μικρασιατική Καταστροφή, και μάλιστα να υποστηρίξουν ότι το μονοτονικό προκάλεσε μεγαλύτερες καταστροφές. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν είναι σε καμιά περίπτωση ρεαλιστικοί ούτε ψύχραιμοι. Δεν αρκεί κανείς να πει ότι μιλάει ρεαλιστικά ή ψύχραιμα. Αυτά θα κριθούν. Και επαναλαμβάνω ότι κανείς γλωσσολόγος δεν θα διατύπωνε τέτοιους ισχυρισμούς, πράγμα που καλό είναι να μας προβληματίσει. Ούτε με το μονοτονικό ούτε με τη νεοελληνική ή δημοτική χάνεται η συνέχεια της γλώσσας. Με το μονοτονικό δεν χάνεται η συνέχεια, γιατί η συνέχεια δεν κρίνεται από τους τόνους και τα πνεύματα, που άλλωστε δεν υπήρχαν καν στην αρχαιότητα. Με αυτή τη λογική, και η καθιέρωση της μικρογράμματης γραφής έναντι της κεφαλαιογράμματης διασπά τη συνέχεια της γλώσσας. Για όποιον ασχολείται με την ιστορική γλωσσολογία, η συνέχεια υπάρχει σε επίπεδο λεξιλογίου, σύνταξης κτλ. Όσο για μας, η έμπρακτη συνέχεια της ελληνικής είναι η νέα ελληνική, γιατί αυτή προέρχεται από τις προηγούμενες φάσεις της ελληνικής. Βιβλία όπως η υποδειγματική μελέτη «Νεοελληνική ορθογραφία» του Γ. Παπαναστασίου και ο κλασικός πλέον τόμος 7 από τα «Άπαντα» του Μ. Τριανταφυλλίδη αποκαλύπτουν πόσο σύνθετο θέμα είναι η νεοελληνική ορθογραφία, αλλά και πόσο ευρύ προβληματισμό έχουν αναπτύξει οι ειδικοί για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων ορθογραφικών προβλημάτων. Τέτοια βιβλία δείχνουν έμμεσα ότι η κινδυνολογία και η καταστροφολογία που συνδέεται με την ορθογραφία της νέας ελληνικής και το μονοτονικό είναι αντιεπιστημονική, ούτε ρεαλιστική ούτε ψύχραιμη.

Πέρα όμως από τα συγκεκριμένα βιβλία, όταν αρθρογραφούμε για θέματα γλώσσας, καλό είναι να έχουμε συμβουλευθεί και άλλα εγχειρίδια, όπως μερικά εκλαϊκευμένα εισαγωγικά βιβλία γλωσσολογίας που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια. Εκεί μπορεί κανείς να δει μεταξύ άλλων αυτό που προανέφερα, ότι άλλο γλώσσα και άλλο γραφή, και να μην τα συγχέει μεταξύ τους. Καθώς διαβάζω το αρχικό κείμενο, διαπιστώνω ότι τέτοια σύγχυση υπάρχει και σε αυτό το σημείο:
«Για να κατανοήσει, τώρα πια, ένας Ελλαδίτης τα κείμενα της κλασικής αρχαιότητας ή της “κοινής” ελληνικής (ή τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, το “Τη υπερμάχω”), πρέπει να εισαχθεί εξ υπαρχής στη γραπτή σημαντική μιας άλλης γλωσσικής λογικής (σύνταξης, γραμματικής, ετυμολογίας) – σε μιαν άλλη, ξένη γι’ αυτόν γλώσσα».
Άλλο γλώσσα και άλλο γραφή, όπως είπαμε. Οι διαφορές λ.χ. στη σύνταξη αφορούν τη γλώσσα. Η γραφή αποτελεί διαφορετικό θέμα. Και βέβαια, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι η δυσκολία που έχει κάποιος να καταλάβει τον Παπαδιαμάντη οφείλεται στην αποκοπή του από το πολυτονικό.

13.11.14

Περιθωριακές σημειώσεις στο «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών (4)

(Συνέχεια από το προηγούμενο.)

1) Ο Χ. Χ. στα προλεγόμενα του λεξικού και ειδικά εκεί που κάνει λόγο για την επιλογή και τον τρόπο κατάρτισης του λημματολογίου (σελίδα 14) σημειώνει:
«Είναι αυτονόητο ότι αξιοποιήθηκαν τα περισσότερα νεοελληνικά λεξικά».
Εκείνο που δεν μας λέει είναι ούτε ένα λήμμα δεν έχει συνταχθεί χωρίς να έχει ληφθεί υπόψη αν το συμπεριλαμβάνει ή τι γράφει το Λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη (ΛΝΕΓ). Δεν περίμενα βέβαια να παραδεχτεί ο Χ. Χ. τι οφείλει στο λεξικό του συναδέλφου του. Είναι όμως άκομψο να τον φωτογραφίζει στο σημείωμα σχετικά με την ορθογραφία, εκεί που αναφέρεται στις τσιππούρες κτλ., ενώ του οφείλει τόσα.

Το Λεξικό Μπαμπινιώτη και το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη (ΛΚΝ) κυρίως αξιοποιήθηκαν. Και να λάβουμε υπόψη ότι οι συντάκτες των δύο αυτών λεξικών δούλευαν ως το 1998, τότε που εκδόθηκαν, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους τόσες πηγές όσες υπάρχουν σήμερα. Δεν εννοώ μόνο το διαδίκτυο. Εννοώ ότι οι συντάκτες του ΛΝΕΓ εκείνα τα χρόνια δεν είχαν καν τη δυνατότητα να συμβουλεύονται το ΛΚΝ (ούτε βέβαια οι του ΛΚΝ μπορούσαν να αξιοποιήσουν το ΛΝΕΓ). Απεναντίας, ο Χ. Χ. πολλά πράγματα τα βρήκε έτοιμα.

2) Συνέντευξη του Χ. Χ. στην Καθημερινή. Τι να πρωτοσχολιάσω…

Δεν δίνει σαφή απάντηση στο ερώτημα γιατί συμπεριέλαβε την τσαχπινογαργαλιάρα και όχι το like.

Με το να λέει ότι αφαίρεσε ό,τι είχε σχέση με θέματα ποδοσφαιρικά, πολιτικά ή φυλετικά ομολογεί ότι η μέθοδός του δεν είναι και τόσο περιγραφική. Αν όλα τα προηγούμενα λεξικά έχουν μέσα σεξιστικά παραδείγματα, αυτός δεν είναι λόγος να μην καταγραφούν οι αρνητικές σημασίες, λ.χ. για το Φιλιππινέζα. Άλλο η σημασία και άλλο το παράδειγμα χρήσης. Για να μην ανασύρω τις δηλώσεις που έκανε ο Χ. Χ. όταν υπερασπιζόταν το ΛΝΕΓ για το θέμα με το λήμμα Βούλγαρος το 1998… Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο…

Δεν απαντάει καν στο ερώτημα αν ο Εμμανουήλ Κριαράς είχε άδικο που έλεγε να μη διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο! (Για την ακρίβεια: στο γυμνάσιο.) Γιατί άραγε;

Δεν ήταν καθόλου κομψό εκ μέρους του να πει ότι υποψιάζεται μήπως κάποιος ήθελε να του κλέψει το λεξικό. Είναι σαν να φωτογραφίζει συναδέλφους του που ασχολούνται με λεξικά. Και πού ήξεραν οι δράστες ότι έχει μαζί του φλασάκι με το λεξικό; Και έχουν φτάσει στο σημείο κάποιοι με λεξικογραφικά ενδιαφέροντα να χρησιμοποιούν σιδερογροθιές ή να βάζουν άλλους να επιτεθούν με σιδερογροθιές; Και γιατί κυκλοφορούσε έχοντας αποθηκευμένο το λεξικό σε ένα φλασάκι; Δεν σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να το χάσει; Πάντως, ας μην ανησυχεί ο Χ. Χ. και ας προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Κανείς δεν ήθελε να του κλέψει το λεξικό ούτε τις «καινοτόμους» ιδέες του. Κανείς δεν θέλει να κλέψει κάτι μέτριο. Αλλά και να μην ήξερε ότι είναι μέτριο, στην ακαδημαϊκή κοινότητα δεν συνηθίζονται τέτοιες πράξεις. Δεν εννοώ φυσικά ότι δεν υπάρχουν κρούσματα βίας στα πανεπιστήμια. Μόνο που οι δράστες εκεί ανήκουν σε ακραίες μειοψηφίες που θέλουν να επιβάλουν τις απόψεις τους. Δεν χτυπάνε με σιδερογροθιές οι δημιουργοί λεξικών ή οι ερευνητές! Ούτε βάζουν άλλους να κάνουν κάτι τέτοιο! Και βέβαια, το ότι σκέφτηκε ο Χ. Χ. πως κάποιοι τον χτύπησαν με σιδερογροθιές για να του κλέψουν το λεξικό δείχνει έναν τρόπο σκέψης ξένο προς αυτόν που πρέπει να χαρακτηρίζει ένα μέλος της ακαδημαϊκής κοινότητας.

(Συνεχίζεται.)

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

12.11.14

Περιθωριακές σημειώσεις στο «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών (3)

(Συνέχεια από το προηγούμενο.)

4) ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ

Στην ορθογραφία είναι αφιερωμένο ένα σύντομο σημείωμα που διαβάζουμε στα προλεγόμενα του ΧΛΝΓ (σελίδες 14-15). Εκεί ο Χ. Χ. σπεύδει από την πρώτη κιόλας παράγραφο να δηλώσει τη διαφωνία του με ετυμολογικές γραφές που υποστηρίζονται στο ΛΝΕΓ, όπως τσιππούρα, τσηρώτο κ.ά. Ας προστεθεί κάτι που είναι σχετικό, αν και δεν αφορά την ορθογραφία: Ο Χ. Χ. στο Βήμα (9/11/2014) δηλώνει για το αμφίψωμο, που –σημειωτέον– είχε προτείνει ο Γ. Μπαμπινιώτης, δημιουργός του ΛΝΕΓ, ως απόδοση του σάντουιτς την εποχή του τηλεπαιχνιδιού Ομιλείτε ελληνικά, στη δεκαετία του ’80: «Αν ζητήσεις αμφίψωμο, δεν θα φας σάντουιτς». Ο Χ. Χ. δεν κατονομάζει τον Γ. Μπ., αλλά τον φωτογραφίζει και με την τσιππούρα κτλ. και με το αμφίψωμο. Βέβαια, σε μια παλιά βιβλιοκρισία (βλέπε εδώ, σελίδες 366-374), βλέπουμε τον Χ. Χ. πολύ διαφορετικό. Ο τωρινός επικριτής του Γ. Μπ. ήταν τότε υμνητής του. Στον παραπάνω διθύραμβο μάλιστα δεν δίστασε να χαρακτηρίσει ειρωνικά προοδευτικούς μερικούς επικριτές του Γ. Μπ., να υποστηρίξει ότι έχουν χαμηλό επίπεδο, να τους κατηγορήσει –με αφορμή την επαναφορά των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο από τον Γ. Μπ.– ότι «κινδυνολογούν αβασάνιστα και ανησυχούν επίπλαστα» κτλ. (Ποιους να εννοούσε άραγε; ) Απεναντίας, ο εν λόγω τώρα μεταμορφώνεται σε κάποιον που διαφωνεί με τις συντηρητικές απόψεις του συναδέλφου του. Ας είναι. Να διευκρινίσω ότι δεν συμφωνώ ούτε με τις γραφές τσιππούρα, αγώρι κτλ., που δεν πρόκειται να καθιερωθούν ποτέ, ούτε με την εντελώς μάταιη προσπάθεια να αντικατασταθεί λ.χ. το αυτογκόλ με το αυτοτέρμα, το σάντουιτς με το αμφίψωμο κτλ. Κακώς στο ΛΝΕΓ υπάρχει η γραφή τσιππούρα και η απόδοση του αυτογκόλ ως αυτοτέρμα. Ο Γ. Μπ. δικαιολογημένα έχει δεχτεί κριτική γι’ αυτά, και μάλιστα από αξιόλογους συναδέλφους του. Απλώς για μερικούς άλλους οι τσιππούρες (με δύο π) και τα αμφίψωμα λειτουργούν σαν εύκολος τρόπος να κερδίσουν εντυπώσεις και να ψηλώσουν. Δεν αρκούν όμως. Το πεδίο της λεξικογραφίας είναι πολύ ευρύτερο.

Στο οπισθόφυλλο του ΧΛΝΓ διαβάζουμε ότι στις βασικές καινοτομίες του λεξικού συγκαταλέγεται η «καθιέρωση διπλής ορθογράφησης για ορισμένες λέξεις». Για τις καινοτομίες αυτές γίνεται λόγος και στη σελίδα 13, αλλά περιέργως λείπει η αναφορά στις διπλές γραφές – κι εδώ ασυνέπεια! Δεν είμαι αντίθετος με τις διπλές γραφές. Το θέμα είναι να υιοθετούνται διπλές γραφές με συγκεκριμένα κριτήρια και αυτά τα κριτήρια να δηλώνονται στα προλεγόμενα του λεξικού με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο. Θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη τα όσα γράφει για την ορθογραφική ποικιλία ο καθηγητής Γ. Παπαναστασίου στην υποδειγματική του μελέτη Νεοελληνική ορθογραφία (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών/ Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2008), στις σελίδες 217-218. Λ.χ. γιατί να μην έχει διπλή γραφή και η πιλοτή (πιλοτή και πυλωτή); Και κάτι εξίσου σημαντικό: Γιατί να μην υπάρχει παραπεμπτικό λήμμα από το πυλωτή στο πιλοτή, όπως σε άλλες περιπτώσεις διπλών γραφών, αποδεκτών ή μη;

Δείγμα προχειρότητας είναι και μια άλλη ασυνέπεια: Λήμματα που αναπτύσσονται κανονικά, δηλαδή όχι παραπεμπτικά λήμματα, είναι αφενός το αβγό & αυγό και αφετέρου το αυτί & αφτί. Δεν εννοώ τόσο το γεγονός ότι το & αφτί δεν είναι με bold γράμματα, ενώ είναι το & αυγό. Εννοώ κυρίως ότι σε αυτό το ζεύγος, ας πούμε, λέξεων δεν είναι δυνατόν πρωτεύων τύπος να είναι από τη μια το αβγό και από την άλλη το αυτί. Οι πρωτεύοντες τύποι θα πρέπει να είναι είτε αβγό και αφτί είτε αυγό και αυτί. Πρόκειται για ασυνέπεια και δεν υπάρχει κανένα κριτήριο για τη διαφορετική αυτή αντιμετώπιση των γραφών των δύο λέξεων.

Και πάντως, δεν εξηγείται στον μη ειδικό τι αντιπροσωπεύει καθεμία από τις δύο γραφές, αφτί και αυτί, αβγό και αυγό, ορθοπαιδικός και ορθοπεδικός κ.ά. Ο αναγνώστης θέλει να μάθει ποια είναι η ετυμολογικά σωστή, έστω και αν το ετυμολογικό κριτήριο δεν είναι απόλυτο, ποια αποκλίνει από την ετυμολογία και με ποιο κριτήριο δεχόμαστε τη μη ετυμολογική γραφή. Είναι απλώς η πιο συχνή ή μήπως γίνεται δεκτή και μια γραφή που βασίζεται σε παρετυμολογία; Γενικά, για θέματα ορθογραφίας το ΧΛΝΓ δεν λύνει απορίες. Με δεδομένες μάλιστα τις διπλές γραφές, μάλλον γεννάει απορίες, που θα λυθούν αν ανατρέξει κανείς σε άλλες πηγές.
Στη σελίδα 15 διευκρινίζεται:
«Στο παρόν Λεξικό παρουσιάζονται για πρώτη φορά διπλές ορθογραφήσεις. Όταν εμφανίζονται στην κεφαλή του λήμματος είναι απολύτως ισότιμες: εταιρεία & εταιρία. Συχνά τίθεται με μπλε στοιχεία ο επικρατέστερος τύπος και ακολουθεί με απλά στοιχεία ο λιγότερο συχνός: αναμεμειγμένος & αναμεμιγμένος […]».
Ειδικά για τα λήμματα ορθοπαιδικός & ορθοπεδικός, ορθοπαιδική & ορθοπεδική: Πώς εξηγείται η πρόταξη των τύπων με αι; Γιατί σημειώνονται με μπλε γράμματα μόνο οι πρώτοι τύποι; Θεωρούνται επικρατέστεροι, και αν ναι, από ποια άποψη;

Επιπροσθέτως: αβγό & αυγό (με έντονα μπλε γράμματα), αλλά αυτί & αφτί (με έντονα μπλε γράμματα μόνο το αυτί δηλαδή). Με ποιο κριτήριο τα αβγό & αυγό θεωρήθηκαν απολύτως ισότιμα, αλλά από τα αυτί & αφτί το πρώτο αντιμετωπίστηκε ως το επικρατέστερο; Ή μήπως γράφτηκε με έντονα μπλε γράμματα μόνο το αυτί για άλλον λόγο;
Από τα προλεγόμενα του λεξικού και ειδικά από αυτά που διευκρινίζονται στη σελίδα 15 δεν προκύπτει συμπέρασμα για τα παραπάνω.

Τα προλεγόμενα του ΧΛΝΓ ως προς την ορθογραφία είναι ελλιπή. Έτσι, δεν εξηγούνται εκεί (σελίδες 14-15) γραφές όπως αιρκοντίσιον, αίρμπας & αιρμπάς, αίρμπολ.Επιπλέον, νεότερες ξένες λέξεις όπως μπίρα, μοβ και ρελέ απλογραφούνται στη νέα ελληνική με βάση το σύστημα του Μ. Τριανταφυλλίδη και τη σχολική ορθογραφία, για λόγους που έχει εξηγήσει ο ίδιος ο Μ. Τρ. – δεν είναι διαφωτιστικά τα όσα γράφονται στη σελίδα 15:
«Ως γενικός κανόνας για τις ξένες λέξεις ισχύει ότι σε περιπτώσεις αμφιβολίας προτιμάται το ι έναντι των η, υ, ει, οι (π.χ. μπίρα) […]».
Λίγα λόγια για τον συλλαβισμό: Στη σελίδα 13 δηλώνεται ότι ο συλλαβισμός δείχνει τη συνιζημένη προφορά. Αλλά το διαβήτης δεν πρέπει να χωριστεί έτσι: δι-α-βήτης. Ο συλλαβισμός που αντιστοιχεί στην κυρίαρχη προφορά είναι δια-βή-της. Παρόμοια σχόλια μπορούν να γίνουν για πολλές λέξεις από δια-, καθώς και για άλλες, όπως στρατιώτης: To στρα-τιώ-της και όχι το στρα-τι-ώ-της δηλώνει την προφορά που κυριαρχεί. Το νέο λεξικό στην προκειμένη περίπτωση απλώς επαναλαμβάνει λάθη άλλων λεξικών, που φαίνονται είτε στη δήλωση του συλλαβισμού είτε στη φωνητική μεταγραφή.
ΧΛΝΓ και πολυτονικό σύστημα: Στα λήμματα λούγκερ και λούζερ δεν υπάρχουν τύποι γραμμένοι σε πολυτονικό. Αλλά: φούτερ, κομπιούτερ και ρούτερ με περισπωμένη! Το ρούτερ μάλιστα στο ρ έχει και δασεία! Επιπροσθέτως: γούφερ, σούπερ, κουρού, όλα με περισπωμένη.

5) ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Πρόκειται για τις πληροφορίες όπου παρατηρούνται οι περισσότερες ασυνέπειες.

Πρόχειρες σημειώσεις:

Λήμμα δηλώνω, αόριστος δήλω-σα. Αλλά στο εξουδετερώνω: εξουδετέρω-σε. Γιατί εξουδετερωθεί, αλλά όχι και δηλωθεί;

Στο μειώνω καταγράφονται οι λόγιοι τύποι μειούται, μειούμενος. Γιατί όμως λείπουν τα ελαττούται, ελαττούμενος από το ελαττώνω;

Λήμμα πληρώ: Σημειώνεται το *πληρείται αντί για το σωστό πληρούται. Επίσης, δεν αντιμετωπίζεται η προβληματική περίπτωση του β΄ πληθυντικού στην ενεργητική φωνή.

Λήμματα καλοήθης, κακοήθης, ευμεγέθης: Δίνονται τα ουδέτερα καλόηθες, κακόηθες, ευμέγεθες, αλλά έχουν προηγηθεί οι άτονες καταλήξεις ης, ες του θηλυκού και του ουδέτερου γένους αντίστοιχα. Έτσι, σε μια πρώτη φάση νομίζει κανείς ότι τα ουδέτερα τονίζονται όπως και τα αρσενικά. Το άτονο ες μπερδεύει στην αρχή. Θα έπρεπε να δηλώνεται μια φορά το ουδέτερο, με σαφή τρόπο βέβαια. Όχι δυο φορές, τη μια ασαφώς και την άλλη με σαφήνεια!

Ποια είναι η γενική ενικού του επιθέτου εχέφρων; Δεν θα το μάθουμε από το ΧΛΝΓ. Στο λήμμα σώφρων όμως δηλώνεται η κατάληξη της γενικής ενικού -ονος…
Στο καθηγητής λόγιο χαρακτηρίζεται και το καθηγητού και το καθηγητά, στο διοικητής όμως μόνο ο τύπος σε -ού, της γενικής, όχι και ο τύπος της κλητικής σε -ά. Δεν καταγράφονται οι λόγιες κλητικές ταγματάρχα και συνταγματάρχα στα αντίστοιχα λήμματα.

Στο ΛΚΝ και στο ΛΝΕΓ, σε λήμματα όπως ανοίγω και κλείνω, είναι ευδιάκριτες οι ενότητες των λημμάτων που αφορούν τη μεταβατική και την αμετάβατη χρήση. Στο ΧΛΝΓ χάνεσαι όταν θέλεις να αναζητήσεις πληροφορίες για το ανοίγω και το κλείνω ως αμετάβατα. Πόσο χρηστικό είναι ένα τέτοιο λεξικό;

6) ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Η «καταγραφή αυθεντικών παραδειγμάτων» (σελίδα 13) παρουσιάζεται ως καινοτομία του νέου λεξικού. Πράγματι έχουν καταγραφεί πάρα πολλά τέτοια. Θα εθελοτυφλούσε κάποιος αν δεν το δεχόταν. Αλίμονο αν στις 1819 σελίδες του ΧΛΝΓ, ενός λεξικού που δημιουργήθηκε με αξιοποίηση του διαδικτύου, έλειπαν τέτοια παραδείγματα. Σημασία όμως έχει και ο τρόπος χρήσης του διαδικτύου. Γενικά στο κρινόμενο λεξικό δεν έχει γίνει η πιο σωστή χρήση του. Είναι σαν να θέλει κάποιος να ποτίσει τα δέντρα στο χωράφι του και να μην κατευθύνει σωστά τη ροή του νερού στο αυλάκι, με αποτέλεσμα να πλημμυρίσει το χωράφι. Αυτή η συσσώρευση υλικού έχει αρνητική επίδραση στη μορφοποίηση του λήμματος στο πεδίο των παραδειγμάτων. Ήδη έχω δώσει μια εικόνα στην εισαγωγή. Εδώ ας περιοριστώ σε μερικά μεμονωμένα παραδείγματα:

Λήμμα καταπόνηση: Θερμική ~ εργαζομένων. Έπρεπε να το βάλω στο google, για να δω τι σημαίνει. Θα μπορούσε να λείπει ή να δίνεται με πιο κατανοητό τρόπο.

Λήμμα σεξ, παράδειγμα: Κλινική απεξάρτησης από το ~. Θα μπορούσε να λείπει και αυτό. Δεν προσφέρει τίποτα.

Λήμμα παραμιλητό: Παράδειγμα που κλείνει με αποσιωπητικά: Μέσα στο ~ του … Μέσα στο παραμιλητό του τι;

Πάντως, η γενική εικόνα που έχω για τα παραδείγματα δεν είναι αρνητική. Συν τοις άλλοις, από μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι δεν μεταφέρουν έμμεσα μηνύματα, όπως συμβαίνει σε άλλα λεξικά.

Για τη μορφοποίησή τους όμως έχω τη χειρότερη γνώμη. Λ.χ. στα παραδείγματα του λήμματος μένω βλέπουμε κάτι περίεργα ~νω, ~ετε, ~νετε, ~νεις και βέβαια ως φυσικοί ομιλητές είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τι κρύβεται στο ~νω, αν είναι μένω ή μείνω, ή αν με το ~νετε εννοείται μένετε ή μείνετε. Μου αρέσει μάλιστα που υπάρχει και ~ετε και ~νετε! Μόνο που σε λεξικό μιας γλώσσας όπως η ελληνική, με τέτοια μορφολογία, δεν ενδείκνυται η χρήση της κυματοειδούς γραμμής που γίνεται στο ΧΛΝΓ.
Για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο η τόσο οικεία φράση προεκλογικό ρουσφέτι (ή προεκλογικά ρουσφέτια) λείπει από τα παραδείγματα χρήσης και του λήμματος προεκλογικός και του λήμματος ρουσφέτι.

Λήμμα ελεύθερος, σημασία 2: Σε υποπεδίο των παραδειγμάτων το ΧΛΝΓ γράφει: (για πρόσ.) Έχω ~ο το απόγευμα. Είσαι ~ για έναν καφέ (πβ. εύκαιρος); Τι κάνεις στις ~ες ώρες σου; Μόνο που «για πρόσωπο» είναι μόνο το δεύτερο παράδειγμα. Τα ελεύθερο απόγευμα και ελεύθερες ώρες θα έπρεπε να καταγραφούν πιο πάνω, μαζί με το παράδειγμα ελεύθερη μέρα.

7) ΥΦΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΙ

Οι καινοτομίες του ΧΛΝΓ αφορούν και «τον ακριβή, στο μέτρο του δυνατού, υφολογικό προσδιορισμό λέξεων και εκφράσεων» (σελίδα 13). Συχνά είναι δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ του απαιτητικού λεξιλογίου, του λόγιου, του επίσημου κ.ά., αλλά η σχετικότητα των υφολογικών χαρακτηρισμών είναι γενικό φαινόμενο στη νεοελληνική λεξικογραφία. Θετικό στοιχείο στο ΧΛΝΓ αποτελεί η εισαγωγή του χιουμοριστικού ως υφολογικού χαρακτηρισμού.

Επίσης:
«Τα περισσότερα λήμματα δεν συνοδεύονται από υφολογικό-πραγματολογικό δείκτη, καθώς μεγάλο μέρος του λεξιλογίου είναι υφολογικά ουδέτερο» (σελίδα 15)
Το ψευτοθόδωρος όμως δεν μπορεί να μην έχει δείκτη. Το ίδιο και το ωχρός, εφόσον μάλιστα το ωχρότητα δηλώνεται ως λόγιο.

Το αδιαθετώ στη δεύτερη σημασία («αρρωσταίνω, ασθενώ ελαφρά») είναι επίσημο;

Λήμμα σώφρων, ων, ον. Υφολογικός χαρακτηρισμός: λόγιο. Δευτερεύων τύπος: σώφρονας, με υφολογικό χαρακτηρισμό προφορικό. Ας πούμε ότι αυτό είναι σωστό…

Αλλά στο λόγιο άφρων γιατί το άφρονας δεν χαρακτηρίζεται και αυτό προφορικό; Και γιατί στο λόγιο εχέφρων το εχέφρονας δεν δηλώνεται και αυτό ως προφορικό;

Το ισχυροποιώ χαρακτηρίζεται λόγιο στο ΧΛΝΓ. Ας δούμε το συνώνυμό του ενδυναμώνω. Δεν έχει υφολογικό χαρακτηρισμό. Έχει όμως το ενδυνάμωση. Είναι λόγιο, μόνο αυτό…

Στη σελίδα 15 διαβάζουμε ότι ο υφολογικός δείκτης καθημερινό δεν χρησιμοποιήθηκε στο ΧΛΝΓ γιατί επικαλύπτεται από τα λαϊκό, οικείο, προφορικό. Ωστόσο, και το λόγιο, το απαιτητικό λεξιλόγιο και το επίσημο επικαλύπτονται μεταξύ τους. Κι όμως, χρησιμοποιούνται και τα τρία. Οι λέξεις επιδεινώνω και επιδείνωση λ.χ. μπορούν να θεωρηθούν όχι μόνο λόγιες, αλλά και του λεγόμενου απαιτητικού λεξιλογίου και επίσημες.
Λήμμα καλοτάξιδος, παράδειγμα: ~ο το νέο σου βιβλίο. Έπρεπε να δηλωθεί ότι στο συγκεκριμένο παράδειγμα το καλοτάξιδος χρησιμοποιείται μεταφορικά.

Άλλες ασυνέπειες:

ασανσέρ – ανελκυστήρας: Το πρώτο χαρακτηρίζεται προφορικό και το δεύτερο επίσημο. 

Στο ζεύγος ίντερνετ – διαδίκτυο όμως κανένα από τα δύο δεν έχει υφολογικό χαρακτηρισμό.
Συναφής παρατήρηση: Εφόσον στο ζεύγος ασανσέρ – ανελκυστήρας βασικό λήμμα, με αναλυτικό ορισμό, είναι το ασανσέρ και όχι ο ανελκυστήρας (και σωστά, αφού ο πρώτος είναι ο συχνότερος τύπος), ομοίως και στο ζεύγος ίντερνετ – διαδίκτυο ο αναλυτικός ορισμός θα έπρεπε να είναι στο λήμμα ίντερνετ και όχι στο διαδίκτυο. Το ίδιο και σε ζεύγη λέξεων που δηλώνουν αθλήματα: Αφού αναλυτικοί ορισμοί υπάρχουν στα λήμματα μπάσκετ, βόλεϊ, χάντμπολ και όχι στα χαρακτηριζόμενα ως επίσημα καλαθοσφαίριση, πετοσφαίριση, χειροσφαίριση αντίστοιχα, είναι ασυνέπεια το γεγονός ότι στο ζεύγος πόλο – υδατοσφαίριση θα βρούμε τον αναλυτικό ορισμό στο επίσημο υδατοσφαίριση. 

Το μπουζουκλερί χαρακτηρίζεται λαϊκό και χιουμοριστικό, ενώ το σουβλακερί μόνο χιουμοριστικό. Δηλαδή λαϊκό είναι μόνο το πρώτο…

Το κρυουλιάρης δηλώνεται ως προφορικό και ειρωνικό, αλλά στο τρεμουλιάρης δεν αποδίδεται υφολογικός χαρακτηρισμός. Σημειωτέον ότι το τρεμουλιάζω θεωρείται λογοτεχνικό!

Το τσαμπουκαλεύομαι χαρακτηρίζεται αργκό, το τσαμπουκαλής/τσαμπουκαλού λαϊκό, το τσαμπουκαλίδικος λαϊκό, το τσαμπουκαλίκι αργκό, ενώ το τσαμπουκάς προφορικό. Όσα από αυτά καταγράφονται στο ΛΚΝ χαρακτηρίζονται λαϊκά, ενώ στο ΛΝΕΓ θεωρείται ότι ανήκουν στην αργκό. Ως προς τους υφολογικούς κ.ά. χαρακτηρισμούς παρατηρούνται πολλές διαφορές μεταξύ λεξικών, αλλά στο ίδιο λεξικό μια τέτοια «ποικιλία» όπως η παραπάνω είναι αδικαιολόγητη και δεν έχει καθόλου «χρηστικό» χαρακτήρα.

Λήμμα καταφάσκω: Λείπει ο υφολογικός χαρακτηρισμός. Το καταφάσκω είναι λόγιο.

8) ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

Οι ετυμολογικές πληροφορίες του ΧΛΝΓ χρειάζεται να κριθούν από ειδικούς.

Ως προς την επίδραση της ετυμολογίας στην ορθογραφία, οι ετυμολογίες του λεξικού δεν είναι διαφωτιστικές. Ο μαθητής λ.χ. δεν θα καταλάβει γιατί το επίθετο ελλιπής γράφεται με ι. Ούτε θα πληροφορηθεί γιατί λατρεία με ει αλλά ειδωλολατρία με ι. Ένα χρηστικό λεξικό θα έπρεπε να χρησιμεύει στο να λύνει με σύντομο τρόπο, χωρίς πολλές εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, τέτοιες απορίες.

Λήμμα παρλιακός: Κατά το ΛΝΕΓ, η λέξη ετυμολογείται από το ουσιαστικό πάρλα. Σύμφωνα με το ΛΚΝ όμως, δεν είναι βέβαιη η ετυμολογία της και ίσως το επίθετο παρλιακός ανάγεται στο παραλογικός. Στο αντίστοιχο λήμμα του ΧΛΝΓ κακώς δεν υπάρχει ετυμολογική πληροφορία. Ο ορισμός που δίνεται για το παρλιακός είναι «ανόητος, χαζός». Συνδέεται με τη λέξη πάρλα, οπότε ως παράγωγο δεν ετυμολογείται; Δεν είναι βέβαιο όμως ότι ο αναγνώστης θα κάνει αυτή τη σύνδεση, με δεδομένο μάλιστα ότι ο ορισμός του παρλιακός δεν έχει άμεση σχέση με το πάρλα.

Λήμμα κουρού: Λείπει η ετυμολογία.

Με αφορμή τον τίτλο του κρινόμενου λεξικού, καλό θα ήταν να δούμε κάποια στιγμή τι ακριβώς σημαίνει χρηστικό λεξικό – όχι μόνο βέβαια σε επίπεδο ετυμολογικών πληροφοριών. Αλλά εδώ ας περιοριστούμε στα ετυμολογικά:

Μια μαθήτριά μου λέγεται Αγλαΐα. Τη ρώτησα αν ξέρει την ετυμολογία του ονόματός της και μου απάντησε ότι την έχει βρει στο ΛΝΕΓ.

Άλλο παράδειγμα: Το ΛΝΕΓ στο λήμμα Μολώχ και συγκεκριμένα στο πεδίο της ετυμολογίας δίνει αρκετές εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες για τον Μολώχ. Το ΛΝΕΓ βέβαια είναι και εγκυκλοπαιδικό λεξικό. Ας δούμε και το ΛΚΝ, που γράφει στις ετυμολογικές πληροφορίες τα εξής:
[λόγ. < αγγλ. moloch (στη νέα σημ.) < υστλατ. Moloch < ελνστ. Μολώχ < εβρ. όν. Mōlekh (σημιτ. θεότητα του ήλιου)]
Το ΧΛΝΓ από την πλευρά του γράφει:
[< μτγν. Μολόχ/Μολώχ, αγγλ. moloch]
Ας αφήσουμε το ΛΝΕΓ, που είναι και εγκυκλοπαιδικό λεξικό, όπως προαναφέρθηκε, και ας περιοριστούμε στο ΛΚΝ για σύγκριση με το ΧΛΝΓ. Το ΛΚΝ λοιπόν δίνει αναλυτικά και διαφωτιστικά ετυμολογικά στοιχεία. Και πάντως πληροφορεί ότι ο Μολώχ ήταν σημιτική θεότητα του ήλιου. Απεναντίας, ένας αναγνώστης του ΧΛΝΓ θα έμενε με την απορία περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Τι σημαίνει τελικά χρηστικό λεξικό;

(Στον ορισμό του Μολώχ βέβαια το ΧΛΝΓ γράφει ότι ο Μολώχ είναι «θεότητα που συνδέεται με την αιματοχυσία». Ποιων θεότητα όμως; Το ΛΚΝ τουλάχιστον κάνει λόγο για σημιτική θεότητα.)

Γνωστή παρουσιάστρια αναρωτήθηκε προ ημερών από πού προέρχεται το όνομα Σταχτοπούτα. Αν συγκριθούν ως προς τις σχετικές ετυμολογικές πληροφορίες το ΛΝΕΓ, το ΛΚΝ και το ΧΛΝΓ, τότε θα διαπιστωθεί η ανεπάρκεια του ΧΛΝΓ. Είναι το λεξικό που δίνει τις λιγότερες και τις λιγότερο διαφωτιστικές πληροφορίες για την ετυμολογική προέλευση του ονόματος Σταχτοπούτα. Για μένα, χρηστικό είναι ένα λεξικό που μου δίνει –με την απαιτούμενη σαφήνεια– και τέτοιες πληροφορίες.

(Συνεχίζεται.)

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

10.11.14

Περιθωριακές σημειώσεις στο «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών

1) ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Δεν αρνούμαι ότι το «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» (εφεξής: ΧΛΝΓ), το νεοελληνικό λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών το οποίο παρουσιάστηκε πρόσφατα (βλέπε το σχετικό δελτίο τύπου), έχει θετικά στοιχεία. Από μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι σε μερικές περιπτώσεις λημμάτων η αντιμετώπιση της γλώσσας δεν είναι ρυθμιστική, όπως στα επιρρηματικά ζεύγη σε -α και -ως, όπου αναγνωρίζονται οι νεότερες σημασίες των τύπων σε -α (βλέπε ένα παλιότερο άρθρο μου). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι λείπουν εντελώς οι ρυθμιστικές τάσεις από το νέο λεξικό, όπως θα δείξω στη συνέχεια. Επίσης, φαίνεται ότι έχει γίνει αξιόλογη προσπάθεια σε λήμματα προερχόμενα από συγκεκριμένους γνωστικούς τομείς, όπως τα σχετικά με την αθλητική ορολογία, και αποφεύγονται λάθη άλλων λεξικών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν εντοπίζονται και εδώ λάθη.

Δεν αρνούμαι λοιπόν ότι υπάρχουν αρετές στο νέο λεξικό, αλλά ακόμη και με ένα απλό ξεφύλλισμά του διαπιστώνω ότι η επιμέλεια των λημμάτων είναι ανεπαρκής. Καταρχήν, το λεξικό πάσχει ως προς τη μορφοποίηση. Δεν είναι φιλικό προς τον αναγνώστη. Το λήμμα ως κείμενο δεν είναι καλογραμμένο. Η κυματοειδής γραμμή (~), ας πούμε, που αντικαθιστά τη λέξη-λήμμα, αλλά και η διπλή κυματοειδής γραμμή (~ ~), που αντικαθιστά φράση, δεν χρησιμοποιούνται σωστά. Όταν η φράση είναι τα κάνω θάλασσα, δεν μπορεί το παράδειγμα να είναι γραμμένο έτσι: Από το άγχος της τα έκανε ~ στις εξετάσεις. Εδώ δεν πρόκειται για παράδειγμα του θάλασσα αλλά του τα κάνω θάλασσα. Και τέτοια παραδείγματα είναι άπειρα στο εν λόγω λεξικό. Να ένα απόσπασμα από τα παραδείγματα χρήσης του μέγιστος στην πρώτη σημασία:
Η ~η διάρκεια ζωής (π.χ. ενός κινητήρα). Οι ~οι (= οι περισσότεροι. ΑΝΤ. λιγότεροι) καρδιακοί παλμοί κατά την αερόβια άσκηση … Η εταιρεία αξιοποιεί στον ~ο (δυνατό) βαθμό (: όσο καλύτερα γίνεται) τις νέες τεχνολογίες.
Βαρυφορτωμένο κείμενο, γεμάτο κουραστικές και μη αναγκαίες λεπτομέρειες, που δυσχεραίνουν την ανάγνωση, απωθούν και –το κυριότερο– καθόλου δεν προσιδιάζουν σε χρηστικό λεξικό. Για να ετοιμάσεις όμως ένα λεξικό πρέπει, εκτός από πολλά άλλα, να έχεις και στοιχειώδη καλαισθησία. Δείτε πόσο καλύτερα από αισθητική άποψη είναι τα λήμματα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (ΛΚΝ), του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, και στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (ΛΝΕΓ), του Γ. Μπαμπινιώτη. Ελλιπή επιμέλεια δείχνουν και μερικά χοντρά λάθη, όπως η γραμματική πληροφορία ότι το λόγιο πληρώ έχει τύπο πληρείται! Επιπλέον, σύμφωνα με το ΧΛΝΓ το αδικαιολόγητος στο Πάνε να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα είναι λόγιο! Και δεν πρόκειται για τα μόνα… αδικαιολόγητα που διαβάζουμε στο κρινόμενο λεξικό. Τα λάθη, οι παραλείψεις και οι ασυνέπειες βγάζουν μάτι. Δεν λείπουν και τα παροράματα, όπως *έκφαση αντί έκφραση στο λήμμα μακάρι, και θα φανεί εν καιρώ πόσα τέτοια υπάρχουν και αν υπερβαίνουν έναν κάπως ανεκτό αριθμό παροραμάτων για ένα λεξικό.

2) ΛΗΜΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
Στη σελίδα 13 του ΧΛΝΓ, στο εισαγωγικό σημείωμα, γίνεται συνοπτική αναφορά στις καινοτομίες του λεξικού. Μία από αυτές αφορά τον τρόπο κατάρτισης του λημματολογίου, που, όπως σημειώνει ο συντονιστής του λεξικού, «διαμορφώθηκε από εκτενείς βάσεις δεδομένων με στατιστικά πρωτίστως κριτήρια». Ο ίδιος στο Βήμα της Κυριακής (9/11/2014) δηλώνει τα εξής:
«Τα λήμματα του Λεξικού έχουν επιλεγεί από τεράστιες έντυπες και ιδίως ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων με βασικό κριτήριο τη στατιστική τους συχνότητα».
Πολύ θα ήθελα να μάθω ποιες είναι αυτές οι, τεράστιες μάλιστα, «βάσεις δεδομένων». Σε ποιες έντυπες βάσεις δεδομένων στηρίζεται η συγκρότηση του λημματολογίου, αν όχι στο ΛΚΝ, το ΛΝΕΓ και σε άλλα λεξικά; Και μήπως οι ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων είναι απλώς το google; Σε ποια «στατιστικά πρωτίστως κριτήρια» βασίζεται η λημματογράφηση των λέξεων μπουζουκλερί και σουβλακερί και ο αποκλεισμός της λέξης διάβα από το λημματολόγιο; Γιατί καταχωρίζεται το συμμορίτης, με δεύτερη μάλιστα υποσημασία την «εμφυλιοπολεμική», αλλά όχι το κομμουνιστοσυμμορίτης, που –σημειωτέον– περιλαμβάνεται στο ΛΚΝ; Στη σελίδα 14 του ΧΛΝΓ σημειώνεται ότι καταγράφονται επιλεκτικά μεταξύ άλλων και διαλεκτικές λέξεις. Ποιο είναι όμως το κριτήριο επιλογής, αν όχι η συχνότητα χρήσης; Αν ενσωματώνονται στον κατάλογο των λημμάτων ενός γενικού λεξικού οι συχνότερες διαλεκτικές ή ιδιωματικές λέξεις, αναρωτιέται κανείς γιατί περιλαμβάνεται στο λημματολόγιο του ΧΛΝΓ το κουλούκι, ιδιωματική λέξη της ανατολικής Κρήτης, όπως με πληροφόρησαν, που δεν είναι όμως γνωστή όπως τα κουζουλός και κοπέλι που λένε στην Κρήτη.

Κι αφού βρήκε θέση στο λημματολόγιο του λεξικού το  –χαρακτηριζόμενο ως προφορικό– ιδιαιτεράς, γιατί όχι και το εκθεσάς; Ή μήπως το τελευταίο δεν εμφανίζεται συχνά στις «τεράστιες βάσεις δεδομένων»;

Ως προς τον τρόπο παρουσίασης του λημματολογίου, είναι απορίας άξια η ασυνέπεια που παρατηρείται σε ομοειδείς περιπτώσεις. Γιατί λ.χ. το ελάχιστο ως ουσιαστικό είναι ξεχωριστό λήμμα από το επίθετο ελάχιστος, αλλά το ουσιαστικό μέγιστο έχει ενταχθεί στο επίθετο μέγιστος; Σε ένα χρηστικό λεξικό ο αναγνώστης πρέπει να ξέρει πού θα αναζητήσει κάποια πληροφορία, αλλά προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η συνέπεια εκ μέρους του λεξικογράφου. Π.χ. το ανέφικτο και το εφικτό ως ουσιαστικά σωστά δηλώνονται εντός των λημμάτων– επιθέτων ανέφικτος και εφικτός στο ΧΛΝΓ. Μόνο που η αντιμετώπισή τους πρέπει να είναι συνεπής, πράγμα που δεν συμβαίνει. Στο λήμμα ανέφικτος διαβάζουμε για το ουσιαστικό ανέφικτο:
|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο ενός εγχειρήματος. Κατόρθωσε/πέτυχε το ~ο.
Για το εφικτό ως ουσιαστικό σημειώνονται τα εξής:
|| (ως ουσ.) Το επιθυμητό/ευκταίο και το ~ό.
Σε τέτοιες περιπτώσεις τα λήμματα πρέπει να δομούνται με παρόμοιο τρόπο. Πρώτα απ’ όλα, το ανέφικτο είναι λόγιο μόνο στο πρώτο παράδειγμα, όχι και στο δεύτερο. Έπειτα, λόγια χρήση, παρόμοια με του ανέφικτου, μπορεί κάλλιστα να έχει και το εφικτό. Αυτή η λόγια χρήση όμως, που δεν είναι η μόνη, δεν δίνεται στο ΧΛΝΓ.

Στα λήμματα αβάσιμος και βάσιμος τα ουσιαστικά αβάσιμο και βάσιμο παρουσιάζονται σωστά, ενταγμένα στα επίθετα–λήμματα και με παρόμοια δομή λήμματος. Τα σχετικά παραδείγματα χρήσης που διαβάζουμε στο λεξικό είναι τα εξής: το ~ της απόφασης/των καταγγελιών για το πρώτο, το ~ο της κατηγορίας  για το δεύτερο. Η χρήση των εν λόγω ουσιαστικών είναι λόγια, τουλάχιστον στα παραπάνω παραδείγματα. Περιέργως όμως, στο ΧΛΝΓ λόγιο χαρακτηρίζεται μόνο το βάσιμο.

Κάτι που επίσης αφορά τον τρόπο παρουσίασης του λημματολογίου στο ΧΛΝΓ: Αν το βάσιμος έχει επίρρημα βάσιμα και λόγιο βασίμως, τότε γιατί στο αβάσιμος δεν καταγράφεται λόγιο επίρρημα αβασίμως;

Λήμμα άσφαιρος: Εκεί διαβάζουμε μεταξύ άλλων Πβ. άκαπνος. Δεν υπάρχει όμως λήμμα άκαπνος στο λεξικό! Στο ΧΛΝΓ ο αναγνώστης μπορεί να βρει τα λήμματα μπουζουκλερί και σουβλακερί, όχι όμως και τα άκαπνος και διάβα.

Άνοιξα το ΧΛΝΓ  για να δω τη διαφορά μεταξύ βετζετέριαν (με τη σημασία του χορτοφάγου) και βίγκαν. Δεν υπάρχει όμως λήμμα βίγκαν. Φυσικά, δεν μου κάνει εντύπωση αυτή η παράλειψη.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Στο λήμμα μπακλαβαδωτός και πιο συγκεκριμένα στο μπακλαβαδωτό ως ουσιαστικό διαβάζουμε: συνν. αθλητική αργκό. Δεν ξέρω τι σημαίνει συνν. και δεν υπάρχει η σχετική πληροφορία στις συντομογραφίες της σελίδας 18.

(Συνεχίζεται.)

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

Περιθωριακές σημειώσεις στο «Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας» της Ακαδημίας Αθηνών (2)

(Συνέχεια από το προηγούμενο.)

3) ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Στη σελίδα 13 του ΧΛΝΓ ως καινοτομία του λεξικού προβάλλεται η παράθεση σύντομων και ουσιαστικών ορισμών, όπως χαρακτηρίζονται. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι. Στο λήμμα αβγό & αυγό λ.χ. οι ορισμοί των δύο πρώτων σημασιών είναι διατυπωμένοι ως εξής:
«το αναπαραγωγικό σώμα με σκληρό και λεπτό περίβλημα (κέλυφος/τσόφλι) που γεννά η κότα, το περιεχόμενο του οποίου (κρόκος ή λέκιθος στο κέντρο και ασπράδι ή λεύκωμα στην περιφέρεια) χρησιμοποιείται ευρύτατα ως τροφή του ανθρώπου»
«(γενικότ.) το σχεδόν στρογγυλό σώμα που γεννά το θηλυκό, κυρ. των πτηνών, των ερπετών, των αμφίβιων, των ψαριών και των εντόμων, το οποίο έχει παρόμοια δομή με αυτό της κότας»
Να και οι ορισμοί των δύο πρώτων σημασιών στο αντίστοιχο λήμμα του λεξικού της Θεσσαλονίκης (ΛΚΝ):
«το οργανικό σώμα που αναπτύσσεται στα γεννητικά όργανα ορισμένων θηλυκών ζώων και περιέχει το αναπαραγωγικό σπέρμα»
«(ειδικότ.) τα αυγά των πουλιών που έχουν σκληρό προστατευτικό κέλυφος και συνήθ. το αυγό της κότας που είναι μια από τις κυριότερες τροφές του ανθρώπου»
Ο αναγνώστης μπορεί εύκολα να κρίνει αν οι παραπάνω ορισμοί του ΧΛΝΓ είναι σύντομοι και ουσιαστικοί.

Επίσης, το ΧΛΝΓ δίνει στην πρώτη σημασία το παράδειγμα διακοσμητικά αβγά, με την επεξήγηση «σε διάφορα σχέδια και χρώματα», ενώ η τρίτη σημασία ορίζεται ως  «ομοίωμα αβγού». Τα διακοσμητικά αβγά όμως είναι και αυτά ομοιώματα αβγών. Δηλαδή παρατηρείται αναντιστοιχία παραδείγματος και σημασίας.

Στο λήμμα εντοπίζονται και άλλα λάθη, στα οποία θα αναφερθώ κάποια στιγμή.
Ας δούμε και την πρώτη σημασία του λήμματος γονίδιο στο ΧΛΝΓ:
«ΒΙΟΛ. θεμελιώδης φυσική μονάδα της κληρονομικότητας αποτελούμενη από μία συγκεκριμένη αλληλουχία DNA, η οποία καταλαμβάνει μοναδιαία θέση σε κάποιο χρωμόσωμα, συνθέτει το γονιδίωμα ενός οργανισμού, μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και μεταφράζεται συνήθ. σε πρωτεΐνη»
Να πώς ορίζει το γονίδιο το ΛΚΝ:
«(βιολ.) βασική μονάδα της γενετικής, που αποτελεί τμήμα του χρωματοσώματος και προσδιορίζει βιολογικά τις ιδιότητες του όντος»
Τα συμπεράσματα δικά σας σχετικά με τη συντομία ενός ορισμού.

Ακόμα:
Λήμμα λαϊκισμός: Ο λαϊκισμός δεν υπάρχει μόνο στην πολιτική, δεν συνιστά μόνο «πολιτική» πρακτική.

Λήμματα μαθητοπατέρας και φοιτητοπατέρας: Κακώς έχουν συνταχθεί το ένα ανεξάρτητα από το άλλο. Ό,τι και να γράφουν τα άλλα λεξικά, αυτά τα δύο πρέπει να έχουν τον ίδιο υφολογικό χαρακτηρισμό και παρόμοιους ορισμούς. Αν είναι μειωτικό, ειρωνικό ή κάτι άλλο το ένα, το ίδιο είναι και το άλλο. Επιπλέον, μαθητοπατέρα δεν λέμε οπωσδήποτε εκπαιδευτικό. Λάθη άλλων λεξικών δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται.

Λήμμα πύθωνας: Η πληροφορία ότι είναι «ωοτόκο» φίδι δεν χρειάζεται. Ωοτόκα δεν είναι τα φίδια; Ένας ειδικός βέβαια θα μας πει αν υπάρχουν και μη ωοτόκα φίδια. (Κάπου διάβασα ότι υπάρχουν, αλλά δεν έχω ειδικές γνώσεις.) Πάντως, αν γνωστά φίδια δεν είναι ωοτόκα, θα πρέπει εγώ ως αναγνώστης από τα αντίστοιχα λήμματα να αντλήσω τις σχετικές πληροφορίες.

Το αερίζω στη σημασία «ανανεώνω τον αέρα, κάνω εξαερισμό σε κλειστό χώρο» δηλώνεται ως συνώνυμο του εξαερίζω. Αν ανατρέξουμε όμως στο εξαερίζω, θα διαβάσουμε Πβ. αερίζω. Σημειωτέον ότι πρόκειται για τη συντομογραφία του παράβαλε, για την οποία διαβάζουμε στη σελίδα 16 του ΧΛΝΓ ότι «δηλώνει τη χαλαρή συνωνυμική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις λέξεις […]». Τελικά, το αερίζω και το εξαερίζω στην παραπάνω σημασία πώς συνδέονται μεταξύ τους; Είναι συνώνυμα ή χαλαρά συνώνυμα; Η ασυνέπεια στο κρινόμενο λεξικό έχει διαστάσεις που δεν μπορούσα να φανταστώ.

Στη σελίδα 16 του ΧΛΝΓ διαβάζουμε και τα εξής:
«Με την ένδειξη Βλ. γίνεται παραπομπή σε λέξεις ή εκφράσεις που ανήκουν στο ίδιο ή παραπλήσιο σημασιολογικό πεδίο […]».
Στο λήμμα θεωρητικός η Θεωρητική Γλωσσολογία δεν ακολουθείται από αντώνυμο εφαρμοσμένος αλλά από την ένδειξη Βλ. εφαρμοσμένος. Στο λήμμα εφαρμοσμένος η εφαρμοσμένη γλωσσολογία έχει αντώνυμο καθαρός (9).
(Ας σημειωθεί παρενθετικά ότι σύμφωνα με ρητή πληροφορία του ΧΛΝΓ το θεωρητικός σε παραδείγματα όπως θεωρητική γλωσσολογία γράφεται με κεφαλαίο θήτα. Κεφαλαίο είναι και το πρώτο γράμμα του επόμενου ουσιαστικού, που δηλώνει γνωστικό τομέα. Τέτοια πληροφορία όμως λείπει από το λήμμα εφαρμοσμένος. Άρα, μόνο η θεωρητική γλωσσολογία γράφεται με κεφαλαία τα αρχικά γράμματα, όχι και η εφαρμοσμένη!)

Πάμε λοιπόν στη σημασία 9 του καθαρός. Εκεί δεν βλέπω παράδειγμα με το γλωσσολογία, πάντως υπάρχει το καθαρά μαθηματικά και αμέσως μετά Πβ. θεωρητικός και αντώνυμο εφαρμοσμένος. Τελικά, τα θεωρητική γλωσσολογία και εφαρμοσμένη γλωσσολογία πώς αλληλοσυνδέονται σημασιολογικά; Ένα χάος!

Συγκρίνω το ΧΛΝΓ, το ΛΚΝ και το ΛΝΕΓ ως προς το λήμμα υπερέχω. Το ΧΛΝΓ είναι το μόνο που δεν δηλώνει, στο πλαίσιο του ορισμού ή ως συνώνυμο, το υπερτερώ. Δεν μου κάνει εντύπωση βέβαια ότι στο λήμμα υπερτερώ του ΧΛΝΓ ένα από τα συνώνυμα είναι το υπερέχω…

Στο λήμμα εγερτήριο, στην πρώτη σημασία, την κυριολεκτική, θα έπρεπε να γίνει αναφορά και στο εγερτήριο στον στρατό. Δεν αρκεί το σύμπλοκο εγερτήριο σάλπισμα, που υπάγεται σε άλλο λήμμα, το εγερτήριος. Το εγερτήριο σκέτο λέγεται στον στρατό και έχει ως αντώνυμο το σιωπητήριο. Στα λήμματα εγερτήριο και σιωπητήριο του ΧΛΝΓ βέβαια δηλώνονται τα σωστά αντώνυμα. Το σιωπητήριο μάλιστα συνοδεύεται από τη συντομογραφία ΣΤΡΑΤ. Κακώς όμως δεν αναφέρεται κάτι σχετικό με τον στρατό στο λήμμα εγερτήριο. Όπως το σιωπητήριο, έτσι και το εγερτήριο είναι «ηχογραφημένο σάλπισμα» κτλ. Θα έπρεπε να δοθούν ορισμοί που να αντιστοιχούν μεταξύ τους.

Λήμμα καληνυχτάκιας: Στον ορισμό έπρεπε να φανεί γιατί λέγεται έτσι, ποια η σχέση με την καληνύχτα. Χρειαζόταν δηλαδή να έχει ο ορισμός και ετυμολογικό χαρακτήρα, ας πούμε. Όπως στον ορισμό του ξυλιάζω φαίνεται η σχέση με το ξύλο, έτσι και εδώ έπρεπε να φανεί η σχέση μεταξύ του καληνυχτάκιας και του καληνύχτα.

Στο λήμμα τρίποντο, στη δεύτερη σημασία, που αφορά τους τρεις βαθμούς της νίκης μιας ομάδας, η σύναψη ξεκούραστο τρίποντο ερμηνεύεται επιτόπου ως εξής: «για νίκη που επιτυγχάνεται στα χαρτιά». Και, επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο, μέσω google μπορεί κανείς να βρει παραδείγματα χρήσης αυτής της σύναψης με την παραπάνω σημασία. Μόνο που ξεκούραστο τρίποντο δεν σημαίνει οπωσδήποτε νίκη στα χαρτιά, αλλά και άνετη νίκη σε αναμέτρηση που διεξήχθη κανονικά.

Λήμμα ελεύθερος: Ελεύθερος δεν είναι μόνο ο ανύπαντρος, αλλά και αυτός που δεν έχει σχέση, δεσμό. Σε ένα νέο λεξικό πρέπει να καταγράφονται σημασίες και υποσημασίες που δεν μπορεί κανείς να βρει σε παλιότερα λεξικά.

Όπως στο λήμμα γιάφκα σημειώνεται μεταξύ άλλων Πβ. κρησφύγετο, έτσι και στο λήμμα κρησφύγετο θα έπρεπε να σημειωθεί Πβ. γιάφκα.

Αν ταξιδεμένος, στην πρώτη του σημασία, σημαίνει «πολυταξιδεμένος» με αντώνυμο αταξίδευτος, όπως διαβάζουμε στο ΧΛΝΓ, τότε το πολυταξιδεμένος δεν θα έπρεπε να σημαίνει «ταξιδεμένος» –ή έστω να έχει το ταξιδεμένος ως συνώνυμο– με αντώνυμο αταξίδευτος; Στο λήμμα πολυταξιδεμένος δεν αναφέρονται καν οι λέξεις ταξιδεμένος και αταξίδευτος. Και στο λήμμα αταξίδευτος καταγράφεται ως αντώνυμο μόνο το ταξιδεμένος. Γιατί όχι και το πολυταξιδεμένος; Επίσης, αφού στο πολιταξιδεμένος διαβάζουμε Πβ. κοσμο-γυρισμένος, -πολίτης, γιατί δεν δηλώνεται Πβ. κοσμο-γυρισμένος, -πολίτης και στο ταξιδεμένος; Διευκρινίζω ότι στέκομαι στην προφανή ασυνέπεια του λεξικού, χωρίς να εκφράζω άποψη για τη σημασιολογική σχέση των λέξεων που προαναφέρθηκαν.

(Συνεχίζεται.)

ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

24.9.14

1) Ομιλία για την ορθογραφία 2) Ομιλία για τα λεξικά



Στις 23/10/2014, ο γλωσσολόγος και λεξικογράφος Βασίλης Αργυρόπουλος μίλησε για τη νεοελληνική ορθογραφία και επιχείρησε να απαντήσει σε ένα από τα συχνότερα ερωτήματα των μαθητών του δημοτικού, τη χρησιμότητά της.
Την επόμενη ημέρα, 24/10/2014, επισκέφτηκε την αίθουσα της 4ης και 5ης τάξης του ελληνικού τμήματος και μίλησε στους μαθητές για τον πιο χρήσιμο σύντροφό τους στην τάξη, το λεξικό.

12.8.14

Η μόδα του πολυτονικού



Αφιέρωμα του «Βήματος» στο πολυτονικό και λέω να κάνω μερικά σχόλια:

1) Γράφει ο Γ. Γιατρομανωλάκης:

«Η λογική συνέπεια/συνέχεια του μονοτονικού είναι η πλήρης κατάργηση των τόνων».

Ο ισχυρισμός αυτός είναι ατεκμηρίωτος. Η περισπωμένη λ.χ., που σημειώναμε κάποτε αντί για οξεία, ή η βαρεία αντί για οξεία, γενικότερα η μορφή του τόνου, δεν δήλωνε κάτι σε επίπεδο προφοράς της νέας ελληνικής. Είναι προφανές ότι ο τόνος που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο του μονοτονικού συστήματος, από το 1982 και μετά, αποτελεί διαφορετική περίπτωση και δεν τίθεται ζήτημα κατάργησής του. Συν τοις άλλοις, η δήλωση του τόνου αποτρέπει τη σύγχυση σε περιπτώσεις ζευγών (λ.χ. «φύλακες» αλλά «φυλακές»). Άλλωστε, αν η λογική συνέπεια/συνέχεια του μονοτονικού είναι η πλήρης κατάργηση των τόνων, γιατί δεν συζητείται αυτό το θέμα και γιατί δεν έχουν καταργηθεί πλήρως οι τόνοι τόσα χρόνια μετά το 1982;

Επίσης, σε μια έρευνα που θα γινόταν για να διαπιστωθεί αν μαθαίνουν καλύτερα ελληνικά τα παιδιά μετά την καθιέρωση του μονοτονικού, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη διάφοροι παράγοντες, για να μην πρόκειται για σύγκριση ανόμοιων πραγμάτων. Δεν ξέρω πώς θα γινόταν μια τέτοια έρευνα, αλλά δεν θα ήταν σωστό να περιοριστεί στους φοιτητές των Φιλοσοφικών Σχολών. Βέβαια, ακόμα κι αν συγκρίναμε τους σημερινούς φοιτητές των Φιλοσοφικών Σχολών με τους συναφέλφους τους πριν από σαράντα χρόνια και διαπιστώναμε ότι οι σημερινοί μειονεκτούν, θα έπρεπε να συνυπολογίσουμε κι άλλους παράγοντες, όπως το ότι σήμερα σπουδάζουν πολύ περισσότεροι στις Φιλοσοφικές Σχολές.

2) Ένας ποιητής, υποστηρικτής του πολυτονικού, δηλώνει:

«Τα τελευταία χρόνια, με τις αλλεπάλληλες ορθογραφικές απλοποιήσεις που παρεισάγονται, η ελληνική γραφή χάνει διαρκώς διακριτικές δυνατότητες. Το υπόρρητο μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η ακρίβεια, η καλλιέργεια, η εκλέπτυνση δεν αξίζουν τον κόπο, ότι για όλα υπάρχει μια βολική παρακαμπτήριος. Δίπλα στον παρασιτισμό της οικονομίας μας και την αποδιάρθρωση των εκπαιδευτικών μας θεσμών, τα γλωσσικά μας πράγματα αντικατοπτρίζουν κι αυτά τη μεταπολιτευτική διολίσθηση της χώρας προς τον λαϊκισμό».

Διαφωνώ με την προσέγγιση αυτή. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Παραπέμπω σε κείμενο του καθηγητή Γ. Παπαναστασίου στην εξής ιστοσελίδα:


Ειδικότερα, ας προσέξουμε το κεφάλαιο «H ελληνική ιστορική ορθογραφία και οι απλοποιήσεις της».

Νομίζω ότι υπεραπλουστεύουν τα πράγματα όσοι αντιμετωπίζουν τις ορθογραφικές απλοποιήσεις σαν σημάδια γλωσσικής παρακμής. Η νεοελληνική ορθογραφία αποτελεί ένα πολύ σύνθετο θέμα και κάθε μονομερής θεώρηση των πραγμάτων είναι, νομίζω, άστοχη. Οι απλοποιήσεις που έχουν εφαρμοστεί στη νεοελληνική ορθογραφία εξηγούνται αναλυτικά στο καταπληκτικό βιβλίο του Γ. Παπαναστασίου «Νεοελληνική ορθογραφία».



Στις σελίδες βιβλίων όπως η «Νεοελληνική ορθογραφία» του Γ. Παπαναστασίου και ο τόμος 7 από τα «Άπαντα» του Μ. Τριανταφυλλίδη μπορεί να δει κανείς όχι μόνο πόσο σύνθετο θέμα είναι η ορθογραφία της νέας ελληνικής, αλλά και αντίστοιχα πόσο πολύπλευρος είναι ο προβληματισμός που έχει αναπτυχθεί για τη ρύθμιση των επιμέρους ορθογραφικών θεμάτων. Ξεφυλλίζοντας τέτοια βιβλία διαπιστώνεις πόσο δίκιο έχει ο Γ. Παπαναστασίου όταν χαρακτηρίζει αντιεπιστημονική τη στάση όσων θεωρούν την εγκατάλειψη του πολυτονικού αιτία μιας σταδιακής καταστροφής που δήθεν συντελείται. Κατά τη γνώμη μου, αυτή είναι η πιο καίρια παρατήρηση, ότι η σχετική κινδυνολογία είναι αντιεπιστημονική. Δεν είναι θέμα ελευθερίας του λόγου. Όποιος θέλει να χρησιμοποιήσει το πολυτονικό είναι ούτως ή άλλως ελεύθερος να το κάνει.

10.4.14

Αρχαιολατρία και ελληνική γλώσσα

Το πιο κάτω κείμενο αποτελεί περίληψη των όσων συζητήθηκαν στην εκπομπή Usus Norma Loquendi σχετικά με τη Γλωσσική Αρχαιολατρία. Πολλές ευχαριστίες στον Βασίλη Αργυρόπουλο για τη συγγραφή αυτής της περίληψης. 

Μολονότι έχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από τότε που θεμελιώθηκε η επιστήμη της γλωσσολογίας στην Ελλάδα από τον Γεώργιο Χατζιδάκι (1848-1941), στη χώρα μας ακόμη και σήμερα παρατηρούνται –και μάλιστα τα τελευταία χρόνια βρίσκονται σε έξαρση– διάφορα φαινόμενα γλωσσικού ερασιτεχνισμού, που μαρτυρούν άγνοια, αμφισβήτηση ή και απαξίωση βασικών γλωσσολογικών διδαγμάτων. Ένα από τα φαινόμενα αυτά είναι η γλωσσική αρχαιολατρία, μια περίπτωση σύγχρονης μυθολογίας. Η αρχαιολατρία ως προς την ελληνική γλώσσα δεν είναι, βέβαια, μόνο σημερινό φαινόμενο. Εδώ όμως μας ενδιαφέρει κάτι ειδικότερο, η γλωσσική «αρχαιολατρία». Τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται στην προκειμένη περίπτωση για να αντιμετωπιστεί κάπως η ασάφεια του όρου. Πώς νοείται λοιπόν η «αρχαιολατρία» ως προς την ελληνική γλώσσα; Θα μπορούσαμε να δώσουμε τον εξής ορισμό: Πρόκειται για μια ιδιόμορφη ελληνοκεντρική παραεπιστήμη που έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες και, συγκεκριμένα, για τη διατύπωση αβάσιμων γλωσσολογικά απόψεων σχετικά με διάφορα γλωσσικά θέματα. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση αυτής της παραεπιστήμης έχουν παίξει συγκεκριμένοι εκδότες, που εδώ και χρόνια καλλιεργούν συστηματικά την παραπληροφόρηση του κοινού όχι μόνο με βιβλία και περιοδικά που εκδίδουν, αλλά και με εκπομπές που παρουσιάζουν σε μικρούς τηλεοπτικούς σταθμούς.

Βασική έκφανση της εν Ελλάδι γλωσσικής «αρχαιολατρίας» αποτελεί η άρνηση της ινδοευρωπαϊκής καταγωγής της ελληνικής γλώσσας. Ας δούμε πρώτα τι διδάσκει σχετικά η γλωσσολογία: Με δεδομένο ότι μεταξύ διαφόρων γλωσσών παρατηρούνται πολλές ομοιότητες ως προς τη δομή και το λεξιλόγιό τους (για παράδειγμα, το αρχαιοελληνικό «δίδωμι» συνδέεται με το αρχαίο ινδικό «dadami», ομοίως το «πατήρ» της Αρχαίας Ελληνικής με το «pater» της Λατινικής, το «pitar» της αρχαίας Ινδικής, το αρχαίο γερμανικό «fater» κ.ά., το αρχαίο «δύο» με το λατινικό «duo», το γαλλικό «deux», το ρωσικό «dva» κ.ά., το αρχαίο «άλλος» με το λατινικό «alius» κ.ά.), οι γλωσσολόγοι δέχονται τη γενετική συγγένεια των γλωσσών όπου ανήκουν οι τύποι αυτοί και την προέλευσή τους από μια κοινή πρωτογλώσσα, τη λεγόμενη Ινδοευρωπαϊκή. Οι «αρχαιολάτρες» από την πλευρά τους, έχοντας μια στρεβλή αντίληψη περί γλωσσικής καθαρότητας, είτε δεν αρνούνται τη συγγένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών αλλά θεωρούν τις υπόλοιπες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες θυγατρικές της Ελληνικής είτε θεωρούν ότι τα παρατηρούμενα κοινά στοιχεία μεταξύ των εν λόγω γλωσσών οφείλονται σε δανεισμό από την Ελληνική. Στην πρώτη περίπτωση όμως, η μέθοδος της επανασύνθεσης που ακολουθούν οι ειδικοί στην ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική αποτελεί τη μητέρα γλώσσα. Αλλά και στη δεύτερη περίπτωση οι «αρχαιολάτρες» δεν έχουν δίκιο: Το είδος των κοινών στοιχείων μεταξύ των γλωσσών είναι τέτοιο, ώστε δεν στέκει γλωσσολογικά ο ισχυρισμός ότι οι άλλες γλώσσες τα έχουν δανειστεί από την Ελληνική. Λέξεις όπως αντωνυμίες και αριθμοί, αλλά και στοιχεία όπως προθήματα και επιθήματα, καθώς και κλιτικά μορφήματα κ.λπ., οδηγούν στο συμπέρασμα της γενετικής συγγένειας των γλωσσών και της προέλευσής τους από μια πρωτογλώσσα, που συμβατικά αποκαλούμε Ινδοευρωπαϊκή. Με γλωσσολογικούς όρους, κρίνεται αστήρικτος ο ισχυρισμός ότι έγινε δανεισμός των στοιχείων αυτών από την Ελληνική. Αλλά και να ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός περί δανεισμού, γιατί να θεωρείται αυτονόητο ότι οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες δέχτηκαν την επίδραση της Ελληνικής και όχι λ.χ. της Αρχαίας Ινδικής; Γιατί να είναι δεδομένο ότι η φορά της επίδρασης είναι πάντα από την Ελληνική προς τις άλλες γλώσσες;
Στο ίδιο πλαίσιο, της προβολής αντιεπιστημονικών ισχυρισμών για θέματα καταγωγής της Ελληνικής και άλλων γλωσσών, εντάσσονται πάμπολλα δημοσιεύματα προερχόμενα από τους προαναφερθέντες παραεπιστημονικούς κύκλους. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο παράδειγμα: Το 2004 κυκλοφόρησε βιβλίο μη γλωσσολόγου σύμφωνα με το οποίο τα Αγγλικά είναι ελληνική διάλεκτος. Στον πρόλογο του βιβλίου, ο συγγραφέας αφηγείται το εξής περιστατικό από την παιδική του ηλικία: Μόλις είχε επιστρέψει στο σπίτι από το πρώτο μάθημα Αγγλικών και ανέφερε στη μητέρα του τα αγγλικά «I am», «I have» και «I can». Και η μητέρα του, χωρίς να γνωρίζει Αγγλικά, κατάλαβε ότι πρόκειται για τα «είμαι», «έχω» και «κάνω». Ωστόσο, η εντύπωση που έχει ένας απλός ομιλητής για την ετυμολογική σύνδεση μεταξύ λέξεων δεν μπορεί να θεωρηθεί απόδειξη ή ένδειξη ότι οι λέξεις πράγματι αλληλοσυνδέονται ετυμολογικά. (Άλλωστε, «I can» δεν σημαίνει «κάνω».) Γιατί μπορεί απλώς να εμφανίζουν ορισμένους κοινούς φθόγγους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μία προήλθε από την άλλη. Και αντίθετα, υπάρχουν τύποι που συνδέονται μεταξύ τους, λ.χ. το αρχαίο «εις» και το σημερινό «ένας», αλλά αν πούμε σε έναν ομιλητή χωρίς γνώσεις Αρχαίων το πρώτο, αποκλείεται να καταλάβει το δεύτερο. Με απασχολεί δηλ. το μεθοδολογικό θέμα. Μακάρι να ήταν τόσο εύκολο εγχείρημα η ετυμολόγηση μιας λέξης. Τότε θα γινόμασταν όλοι ετυμολόγοι, χωρίς γνωστικά εφόδια, χωρίς γλωσσολογική μέθοδο, με μόνο ίσως όπλο τη διαίσθηση, αν όχι τη φαντασία.

Άλλο μεγάλο γλωσσικό θέμα γύρω από το οποίο οι «αρχαιολάτρες» έχουν διατυπώσει αντιεπιστημονικούς ισχυρισμούς είναι η προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Σύμφωνα με τους γλωσσολόγους, οι Έλληνες γύρω στο 1450–1200 π.Χ. χρησιμοποιούσαν τη Γραμμική Β΄, ένα ατελές συλλαβογραφικό σύστημα γραφής. Σε αυτό δεν υπήρχαν σύμβολα που να αντιπροσωπεύουν τα φωνήεντα. Απεναντίας, ένα συλλαβόγραμμα, π.χ. το «πε», μπορούσε να αντιστοιχεί σε μια σειρά από συλλαβές, όπως «πε», «φε», «πη», «βη» κ.λπ., πράγμα που προκαλούσε δυσχέρειες στην ανάγνωση. Προκειμένου να δηλώσουν τους φωνηεντικούς φθόγγους της γλώσσας τους, οι Έλληνες δανείστηκαν ορισμένα σύμβολα από τη γραφή των Φοινίκων. Η στρεβλή αντίληψη που προανέφερα, για την καθαρότητα της γλώσσας, ωθεί τους «αρχαιολάτρες» στο να αρνούνται τη βορειοσημιτική/φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Δεν μπορούν όμως να αναιρέσουν τα στοιχεία που την αποδεικνύουν. Το κυριότερο από αυτά είναι η (μη ελληνική) ονομασία –και η ακλισία– των γραμμάτων. Τα ονόματα «άλφα», «βήτα», «γάμμα» κ.λπ. δεν ετυμολογούνται από την Ελληνική, δεν σημαίνουν τίποτε και δεν κλίνονται στη γλώσσα μας. Άλλα στοιχεία είναι: η μορφή των γραμμάτων, η σειρά τους και η κατεύθυνση της γραφής – στις πρώτες επιγραφές επικρατεί η φορά «επί τα λαιά», δηλ. εκ δεξιών προς τα αριστερά, όπως στο φοινικικό σύστημα γραφής.

Και στο θέμα του αλφαβήτου αναρίθμητα είναι τα αντιεπιστημονικά κείμενα που έχουν δημοσιευθεί από τους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς. Για παράδειγμα, σε βιβλίο που εκδόθηκε το 2003 μια φιλόλογος ως επιχείρημα εναντίον της φοινικικής καταγωγής του ελληνικού αλφαβήτου παραθέτει το εξώφυλλο ενός γαλλικού περιοδικού όπου οι Γάλλοι επισημαίνουν ότι το αλφάβητο που χρησιμοποιούν έχει ελληνική προέλευση. Ωστόσο, αυτά που γράφονται στο εξώφυλλο του γαλλικού περιοδικού δεν μπορούν να αναιρέσουν τη φοινικική καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου για τον εξής λόγο: Τα γραφόμενα από τους Γάλλους δεν αφορούν την καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου, φοινικική ή μη, αλλά την ελληνική καταγωγή του λατινικού αλφαβήτου. Οι Γάλλοι στο περιοδικό τους μιλάνε για την καταγωγή του δικού τους αλφαβήτου, δηλ. του λατινικού. Εφόσον, σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή θέση της γλωσσολογίας, το λατινικό αλφάβητο αποτελεί εξέλιξη του δυτικού ελληνικού-χαλκιδικού αλφαβήτου, δηλ. του αλφαβήτου που μετέφεραν οι Χαλκιδείς στη Ν. Ιταλία, δικαιολογημένα γράφουν ότι οφείλουν στην Ελλάδα μεταξύ άλλων και το αλφάβητο. Για το λατινικό αλφάβητο κάνουν λόγο, όχι για το ελληνικό. Τα όσα γράφουν όχι μόνο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως επιχείρημα κατά της φοινικικής καταγωγής του ελληνικού αλφαβήτου, αλλά είναι άσχετα με το θέμα της προέλευσης του δικού μας αλφαβήτου. Είναι αξιοσημείωτη η παραπλανητική σύγχυση δύο θεμάτων διαφορετικών μεταξύ τους. Ας προστεθεί ότι οι «ελληνοκεντρικοί» συγχέουν μεταξύ τους και τα εξής δύο θέματα, την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου από το φοινικικό και την προέλευση του ίδιου του φοινικικού αλφαβήτου. Για παράδειγμα, επικαλούνται συνεχώς ένα χωρίο του Διόδωρου Σικελιώτη (5, 74, 3–4), που όμως απλώς επιβεβαιώνει την κρατούσα επιστημονική άποψη σύμφωνα με την οποία δεν είναι οι Φοίνικες επινοητές του συστήματος γραφής που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα.

Ένα ακόμη θέμα που θα μας απασχολήσει είναι η απροθυμία των «αρχαιολατρών» να δεχτούν ότι η προφορά της Αρχαίας Ελληνικής ήταν πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη. Από γλωσσολογική άποψη, δεν είναι δυνατόν μια γλώσσα, εν προκειμένω η Ελληνική στη μακραίωνη ιστορία της, να μεταβάλλεται σε επίπεδο σημασιολογικό, συντακτικό κτλ. και ως δια μαγείας να μη σημειώνει μεταβολές μόνο στην προφορά. Κι όμως στους λεγόμενους ελληνοκεντρικούς κύκλους υποστηρίζεται ότι η σημερινή προφορά είναι όμοια με την αρχαία. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς γιατί είναι σε μερικούς τόσο δύσκολο να δεχτούν ότι μια γλώσσα μεταβάλλεται και σε επίπεδο προφοράς. Νομίζω ότι βασικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι είμαστε εξοικειωμένοι με τη σύγχρονη προφορά και έτσι είναι φυσικό να μας ξενίζει η αρχαία, όπως την πληροφορούμαστε από τους γλωσσολόγους. Μερικοί όμως αρνούνται ό,τι διδάσκει γι’ αυτό το θέμα η γλωσσολογία και γιατί προηγουμένως έχουν δεχτεί ότι η ελληνική γλώσσα είναι τέλεια, ανώτερη από τις άλλες, θεόσταλτη, ιερή κτλ. κτλ. Όποιος έχει τέτοιες αντιλήψεις μάλλον δεν αναμένεται να αναγνωρίζει ότι οι γλώσσες μεταβάλλονται. Πάντως, για την αρχαία προφορά βασιζόμαστε σε διάφορα στοιχεία. Ενδεικτικά: Η χρήση από τους αρχαίους κωμικούς ποιητές Κρατίνο και Αριστοφάνη του «βη βη» για την απόδοση του βελάσματος των προβάτων, που αντιστοιχεί στο γνωστό «μπέε», αποδεικνύει ότι το <β> στην Αρχαία Ελληνική δεν αντιπροσώπευε τον νεότερο ηχηρό τριβόμενο φθόγγο [v] αλλά τον ηχηρό κλειστό [b], ενώ συγχρόνως μαρτυρεί ότι το αρχαιοελληνικό <η> αντιστοιχούσε σε μακρό [ɛː] και δεν απέδιδε τον φθόγγο [i]. Επίσης, το αρχαίο <υ> δήλωνε φθόγγο διαφορετικό από ό,τι σήμερα, γι’ αυτό στο παλιό ιδίωμα των Μεγάρων έλεγαν μεταξύ άλλων «βούτουρο» αντί «βούτυρο», «γιουναίκα» αντί «γυναίκα» και «σούκα» αντί «σύκα». Η προφορά αυτή αποτελούσε κατάλοιπο της αρχαιοελληνικής.

Σχετικά με την αρχαία προφορά, η αρθρογραφία που προέρχεται από τους γνωστούς παραεπιστημονικούς κύκλους μάλλον δεν είναι τόσο πλούσια. Για να πάρει όμως κανείς μια γεύση, ας αναφέρω και εδώ ένα παράδειγμα: Κάποιος έχει ισχυριστεί ότι η ποικιλία των <η>, <υ> κτλ. στη γραφή υπάρχει όχι γιατί αντανακλά μια διαφορετική αρχαία προφορά, αλλά για να διακριθούν τα ομόηχα. Το συγκεκριμένο επιχείρημα όμως είναι άτοπο. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι αυτή η ποικιλία δεν απαντά μόνο στα ομόηχα, αλλά και εκεί που δεν χρειάζεται η μία λέξη να διακριθεί από την άλλη. Ας σκεφτούμε λ.χ. το <υ> στη λέξη «θόρυβος» ή το <αι> στη λέξη «αίμα».

Άλλο μεγάλο θέμα είναι η ετυμολογία. Χαρακτηριστικό της γλωσσικής «αρχαιολατρίας» είναι η ροπή προς την παρετυμολογία για ιδεολογικούς λόγους. Παραδείγματα αποτελούν η εμπειρική ετυμολόγηση από την Ελληνική λέξεων που είναι σίγουρα δάνειες (λ.χ. «κεφτές» δήθεν από το «κοπτός», ενώ είναι τουρκικό δάνειο με απώτερη περσική καταγωγή) ή η ανακάλυψη ελληνικών γλωσσικών στοιχείων σε γλώσσες άλλων ηπείρων. Ζητούμενο στην τελευταία περίπτωση είναι να φανεί ότι οι Έλληνες στην αρχαιότητα είχαν πάει παντού, γι’ αυτό και ανακαλύπτονται ελληνικές γλωσσικές επιδράσεις ακόμη και στη Χαβάη ή τη Ν. Ζηλανδία. Είναι κι αυτός ένας μύθος: μια γλώσσα που «γονιμοποιεί» τον «ευρωπαϊκό» και «παγκόσμιο λόγο», αλλά δεν περιλαμβάνει δάνεια. Τουλάχιστον δεν γίνεται λόγος γι’ αυτά. Έλλειψη επιστημονικής μεθόδου εκ μέρους των λεγόμενων αρχαιολατρών δείχνει και η ετυμολογική ερμηνεία ενός νεοελληνικού τύπου χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η Μεσαιωνική Ελληνική ή η Αλεξανδρινή Κοινή, σαν υπάρχει μόνο η Αρχαία των κλασικών χρόνων πριν από τη Νέα Ελληνική. Στην ετυμολόγηση και τη συνακόλουθη ορθογράφηση του «αλλιώς» λ.χ. δεν πρέπει να αγνοηθεί ο μεσαιωνικός τύπος «αλλέως». Το «αλλιώς» προέρχεται από το μεσαιωνικό «αλλέως» με συνίζηση, που μπορεί να αποδοθεί με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, δηλ. με <ι> («αλλιώς»). Το <οι> είναι αβάσιμο ετυμολογικά, γιατί το σημερινό «αλλιώς» δεν προέρχεται από το αρχαίο «αλλοίως». Ως εκ τούτου, η γραφή «αλλιώς» είναι δικαιολογημένη. Οι ετυμολογίες που υποστηρίζονται σε «αρχαιολατρικά» έντυπα αντανακλούν αρκετές φορές το προεπιστημονικό στάδιο της ετυμολόγησης. Απεναντίας, σήμερα γνωρίζουμε ότι η Νέα Ελληνική προέρχεται –μέσω της Μεσαιωνικής– από την Αλεξανδρινή Κοινή, που βασίστηκε στην αττική διάλεκτο της Αρχαίας.

Η γλωσσική «αρχαιολατρία» απλώνεται και σε μια σειρά από άλλους γλωσσικούς μύθους. Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα: Υποστηρίζεται ότι η Ελληνική είναι η μοναδική γλώσσα με αιτιώδη και όχι συμβατική σχέση σημασίας και μορφής των λέξεων. Και στην Ελληνική όμως η σχέση αυτή είναι συμβατική. Το ελληνικό «τρία» λ.χ. δεν έχει τίποτε το αιτιώδες έναντι του αντίστοιχου κινεζικού τύπου. Αλλά και σύνθετες λέξεις όπως «ενθουσιασμός» δεν αποδεικνύουν κάποια ιδιαιτερότητα της Ελληνικής ως προς το συζητούμενο θέμα. Αν πάρουμε ξεχωριστά το καθένα από τα συνθετικά, και πάλι θα διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σχέση σημασίας και μορφής. Άλλωστε, σύνθετες λέξεις δεν έχει μόνο η Ελληνική. Οι λεγόμενοι ελληνοκεντρικοί προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν με επιστημονικοφανή τρόπο. Το οξύμωρο είναι ότι χρησιμοποιούν τη γλωσσολογία για να απαντήσουν –υποτίθεται– στη γλωσσολογία. Άλλοι μύθοι αφορούν την απόδοση μαγικών ιδιοτήτων στην ελληνική γλώσσα. Υποστηρίζεται λ.χ., στο πλαίσιο της λεγόμενης λεξαριθμικής θεωρίας, ότι η αντιστοιχία γραμμάτων και αριθμών στη γλώσσα μας δεν είναι τυχαία (π.χ.: Η ΧΕΛΙΔΩΝ = 1507 = ΠΑΡΟΝ ΤΟ ΕΑΡ), ότι η Ελληνική έχει μαθηματική δομή ή ότι είναι η μόνη γλώσσα την οποία καταλαβαίνουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Δεν θα είχα αντίρρηση να τα δεχτώ όλα αυτά, αρκεί κάποιος να μου εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να συμβαίνουν και γιατί να ισχύουν ειδικά για την Ελληνική. Όσοι υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις –κανείς από αυτούς βέβαια δεν είναι γλωσσολόγος– θα άξιζε να ερωτηθούν από ποιον, κατά τη γνώμη τους, δημιουργήθηκε η ελληνική γλώσσα, από ανθρώπους ή κάτι άλλο.

Τα αίτια της γλωσσικής αρχαιολατρίας είναι διάφορα. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για την άγνοια βασικών διδαγμάτων της γλωσσολογίας και τον ιδεολογικό φανατισμό. Οι «αρχαιολάτρες» έχουν ιδεολογικά κίνητρα. Αν είχαν επιστημονικό ενδιαφέρον για τη γλώσσα, τότε θα τους απασχολούσαν και άλλα θέματα, λ.χ. η κατάκτηση της μητρικής γλώσσας από το παιδί ή η εκμάθηση ξένων γλωσσών, και όχι μόνο αυτά που έχουν ιδεολογικές προεκτάσεις. Και αν είχαν αγνή και άδολη αγάπη για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, τότε θα έγραφαν λ.χ. κείμενα για παραστάσεις αρχαίου δράματος που παρακολουθούν (αν βέβαια παρακολουθούν), για τις εντυπώσεις τους ή τα συναισθήματά τους. Άλλα θέματα όμως τους απασχολούν, όπως η αναίρεση των ανθελληνικών –υποτίθεται– διδαγμάτων της γλωσσολογίας. Δυστυχώς, σπανίζει το γνήσιο ενδιαφέρον για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, ενώ σπάνια η αρχαιολατρία συμβαδίζει με την ουσιαστική αρχαιογνωσία. Παίζει ρόλο βέβαια και η γνωστή αντίληψη ότι, επειδή χρησιμοποιούμε τη γλώσσα, μπορούμε να εκφέρουμε έγκυρη γνώμη για τα γλωσσικά, έστω και χωρίς γνώσεις γλωσσολογίας. Επιπλέον, η έμφαση που δίνεται μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος στη στείρα αποστήθιση και όχι στην καλλιέργεια κριτικής σκέψης ίσως ερμηνεύει την ευκολία με την οποία μερικοί πέφτουν θύματα παραπληροφόρησης, φανατίζονται και αναπαράγουν διάφορα ψεύδη, όπως ότι οι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ανθελληνικές θεωρίες.

Οι αρνητικές συνέπειες του φαινομένου που εξετάζουμε είναι ποικίλες. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Γ. Παπαναστασίου αναφερόμενος στους παραεπιστημονικούς αυτούς κύκλους, εκατοντάδες βιβλία και περιοδικά και αρκετές τηλεοπτικές εκπομπές «διαποτίζουν τη νεοελληνική κοινωνία με ένα απίστευτα πικρό φαρμάκι». Πόσες εκατοντάδες ή και χιλιάδες άνθρωποι όχι μόνο αγνοούν πώς λειτουργεί και μεταβάλλεται η γλώσσα, αλλά και επηρεασμένοι από παραγλωσσολογικές πηγές ενημέρωσης, όπως λ.χ. από περιοδικά, τηλεοπτικές εκπομπές και ιστότοπους «αρχαιολατρικού» περιεχομένου, φανατίζονται και βάλλουν κατά ανύπαρκτων εχθρών! Επικρατεί ο πολεμικός λόγος, κατασκευάζονται εχθροί (οι γλωσσολόγοι, που απεργάζονται το κακό του έθνους!) και τελικά γίνεται αποπροσανατολισμός από τα πραγματικά προβλήματα της γλώσσας και της εκπαίδευσης. Ολόκληρα βιβλία έχουν γραφτεί με σκοπό την κατάρριψη των δήθεν ανθελληνικών θεωριών που προωθούν οι γλωσσολόγοι. Πόσοι «αρχαιολάτρες» όμως έχουν προβληματιστεί λ.χ. για την ανάγκη να ασκείται ο μαθητής στην κατανόηση νεοελληνικών κειμένων, να καλλιεργείται η κριτική σκέψη στο ελληνικό σχολείο και να αποφεύγεται η στείρα αποστήθιση;

Καταλήγοντας, για την αντιμετώπιση του εν λόγω φαινομένου είναι αναγκαίο να διαδοθούν τα διδάγματα της γλωσσολογίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με δημοσίευση εκλαϊκευμένων γλωσσολογικών κειμένων, με ενημέρωση των εκπαιδευτικών, με άσκηση των μαθητών και των φοιτητών στο να διακρίνουν τις έγκυρες πληροφορίες για τη γλώσσα από τους γλωσσικούς μύθους, καθώς και με άλλους τρόπους. Ειδικά στο διαδίκτυο πολύ χρήσιμο θα ήταν να αναρτηθούν σε κάποια ιστοσελίδα σύντομες και εύληπτες απαντήσεις σε γλωσσικούς μύθους, οι οποίες να διαβάζονται και να αναδημοσιεύονται εύκολα, με σκοπό την ενημέρωση του κοινού. Προπάντων όμως πρέπει να γίνει δουλειά από μικρή ηλικία, γιατί κατά βάθος η μη υιοθέτηση γλωσσικών μύθων είναι θέμα παιδείας και όχι μόνο γλωσσολογικής ενημέρωσης. Το ζητούμενο είναι να έχουμε εμβολιαστεί με κριτική σκέψη από μικροί, για να μην πέφτουμε θύματα παραπληροφόρησης. Ας εμπιστευόμαστε τους ειδικούς και ας μην απαξιώνουμε τη γλωσσολογική γνώση. Η Ελληνική είναι μια γλώσσα με μακραίωνη παράδοση. Σε αυτήν έχουν γραφτεί αθάνατα έργα του παγκόσμιου πολιτισμού. Ας μην ασχολούμαστε με μαγικές ή άλλες περίεργες ιδιότητες που δήθεν έχει. Φίλη η φιλοπατρία μας, φιλτάτη δε η αλήθεια.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Εντελώς ενδεικτικά, παραθέτω τον σύνδεσμο με τη βιβλιογραφία για την ελληνική γλώσσα, του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη.

Επίσης, αξίζει να διαβαστεί το άρθρο του Γιώργου Παπαναστασίου «Απ’ τα χώματα βγαλμένοι, ένας αρχαίος σύγχρονος μύθος».

Τέλος, θα ήθελα να προτείνω δύο βιβλία που διαβάζονται ευχάριστα ακόμη και από μη ειδικούς: «Ένα μικρό βιβλίο για τη γλώσσα» του David Crystal και «Μίλα μου για γλώσσα» του Φοίβου Παναγιωτίδη.

Για όσες/όσους θέλουν να ακούσουν την καταγραφή της εκπομπής: